Supreme Court allows appeal against insurance intermediary case, remanding for application of German substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision in an insurance intermediary dispute, finding a procedural error in the lower court's application of substantive law. The appellant argued that German law should apply, while the respondent contended that the European Directive was the governing rule. The Court ruled that the Directive does not establish substantive rules for the relationship between the intermediary and the insurer, necessitating the application of German private law instead.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2(6) Directive 92/2002/EEC; Art. 1(18998) Directive 92/2002/EEC: The European Directive on insurance intermediation does not constitute the substantive rule of law governing the legal relationship between the intermediary and the insurer, requiring the application of the relevant national substantive law of the member state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1931 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1931/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην πόλη ... και ως κατά το καταστατικό της εκπροσωπείται, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4-10-2011 πρόσθετη παρέμβαση Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4119/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την 92/2002 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας και της Γερμανίας ,σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ορίζονται τα εξής: "Αρθρο ΔΕΥΤΕΡΟ αριθμ. 6"οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα δικαιώματα που τους παρέχει η συνθήκη με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών .7 Η αδυναμία των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών να ασκούν ελεύθερα τις δραστηριότητες τους σε όλη την Κοινότητα εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς ασφαλίσεων.. 10.
Η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει τον ορισμό του συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή "με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά ορισμένων αγορών κρατών μελών ,και ο οποίος αποσκοπεί στον καθορισμό των όρων εγγραφής σε μητρώο που μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτούς τους διαμεσολαβητές .0 ορισμός αυτός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν παραπλήσιες έννοιες σχετικά με τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές οι οποίοι ενώ δρουν για λογαριασμό και εξ ονόματος μιας ασφαλιστικής επιχείρησης υπό την πλήρη ευθύνη της, είναι εξουσιοδοτημένοι να εισπράττουν ασφάλιστρα ή ποσά που προορίζονται για τους πελάτες, υπό τους όρους της χρηματοοικονομικής εγγύησης που προβλέπει η παρούσα οδηγία. 11 Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πρόσωπα η δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε τρίτους έναντι αμοιβής ,η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη μορφή συνομολογημένου οικονομικού οφέλους το οποίο να συνδέεται με τις υπηρεσίες που παρέχουν αυτοί οι διαμεσολαβητές....ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Άρθρο 1.
Πεδίο εφαρμογής 1.Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος
"Άρθρο 22 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: 1....3.ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση νοούνται οι δραστηριότητες είτε παρουσίασης, πρότασης προπαρασκευής ή σύναψης συμβάσεων ασφάλισης, ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά την διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου....5.
ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης,....... 9 ως κράτος μέλος καταγωγής "νοείται :α) εάν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει και στο οποίο ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, β) εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο ,το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή ,αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση........ΚΕΦΑΛΑΙΟ II άρθρο 3.Εγγραφή σε μητρώο 1.
Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές εγγράφονται σε μητρώο αρμόδιας αρχής ,όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2,στο κράτος μέλος καταγωγής τους..." Περαιτέρω με τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις υποχρεώσεις και προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή (εγγραφή σε μητρώο κλπ).
Τέλος με το άρθρο 16 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο" 1.Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες .νομοθετικές .κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 15 Ιανουαρίου .... Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά....2.Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των νομοθετικών .κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι α) η ως άνω οδηγία εφαρμόζεται εφόσον υφίσταται δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκαταστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης β)με αυτήν ορίζεται, μεταξύ άλλων, η έννοια του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος και λαμβάνονται μέτρα προστασίας του γ) Δεν περιέχει η οδηγία κανόνες εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου και, καθό μέρος αφορά την κρινόμενη υπόθεση, ούτε ρυθμίζει ειδικότερα ζητήματα σχετικά - με τις σχέσεις ασφαλιστή - διαμεσολαβητή - ασφαλισμένου, καθώς και αν ο διαμεσολαβητής αντιπροσωπεύει ή όχι τον ασφαλιστή και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Τα θέματα αυτά κρίνονται από τις εφαρμοστέες διατάξεις των νόμων του κράτους μέλους.
