Legislator Case Law & Legislation
1931/2007 AI generated

1931/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1931/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 362/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών, η οποία αναιρέθηκε με την 1273/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 705/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 322/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιουλίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1931/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή το δικαίωμα της καταγγελίας επαγγελματικής μισθώσεως για ιδιόχρηση του μισθίου υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Keywords

AI generated
unfair commercial practices non-implementation of the offending agreements franchise agreements eviction of commercial premises public takeover bid unlawful expropriation
AI generated
2140/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
941/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28/2/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 1/6/1999 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2006 αίτησή της.
530/2011
Από τις διατάξεις των άρθρ.
1164/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2002 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/2/2002 αίτησή του.
2163/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1931 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1931/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ........ και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπηλιάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 362/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών, η οποία αναιρέθηκε με την 1273/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 705/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 322/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιουλίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 29 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος, λόγου της αναιρέσεως όσον αφορά την εφετειακή απόφαση και την απόρριψη των άλλων λόγων ως προς αμφότερες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 322/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση υποθέσεως, που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της εφέσεως και της υποθέσεως, όπως εν προκειμένω, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Επειδή το δικαίωμα της καταγγελίας επαγγελματικής μισθώσεως για ιδιόχρηση του μισθίου υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικώς κάποιο δικαίωμα, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε, όχι μόνο δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, λαμβανομένων υπόψη και των συμφερόντων του ιδίου, αλλά αντίθετα χωρεί κατά τρόπο, ο οποίος επάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών και σκοπών, που διαλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι΄ έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει η αντίφαση ή η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της αποφάσεως να αφορά ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Η θεσπιζομένη με τη διάταξη αυτή δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής αφορά τα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άνω άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρ. 262 Κ.Πολ.Δ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ (Ολ.

ΑΠ 88/1980, ΑΠ 38/2004). Εντεύθεν ακολουθεί, ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος προς θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια.

Αλλά, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα άλλα επικληθέντα περιστατικά της ενστάσεως, όμως τα απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο αναιρετικός λόγος για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας παρέχεται μόνο, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την εις αυτούς υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, όχι και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως, βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, με την αγωγή του, που επιδόθηκε στους εναγομένους την 19.2.2003, κατήγγειλε τη μίσθωση για ιδιόχρηση του μισθίου από τον ίδιο (άρθρα 15, 16 επ.

του π. δ/τος 34/1995) και ειδικότερα προκειμένου να ασκήσει αυτός στο μίσθιο κατάστημα την ίδια επιχείρηση καφέ - μπαρ που ασκούν οι εναγόμενοι. Η 362/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς το μη αναιρεθέν μέρος της, δέχθηκε τα εξής: α) Ότι η καταγγελία αυτή είναι νόμιμη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του π.

δ/τος 34/1995, αφού ο ενάγων έχει την πρόθεση και τη δυνατότητα ιδιοχρήσεως του μισθίου με την άσκηση σ' αυτό από τον ίδιο της ανωτέρω εμπορικής δραστηριότητας, ενώ δεν απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπό του και η προϋπόθεση της ασκήσεως εμπορικού επαγγέλματος ή δραστηριότητας επί τριάντα μήνες προ της καταγγελίας για το λόγο ότι το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται το μίσθιο έχει αποκτήσει ο εκμισθωτής με αγορά (υπ' αριθ. .........

μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμ/φου Λευκάδος Ακρ. Κερχαλά), αντί τιμήματος 50.000.000 δραχμών, που κάλυψε εξ ολοκλήρου με εισαχθέν από το εξωτερικό συνάλλαγμα. Και β) ότι ο ενάγων δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της παραπάνω καταγγελίας, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό αυτό η ανωτέρω απόφαση δέχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια παραίτηση του ενάγοντος, καθόσον τούτο δεν αποδεικνύεται από κανένα ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από πράξεις του ίδιου από τις οποίες να προκύπτει ανενδοιάστως σιωπηρή παραίτηση, πολλώ μάλλον που το αντίθετο (μη παραίτηση) προκύπτει από τις ακόλουθες ενέργειές του, ο οποίος α) το μήνα Ιούνιο του έτους 2001, ήτοι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, δήλωσε προφορικά στον πρώτο εναγόμενο ότι σκοπεύει να καταγγείλει τη μίσθωση για ιδιόχρηση, β) κατά τον ίδιο χρόνο (Ιούνιος 2001) αρνήθηκε να συμφωνήσει σε έγγραφη συμβατική παράταση της μισθώσεως, όπως αντιθέτως είχε πράξει με το από .........

ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως, αλλά και σε έγγραφη παραίτηση από το δικαίωμα του να καταγγείλει τη μίσθωση έως την παρέλευση δωδεκαετίας από την έναρξή τους, την ίδια δε στάση τήρησε ο ενάγων μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ γ) με το προαναφερθέν από .......... ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι παρέτειναν γραπτώς τη διάρκεια της μισθώσεως μόνον για δύο έτη, δηλαδή μέχρι την 1.6.2001, πράγμα που υποδηλώνει και τη βούληση του ενάγοντος να μην δεσμευθεί ως προς την μη καταγγελία της μισθώσεως για περαιτέρω χρόνο.

Έτσι, η παραπάνω απόφαση απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης των εναγομένων. Οι τελευταίοι πρόβαλαν πρωτοδίκως και τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας του ενάγοντος, ο οποίος απορρίφθηκε και επαναφέρεται με λόγο έφεσης. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος, πριν από τη συμβατική λήξη της μισθώσεως (1.6.2001) προέβη σε εργασίες ριζικής ανακαίνισης του μισθίου από το μήνα Οκτώβριο έως και τις παραμονές Χριστουγέννων του έτους 2000, δαπανώντας ποσό 70.000.000 δραχμών, που δεν αποσβέστηκε μέχρι την καταγγελία και ότι οι εν λόγω εργασίες έγιναν με τη συναίνεση του ενάγοντος, σε τρόπο ώστε να δημιουργηθεί σ' αυτούς η εύλογη πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα ασκήσει το ανωτέρω δικαίωμα του.

Ο λόγος αυτός της έφεσης των εναγομένων απορρίφθηκε με την ως άνω 362/2004 εφετειακή απόφαση, η οποία όμως αναιρέθηκε κατά το μέρος αυτό, γιατί περιείχε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ως προς την ένσταση αυτή, από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο έως τις παραμονές των Χριστουγέννων του έτους 2000, ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης του μισθίου, ήτοι επένδυση των εσωτερικών τοίχων του καταστήματος με γυάλινες επιφάνειες που περιείχαν οπτικές ίνες, κατασκευή ξύλινων εσωτερικών επιφανειών, πατώματος και κάβας ποτών, επένδυση εσωτερικής οροφής με ναυτικό χάρτη της ......

από βινύλιο, αγορά νέας επίπλωσης και κατασκευή τουαλετών και πέργκολας. Για τις εργασίες αυτές, που έγιναν εν γνώσει του ενάγοντος εκμισθωτή, οι εναγόμενοι δαπάνησαν το συνολικό ποσό των 35.000.000 δραχμών. Βέβαια αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, προσδιορίζουν τη δαπάνη αυτή στο ποσό των 70.000.000, πλην όμως δεν αποδεικνύεται το ύψος της αυτό, ούτε δικαιολογείται από τις εκτελεσθείσες εργασίες τους.

Η γενόμενη ως άνω δαπάνη των 35.000.000 δραχμών, όχι μόνο καλύφθηκε από την εκμετάλλευση του μισθίου εκ μέρους των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα από την πραγματοποίησή της (Δεκέμβριος 2000) μέχρι την απόδοση του μισθίου την 20.2.2004, που διατάχθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση κατά παράταση επί εξάμηνο του χρόνου επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας (άρθρο 28 π.δ/τος 34/1995), αλλά αντιθέτως οι τελευταίοι αποκόμισαν και σημαντικά κέρδη, που ήταν αυξημένα καθόσον, λόγω της ανακαινίσεως, επήλθε αύξηση της πελατείας της ασκούμενης στο ως άνω μίσθιο επιχειρήσεως.

Ειδικότερα, μέχρι το χρόνο της δαπάνης, η ανωτέρω επιχείρηση κέρδιζε ετησίως το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.367,57 € , ενώ από τότε και μέχρι την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας (20.2.2004) κέρδιζε ετησίως το ποσό των 30.000.000 δραχμών ή 88.041,09 €, καθόσον αυξήθηκε η πελατεία της, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, κατά ποσοστό τουλάχιστον 20%.

