Legislator Case Law & Legislation
1931/2013 AI generated

Supreme Court dismisses National Bank's appeal for failure to address abuse of right claim in appeal proceedings.

Case Number 1931/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The bank argued the lower court failed to address its claim of abuse of right, but the court found the claim was not sufficiently restated in the appeal brief. Consequently, the court ruled that the lower court's omission did not constitute a legal error warranting the appeal's success.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 19, Art. 559 para. 8b of the Code of Civil Procedure; An appeal for non-consideration of a claim is only admissible if the claim was clearly and legally restated in the appeal brief with reference to the first-instance pages, and the lower court's failure to respond to a vaguely restated claim does not constitute a violation.

Keywords

AI generated
abuse of right claim appeal brief requirements non-consideration of claim legal error standard Civil Procedure Code restatement of arguments dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8b of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1931 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1931/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύεις την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αγγελικής Αρβανιτίδου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Θ. και 2. Θ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο και Καλλιόπη Μακρίδου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. καταθ. 8959/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27128/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2814/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 22-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το αρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το αρθ. 559 αριθμ.19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Περαιτέρω, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως των μερών είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι υπάρχει κενό στην ένδικη μισθωτική σύμβαση, αναφορικά με το ποιες παρεμβάσεις θα χαρακτηρίζονται από τα μέρη σοβαρές, ώστε να υποχρεούται η εναγομένη-μισθώτρια-νυν αναιρεσείουσα σε αποκατάστασή τους και ότι ερμηνεύοντας τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, κατ' εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παρεβίασε αυτούς, δεχόμενο ότι η αποξήλωση των αλουμινίων και των υαλοπινάκων στην όψη του καταστήματος, καθώς και η αποξήλωση της σιδερένιας σκάλας, που συνέδεε το ισόγειο με το πατάρι αποτελούν σοβαρές παρεμβάσεις, για την αποκατάσταση των οποίων υποχρεούται η εναγομένη-μισθώτρια.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-νυν αναιρεσίβλητοι, με το από 7-4-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσαν στην εναγομένη (Εθνική Τράπεζα Ελλάδος) ένα ακίνητο, ευρισκόμενο στη Θεσσαλονίκη, για να στεγάσει η τελευταία υποκατάστημά της. Ότι η μίσθωση, παραταθείσα με διαδοχικά συμφωνητικά, μέχρι την 1-11-2014, λύθηκε την 1-5-2005, οπότε η εναγομένη μισθώτρια, μετά την από 1-12-2004 γενομένη καταγγελία, παρέδωσε το μίσθιο στους ενάγοντες-εκμισθωτές, οι οποίοι απέκρουσαν αυτήν.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι: "στον όρο 10 του από 30.10.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, ορίζεται ότι "η μισθώτρια, από την ημέρα της μίσθωσης του καταστήματος, που είναι συνήθους κατασκευής, έχει το δικαίωμα καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης να προβαίνει σε κάθε είδους διασκευές, επισκευές, καθαιρέσεις τοίχων και συντηρήσεις του μισθίου στο σύνολό του, εσωτερικά και εξωτερικά, χωρίς να θίγει τον φέροντα οργανισμό του κτιρίου.

Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι η μισθώτρια μπορεί να τοποθετήσει φωτεινές ή άλλες επιγραφές, συναφείς με τις εργασίες της σ' όλο το ανάπτυγμα της πρόσοψης του μισθίου, όπως επίσης και σιδερένιο στήριγμα για τον ιστό της σημαίας κ.τ.λ., εσωτερικά, δε, να κατασκευάσει ιδιαίτερους χώρους για αρχείο, w.c. κλπ.". Εξάλλου, στον όρο 11 του ίδιου συμφωνητικού, αναφέρεται ότι "Η μισθώτρια δεν υποχρεούται να επαναφέρει το μίσθιο στην προηγούμενή του κατάσταση, εκτός αν πρόκειται για σοβαρή παρέμβαση (π.χ.

γκρέμισμα τοίχου), οπότε υποχρεούται να την αποκαταστήσει, δικαιούμενη όπως κατά την οπωσδήποτε αποχώρησή της από το μίσθιο πάρει από αυτό κάθε είδους εγκατάσταση και γενικά κάθε αντικείμενο που έχει τοποθετηθεί με δαπάνες της στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της παραμονής της σ' αυτό, εξ αιτίας της μίσθωσης.

Εξάλλου, κάθε διασκευή και κατασκευή που δεν μπορεί να αποκομισθεί από το μίσθιο, χωρίς ουσιαστική βλάβη αυτού, παραμένει προς όφελος του μισθίου, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης της μισθώτριας". Το Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι υπάρχει κενό στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης, αναφορικά με τις παρεμβάσεις που θα χαρακτηρίζονται από τα μέρη σοβαρές, ώστε να υποχρεούται η μισθώτρια σε αποκατάστασή τους, προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, στην αρχή της παρούσας, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σοβαρές παρεμβάσεις στο μίσθιο θεωρούνται, σύμφωνα με τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων μερών, το γκρέμισμα τοίχου στο μίσθιο, όπως το αναφέρουν ενδεικτικά, αλλά και κατ' επέκταση και το χτίσιμο τοίχου.