2.Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξία των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ο ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005).Τον ίδιο αναιρετικό λόγο ιδρύει και η παραβίαση των διατάξεων κ κοινοτικού δικαίου (ΕΕ) αλλά και των Οδηγιών που περιέχουν σαφείς και συγκεκριμένους κανόνες ή έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική νομοθεσία (ΟλΑΠ 10/2000) και των εφαρμοστέων κανόνων του αλλοδαπού δικαίου (ΑΠ 665/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κι ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
3. Στην κρινόμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με το υπ’ αριθμ. ....02.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. Α., που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμούς ... (γενικό) και ... (ειδικό) και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ (.../09.03.2004), συστάθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "..." και εταίρους τους Τ. Λ. του Κ. και Δ. Μ. του Ε.. Το εταιρικό κεφάλαιο ορίστηκε σε 18.000,00€ διαιρεμένο σε 600 εταιρικά μερίδια από τα οποία κάθε εταίρος έλαβε 300, ενώ η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε σε είκοσι έτη. Ως επιμέρους σκοπός της εταιρείας καθορίστηκε η απόκτηση πλοίου ή πλοίων και πλοιαρίων και εν γένει επαγγελματικών σκαφών αναψυχής, ως και η επί κέρδει εκμετάλλευση αυτών με την εκναύλωσή τους.
Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. ...-03-2005 συμβόλαιο της αυτής, ως άνω, συμβολαιογράφου, το οποίο καταχωρήθηκε ομοίως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμούς ... (γενικό) και ... (ειδικό) και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ (.../31-03-2005), ο δεύτερος των ανωτέρω εταίρων αποχώρησε από την εταιρεία και μεταβίβασε από τα μερίδια του 240 στον πρώτο εταίρο και 60 στη σύζυγο αυτού Δ.
Α. του Κ.. Στο μεταξύ, στις 25-06-2004, η ανωτέρω εταιρεία απέκτησε ένα Ε..., με ελληνική σημαία, πλοίο, με το όνομα "..., νηολογίου Πειραιώς, με αριθμό ..., κατασκευασμένο από ενισχυμένο πλαστικό ΟΚΡ, ιπποδυνάμεως 4141 ΗΡ, κοχ 147,74, κκχ 92,99, ολικού μήκους 29,24 μέτρων, μήκους νηολογήσεως 28,46 μέτρων, πλάτους νηολογήσεως 6,10 μέτρων και βάθους νηολογήσεως 3,1 μέτρων, το οποίο έλαβε άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής.
Το εν λόγω πλοίο, γενική πράκτορας του οποίου ήταν η εταιρεία "...", ασφαλίστηκε στην πρώτη εναγομένη αλλοδαπή (γερμανική) ασφαλιστική εταιρεία, εκδοθέντος του με στοιχεία ... πιστοποιητικού ασφαλίσεως, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από 01-01-2007, ώρα 12:00’ , μεταξύ άλλων κινδύνων, και για κάθε κίνδυνο του σκάφους, μηχανημάτων κ.τ.λ., εξοπλισμού μηχανημάτων κ.τ.λ.
και οποιουδήποτε αντικειμένου συνδέεται με αυτά χωρίς να εξαιρείται τίποτε, για το συνολικό ποσό των 1.900.000,00€ με απαλλαγή ποσού 10.000,00 € για το σκάφος, τα μηχανήματα κ.τ.λ. Τα συνολικά ετήσια ασφάλιστρα ορίστηκαν στο ποσό των 12.000€ καταβλητέα σε δύο εξαμηνιαίες ισόποσες δόσεις. Ως εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση ορίστηκε το γερμανικό ενώ ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία για τις μέλλουσες να προκύψουν διαφορές δικαστήρια ορίστηκαν τα ελληνικά.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι στην, ως άνω, σύμβαση θα ισχύουν επιπροσθέτως οι "Ρήτρες Ινστιτούτου για Σκάφη Αναψυχής 1-11-85" με διαγραφή ορισμένων (αναγραφομένων) ρητρών. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι για την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως ενήργησε ως ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια η δεύτερη εναγομένη ελβετική εταιρεία, η οποία διατηρεί γραφείο στην Ελλάδα και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διενέργεια ναυλώσεως σκαφών αναψυχής, τη διαχείριση σκαφών, τη διαμεσολάβηση στις αγοραπωλησίες σκαφών αναψυχής και τη ναυτασφάλιση αν και η διαμεσολάβηση στη ναυτασφάλιση δεν αποτελεί καταστατικό της σκοπό και, προφανώς, διενεργείται συμπληρωματικά προς τις λοιπές δραστηριότητές της.
Έτσι η εν λόγω εναγομένη συμπλήρωσε, με βάση τις δηλώσεις της ενάγουσας, σε έντυπο φέρον τον διακριτικό τίτλο "...", την πρόταση ασφαλίσεως ("...") της ενάγουσας προς την πρώτη εναγομένη, αυτή δε την αποδέχθηκε με αποτέλεσμα να καταρτισθεί η σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως στην οποία έγινε ήδη αναφορά αμέσως παραπάνω.
Μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ακολούθησε η κατάρτιση ομοιοτρόπως, δηλαδή με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης, νέας ασφαλιστικής συμβάσεως με όμοιο περιεχόμενο για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από της 01.01.2008, ως 12.00’ , με αυξημένα όμως ετήσια ασφάλιστρα ανερχόμενα στο ποσό των 13.140,00 €., εκδοθέντος του με στοιχεία ...
πιστοποιητικού ασφαλίσεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Για την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση η δεύτερη εναγομένη απέστειλε μετά την κατάρτιση της σχετική έγγραφη υπόμνηση (σημείωμα) οφειλής ("debit note"), ενώ πριν από την κατάρτιση της νέας (δεύτερης) συμβάσεως ασφαλίσεως η αυτή εναγομένη (δεύτερη) απέστειλε, στις 21-12-2007, τηλεομοιοτυπικώς στην ενάγουσα αποδεικτικό ασφαλίσεως ("certificate of insurance"), αφορόν τη μέλλουσα να καταρτισθεί σύμβαση ασφαλίσεως, επιφυλασσομένη για την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλίσεως ("original insurance policy") από την πρώτη εναγομένη εν καιρώ.
Σημειώνεται ότι στο εν λόγω αποδεικτικό γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η δεύτερη σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται μετά από οδηγίες της ενάγουσας ("......."), δηλαδή μετά από "εντολή" της ενάγουσας να προωθηθούν οι διαδικασίες για τη σύναψη της δεύτερης αυτής συμβάσεως. Συμπερασματικά, λοιπόν, από τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι προκύπτουν τα ακόλουθα: 1.
Η δεύτερη σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως, η οποία ενδιαφέρει ειδικότερα, ενόψει των όσων θα σημειωθούν κατωτέρω, ρυθμίζεται από το γερμανικό δίκαιο σε συνδυασμό με το κείμενο του αγγλικού δικαίου, για το οποίο έγινε, ήδη, αναφορά και τούτο, δηλαδή η υιοθέτηση των κανόνων αυτού και γενικά των κανόνων και πρακτικών του αγγλικού δικαίου, σε περιπτώσεις ναυτικής ασφαλίσεως, αποτελεί, όπως και το παρόν Δικαστήριο γνωρίζει από την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου, συνήθη παγκόσμια, σχεδόν, πρακτική.
Στο γερμανικό, όμως, δίκαιο δεν υπάγεται μόνον η κύρια σύμβαση, αλλά και οι σχέσεις των συμβαλλομένων από τις "δευτερεύουσες" συμβάσεις και συγκεκριμένα τόσο οι σχέσεις μεταξύ των εναγομένων εταιρειών όσο και οι σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης. Στην κρίση αυτή, κατ’ αντίθεση προς τα γενόμενα δεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγει το Δικαστήριο τούτο κυρίως για τον λόγο ότι οι "δευτερεύουσες" αυτές συμβάσεις προετοίμασαν και εξυπηρέτησαν την κύρια σύμβαση, αλλά και για τον λόγο ότι δεν ενδείκνυται η ρύθμιση των επιμέρους συμβάσεων, οι οποίες λειτουργούν προς ικανοποίηση του αυτού σκοπού, από διαφορετικά δίκαια, με πιθανό αποτέλεσμα τη διάσπαση της όλης υποθέσεως σε επιμέρους τέτοιες και την εκφορά αντιφατικών δικαστικών κρίσεων.
Συνεπώς, το δίκαιο που αρμόζει στις εν λόγω συμβάσεις ενόψει των ειδικών συνθηκών είναι το γερμανικό και, επομένως ο πρώτος λόγος της ένδικης, από 28.02.2014, εφέσεως κατά την κύρια εκδοχή του, σύμφωνα με την οποία εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο της ένδικης υποθέσεως είναι το γερμανικό (σε συνδυασμό με το κείμενο του αγγλικού δικαίου, για το οποίο έγινε ήδη παραπάνω λόγος), κρίνεται βάσιμος κατ’ ουσίαν.