Όλες αυτές τις πιο πάνω παρεμβάσεις, δηλαδή, τόσο το γκρέμισμα κάποιου τοίχου, όσο και το χτίσιμο κάποιου τοίχου, οφείλει η μισθώτρια να τις αποκαταστήσει. Όλες οι άλλες παρεμβάσεις πρέπει να θεωρηθούν διασκευές, δεδομένου ότι σε αυτές ενδεικτικά αναφέρεται ότι η μισθώτρια δικαιούται να κατασκευάσει (και όχι να χτίσει) ιδιαίτερους χώρους για αρχείο, w.c.

κλπ., τις οποίες η μισθώτρια δεν υποχρεούται να τις αποκαταστήσει η εναγομένη, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και προς το σκοπό καλύτερης εξυπηρέτησης των αναγκών της, προχώρησε σε μετατροπές, διαρρυθμίσεις, αποξήλωσεις και κτίσιμο πρόσθετων εγκαταστάσεων. Ειδικότερα : 1) Στις όψεις του μισθίου αποξήλωσε όλα τα αλουμίνια που ήταν τοποθετημένα περιμετρικά, καθώς και τους υαλοπίνακες και έκτισε τα ανοίγματα με τοιχία πληρώσεως.

Για την καθαίρεση των όψεων που κτίσθηκαν από την εναγομένη (τοιχία πληρώσεως, είσοδος, θυρίδες κλπ.), οι ενάγοντες θα αναγκαστούν να δαπανήσουν συνολικά το ποσό των 18.200 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην απόφαση 2) αποξήλωσε ολοσχερώς σιδερένια σκάλα, η οποία συνέδεε το πατάρι με το ισόγειο, αξίας 4.000 ευρώ.

Επί πλέον, για την έκδοση της απαιτουμένης από το νόμο οικοδομικής άδειας ανακατασκευής και σχετικής άδειας του Δήμου Θεσσαλονίκης, για χρήση πεζοδρομίου, θα απαιτηθεί συνολικά το ποσό των 5.000 ευρώ, ήτοι, για αμοιβή μηχανικού = 4.620,40 ευρώ, για εισφορές = 152,41 ευρώ, για ανταπ. τέλος = 27,53 ευρώ, για Ι.Κ.Α. (προκαταβολή) 15,23 ευρώ, για ΤΣΜΕΔΕ = 124,73 ευρώ και για άδεια Δήμου = 59,69 ευρώ (βλ.

την από 7.2.2006 σύνταξη αναλυτικού προϋπολογισμού του έργου του πολιτικού μηχανικού Γεωργίου Παράσχου προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα)". Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αυτό ορθώς εκτιμάται από νοηματική άποψη, ότι οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις είναι σοβαρές, ότι η εναγομένη-μισθώτρια υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα απαιτούμενα για την αποκατάστασή τους ποσά και ότι η αγωγή είναι βάσιμη κατ' ουσία και πρέπει να γίνει, εν μέρει δεκτή.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις διατάξεις των αρθ. 173 και 200, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Εξάλλου, υπό τις ως άνω παραδοχές και υπό την ως άνω κρίση του, το Εφετείο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα (ότι οι γενόμενες από την εναγόμενη-μισθώτρια επίδικες παρεμβάσεις είναι σοβαρές και ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες-εκμισθωτές τα απαιτούμενα για την αποκατάστασή τους ποσά) και επομένως ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται η από το αρθ.559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του αρθ.240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την επαναφορά, στην κατ' έφεση δίκης, ισχυρισμού που υποβλήθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, απαιτείται επανυποβολή αυτού, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με σύντομη περίληψη του ισχυρισμού και με αναφορά στις σελίδες των προτάσεων του πρώτου βαθμού, στις οποίες αυτός περιέχεται. Η απλή και μόνον αναφορά, με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, στις προτάσεις της προηγούμενης δίκης, δεν καλύπτει τις απαιτήσεις του αρθ. 240 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν) πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και να είναι νόμιμος. Επομένως, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό απαραδέκτως προβληθέντα δεν ιδρύει τον λόγο αυτό.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ .8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την εναγομένη νυν αναιρεσείουσα και επαναφερθέντα, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, ισχυρισμό-ένσταση εκ του αρθ. 281 ΑΚ. Από την, παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των κατατεθεισών ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της εναγομένης - εφεσιβλήτου - νυν αναιρεσείουσας προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτό γίνεται απλή και μόνον αναφορά, κατά τρόπο όλως επιγραμματικό, ότι, μεταξύ των άλλων ισχυρισμών, επαναφέρεται ..:

ΣΤ. "Επικουρικά η κρινόμενη αγωγή ασκείται κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, χωρίς να γίνεται ουδεμία άλλη αναφορά, έστω κατά τρόπο περιληπτικό, των περιστατικών που είχαν προταθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού (ένστασης) και επίσης, χωρίς καμία αναφορά στις σελίδες των προτάσεων του πρώτου βαθμού, στις οποίες ο ισχυρισμός αυτός περιείχετο και χωρίς ενσωμάτωση των προτάσεων αυτών, στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, η ένσταση αυτή, περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος απαραδέκτως επαναφέρθηκε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου, το οποίο, παραλείποντας να απαντήσει επ' αυτής, δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2010 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2814/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