Και 2. Η ιδιότητα με την οποία ενήργησε η δεύτερη εναγομένη κατά την κατάρτιση της προειρημένης συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως είναι αυτή της ασφαλιστικής μεσίτριας, δηλαδή του προσώπου (νομικού), το οποίο διενεργεί όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, παραλαμβάνει την αποδοχή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχειρήσεως και την έγκριση του ασφαλιζομένου ή αντασφαλιζομένου και παρέχει βοήθεια για τη διαχείριση και την εκτέλεση αυτών, ιδίως κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, σύμφωνα με τη διατύπωση της Οδηγίας 2002/92/Ε.Κ.
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, η οποία αποτελεί, μετά την πάροδο της προθεσμίας συμμορφώσεως, εσωτερικό δίκαιο τόσο της Ελλάδος όσο και της Ο.Δ. της Γερμανίας. Το πρόσωπο αυτό, λόγω της θέσεως του σε σχέση με τη μέλλουσα να καταρτισθεί ή ήδη κατηρτισμένη ασφαλιστική σύμβαση, δεν αντιπροσωπεύει, χωρίς άλλο, τον ασφαλιστή, δεν έχει τη νόμιμη δυνατότητα να εκδίδει ασφαλιστήρια, έχει, όμως, τη δυνατότητα να εισπράττει τα ασφάλιστρα και δικαιούται να λαμβάνει προμήθεια ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του, η οποία καταβάλλεται, συνήθως, από τον ασφαλιστή.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου στηρίζεται τόσο στο είδος και στη συνολική δραστηριότητα της δεύτερης εναγομένης, για την οποία η ασφαλιστική διαμεσολάβηση είναι δευτερεύον, μάλλον, αντικείμενο, όσο και στα γεγονότα ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εξουσίας αντιπροσωπεύσεως της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη για την κατάρτιση συμβάσεων ναυτικής ασφαλίσεως στο όνομα της, ούτε η δυνατότητα της δεύτερης εναγομένης να εκδίδει εφάπαξ εκδιδόμενα πιστοποιητικά ασφαλίσεως, γεγονός το οποίο και η ίδια, σε ανύποπτο χρονικό σημείο (21-12-2007), γνωστοποιεί στην ενάγουσα ("Τhis document be replaced by the original insurance policy once issued by the Underwriter").
Άλλωστε θα ήταν παράλογο επιχειρηματικά εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε όλο τον κόσμο να "διασκορπίζουν" εξουσίες και δυνατότητες που ανήκουν σ’ αυτές σε πολυάριθμα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία να τις δεσμεύουν έναντι τρίτων με λίαν σοβαρές οικονομικές συνέπειες στις περιπτώσεις επελεύσεως των ασφαλιστικών περιπτώσεων, αντί να επιλέγουν την καθιερωμένη και αποδεκτή από τις συναλλαγές λύση της εντάξεως στη δραστηριότητα τους των ασφαλειομεσιτικών επιχειρήσεων ή εταιρειών.
Περαιτέρω, από τα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι, ενώ η δεύτερη σύμβαση ασφαλίσεως ήταν σε ισχύ, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../11-06-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. Α., που καταχωρήθηκε με αριθμούς ...2008 (γενικό) και .../2008 (ειδικό) στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο φύλλο ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ (.../17-06-2008), οι εταίροι της ενάγουσας μεταβίβασαν τα εταιρικά τους μερίδια στον Ι.
Π. του Κ. και αποχώρησαν από την εταιρεία, η οποία, ως εκ του γεγονότος τούτου, μετατράπηκε σε μονοπρόσωπη, με την επωνυμία "... ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "...". Το γεγονός της μεταβιβάσεως όλων των εταιρικών μεριδίων της ενάγουσας στον Ι. Π. του Κ. και της αλλαγής της εταιρικής της μορφής έγιναν γνωστά στη δεύτερη εναγομένη εφόσον γι’ αυτό ενημερώθηκε ο υπεύθυνος του γραφείου της στην Ελλάδα Σ.
Μ., ο οποίος μάλιστα παρευρέθηκε, ως προσκεκλημένος, σε εκδήλωση που έλαβε χώρα επί του πλοίου για την παρουσίαση των χώρων του μετά από ανακαίνιση του αλλά και για τη γνωριμία των σχετιζομένων με το αντικείμενο του γιώτινγκ με τον νέο πλοιοκτήτη. Ακολούθως, στις 31-08-2008 και περί ώρα 07:05’ , το πλοίο της ενάγουσας απέπλευσε από το λιμάνι των Σπετσών με προορισμό τη μαρίνα Καλαμακίου, έχοντας πενταμελές πλήρωμα και έξι επιβάτες.
Την 08:40’ ώρα και ενώ έπλεε τρία, περίπου, ναυτικά μίλια ανατολικά της νησίδας "…" εκδηλώθηκε πυρκαϊά στο μηχανοστάσιο του, η οποία, παρά τις προσπάθειες του πληρώματος με τη χρήση των πυροσβεστικών μέσων του πλοίου, αλλά και τη συνδρομή άλλων δυνάμεων με ίδια πυροσβεστικά μέσα, δεν κατέστη δυνατό να κατασβεσθεί και οδήγησε στη βύθιση του πλοίου περί ώρα 12:00’ λίγο νοτιότερα από το σημείο της αρχικής εκδηλώσεως της πυρκαϊάς.
Το περιστατικό αυτό, κατά το οποίο δεν υπήρξε βλάβη ή απώλεια ανθρώπινης ζωής, αφού διερευνήθηκε αρμοδίως, αξιολογήθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων (Α.Σ.Ν.Α.) και χαρακτηρίστηκε, με την υπ’ αριθμ. ...04-2009 έκθεση του, ως ναυτικό ατύχημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 ν.δ. 712/1970 "περί διοικητικού ελέγχου του ναυτικού ατυχήματος", οφειλόμενο σε ανεξακρίβωτα αίτια.] Ακολούθως, μετά, δηλαδή, τη βύθιση του πλοίου, το ατύχημα γνωστοποιήθηκε στις εναγόμενες και η πρώτη εναγομένη έκανε εξαρχής γνωστή τη θέση της ότι δεν θα συζητούσε το θέμα της καταβολής του ασφαλίσματος πριν αποφανθεί το Α.Σ.Ν.Α., ολοκληρώσει την έρευνα του ο τεχνικός της σύμβουλος και διερευνήσει το συνολικό νομικό πλαίσιο ο νομικός της σύμβουλος, αφήνοντας τη δεύτερη εναγομένη στο περιθώριο, σχεδόν, των επαφών και ενεργειών, πλην της σχετικής με την εξεύρεση και την παροχή οδηγιών στον τεχνικό σύμβουλο της.
Μετά την πάροδο περίπου ενός έτους από το συμβάν, ο Ι. Π. για λογαριασμό της ενάγουσας ζήτησε από τον υπεύθυνο του γραφείου της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα Σ. Μ. να "πιέσει" τους αρμόδιους της πρώτης εναγομένης προς την κατεύθυνση της καταβολής του ασφαλίσματος ενόψει της παρόδου ικανού χρονικού διαστήματος και της εκδόσεως της εκθέσεως του Α.Σ.Ν.Α..
Τότε για πρώτη φορά οι αρμόδιοι της πρώτης εναγομένης έθεσαν το θέμα της αλλαγής της εταιρικής μορφής της ενάγουσας, χωρίς να προκύπτει αν, για το γεγονός αυτό, έλαβαν γνώση από τη δεύτερη εναγομένη ή τον νομικό τους σύμβουλο στην Ελλάδα. Για να αποσείσει πιθανές ευθύνες της για το γεγονός της μη ενημερώσεως της πρώτης εναγομένης σχετικά με το προαναφερόμενο κρίσιμο περιστατικό, η δεύτερη εναγομένη επικαλέστηκε ότι και αυτή δεν είχε ενημερωθεί από την ενάγουσα "επισήμως και εγγράφως", πλην όμως αναγνώρισε ότι η εκ μέρους της μη ενημέρωση της πρώτης εναγομένης για όσα είχαν περιέλθει σε γνώση της συνιστούσε παράλειψή της.
Ωστόσο συνηγόρησε για την καταβολή του ασφαλίσματος στην ενάγουσα επικαλούμενη σειρά επιχειρημάτων, σύμφωνα με τα οποία η γενομένη αλλαγή είχε τυπικό χαρακτήρα και ουδόλως επηρέασε τις κύριες παραμέτρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, έτσι ώστε η επίκληση του προαναφερομένης παραλείψεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης να οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα για την ασφαλισμένη πρώτη ενάγουσα.
Όμως η συνηγορία αυτή της δεύτερης εναγομένης υπέρ της ενάγουσας δεν επέφερε αποτελέσματα διότι η πρώτη εναγομένη, έχοντας επαρκές έρεισμα να αποστεί από τη σύμβαση και να αποφύγει την καταβολή του υψηλού ασφαλίσματος, δεν ενέδωσε σχετικά και με επιστολή της από 09-09-2009 προς την ενάγουσα δήλωσε δικαιωματικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν υπό στοιχείο V, την άρνηση της να καταβάλει το ασφάλισμα λόγω της αναδρομικής ακυρώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως εξαιτίας της μεταβολής του προσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, την οποία δεν πληροφορήθηκε και στην οποία δεν συνήνεσε.
Επομένως, ενόψει των ανωτέρω αποδεικτικών παραδοχών και συμπερασμάτων, η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή της κύριας βάσεως (αιτιάσεως) του πρώτου λόγου εφέσεως πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος που προσβλήθηκε, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να αναδικαστεί η αγωγή, στο πλαίσιο δε της αναδικάσεως να εξεταστούν (αναγκαίως) οι αιτιάσεις που περιέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 28-02-2014 εφέσεως, δηλαδή της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, στην οποία συγκαταλέγεται και η αιτίαση για κακή εκτίμηση της ιδιότητας ενεργείας της δεύτερης εναγομένης στο πλαίσιο συνάψεως και λειτουργίας της ένδικης συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως.
Αναφορικά, τέλος, με τον τέταρτο λόγο εφέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενεργώντας δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211, 334 και 922 ΑΧ, άλλως εφήρμοσε αυτές αλλ’ εσφαλμένα, πρέπει να λεχθεί ότι ατελεσφόρως προβάλλεται διότι αντίκειται στη βασική παραδοχή του πρώτου λόγου εφέσεως, η οποία και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο τούτο, ότι εφαρμοστέο δίκαιο στην ένδικη υπόθεση δεν είναι το ελληνικό.
Περαιτέρω, η αναδικαζομένη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη".
4. Έτσι κρίνοντας η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του ουσιαστικού γερμανικού δικαίου δεχθείσα , ότι τα αναφερόμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά υπάγονται στις διατάξεις της προμνησθείσας Οδηγίας της Ε.Ε., ενώ με το άρθρο 1 π18998αρ.1 της Οδηγίας αυτής θεσπίζονται κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκαταστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος.
Η ως άνω Οδηγία δεν αποτελεί τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου γιατί έχει ως αντικείμενο την άρση των εμποδίων ως προ την ελεύθερη εγκατάστασή τους, δεν χαρακτηρίζει τις έννομες σχέσεις που συνδέουν τα πρόσωπα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή με εκείνα του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου καταλίποντας τούτο στον εθνικό νομοθέτη.
Επομένως εσφαλμένα δέχθηκε ότι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου είναι το περιεχόμενο της οδηγίας ενώ από το όλο κείμενο αυτής δεν ρυθμίζεται το κρίσιμο ζήτημα αν η δεύτερη εναγομένη αντιπροσωπεύει την πρώτη εναγομένη και αν η γνώση της ισοδυναμεί με γνώση της ασφαλίστριας . Δεν αναφέρει και δεν προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι η προσβαλλόμενη στήριξε την κρίση της(και) σε άλλους κανόνες πλην της Οδηγίας (και ποιους του εφαρμοστέου γερμανικού δικαίου).Η προσβαλλόμενη έπρεπε να εφαρμόσει τους ουσιαστικούς κανόνες του γερμανικού ιδιωτικού δικαίου το οποίο δεν έπραξε γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός 3ος λόγος αναίρεσης (παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του τρίτου λόγου),να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούμενο από διαφορετικούς δικαστές(άρθρο 580 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα(αρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ)και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ( αρθρ.179 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την 51/2016 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την 295/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά (Ναυτικό Τμήμα).
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Τριμελές Εφετείο Πειραιά, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