Έτσι, οι εναγόμενοι αποκόμισαν συνολικό κέρδος, κατά την ως άνω τριετία, ύψους τουλάχιστον 55.000.000 δραχμών ή 161.408,65 ευρώ (88.041,09 ευρώ Χ 3 χρόνια =264.123,27 - 102.714,60 ευρώ τα 35.000.000=161.408,65 ευρώ). Ενόψει τούτων και του γεγονότος, ότι η προηγηθείσα της καταγγελίας ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος εν σχέσει με τη μη παραίτησή του από το δικαίωμα της καταγγελίας, που ήταν γνωστή στους εναγομένους, δεν δικαιολογεί εύλογη πεποίθηση των εναγομένων ότι αυτός ενάγων) δεν θα ασκούσε το δικαίωμα αυτό, η ένδικη καταγγελία δεν παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη ως υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα προαναφερθέντα όρια, που τάσσει το άρθρο 281 ΑΚ στην άσκηση των δικαιωμάτων, μη προκαλούσα την έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος των εναγομένων μισθωτών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης μισθώσεως για ιδιόχρηση του μισθίου. Υπό τα γενόμενα δεκτά, ως άνω, πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ενόψει του ότι το Εφετείο δέχεται σαφώς, ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως έγινε μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της και τα αποτελέσματά της επήλθαν μετά πάροδο τριετίας από τη λήξη του χρόνου αυτού, ότι ο εκμισθωτής αναιρεσίβλητος δεν είχε παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του για καταγγελία της μισθώσεως λόγω ιδιοχρήσεως κατά το μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάστημα και τούτο ο μισθωτής πρώτος αναιρεσείων και η παραχωρησιούχος δεύτερη αναιρεσείουσα το γνώριζαν και ότι τα συνολικά κέρδη, που αποκόμισαν οι αναιρεσείοντες από την εκμετάλλευση της ασκουμένης στο μίσθιο ακίνητο επιχειρήσεως, κατά τη διάρκεια της τριετίας που μεσολάβησε από τη διενέργεια των δαπανών ανακαινίσεως του μισθίου έως την απόδοση αυτού, υπερκαλύπτουν την αξία των δαπανών αυτών κατά το ποσό των 55.000.000 δραχμών, ενώ δεν δέχεται ότι οι εν λόγω δαπάνες στο μίσθιο έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη του αναιρεσιβλήτου του, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίμαχου αγωγικού δικαιώματος, ενόψει και του ότι μόνο το γεγονός ότι η δαπάνη ανακαινίσεως του μισθίου, με βάση τα αριθμητικά δεδομένα, που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποσβέστηκε κατά την ανωτέρω τριετία εκμεταλλεύσεως του μισθίου από τα επιπλέον κέρδη, που οι αναιρεσείοντες αποκόμισαν εξαιτίας της ανακαινίσεώς του κατά την περίοδο αυτή, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση από τον εκμισθωτή αναιρεσίβλητο του δικαιώματος για καταγγελία της μισθώσεως λόγω ιδιοχρήσεως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ κι΄ εντεύθεν αβάσιμη την αγωγή του για απόδοση του μισθίου.

Επομένως, το τελευταίο τούτο ζήτημα (μη απόσβεση των δαπανών από τα επιπλέον εξ αιτίας της ανακαινίσεως κέρδη της επιχειρήσεως) ενόψει όλων των άνω παραδοχών του Εφετείου δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι΄ έτσι οι επικαλούμενες με το αναιρετήριο αντιφάσεις και ανεπάρκειες στις σχετικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης δεν στοιχειοθετούν την πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Ακόμη, οι λοιπές ως άνω παραδοχές του Εφετείου, που στηρίζουν αυτοτελώς και επαρκώς το ανωτέρω απορριπτικό της εν λόγω ένστασης αποδεικτικό πόρισμα, είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις. Άρα, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση μη συμμορφώσεως του δικαστηρίου της παραπομπής όσον αφορά σε συγκεκριμένα κριθέντα από την αναιρετική απόφαση νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως.

Περαιτέρω, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, καθώς και με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, της αναιρέσεως, κατ΄ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη και άλλα περιστατικά, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματος καταγγελίας της μισθώσεως για ιδιόχρηση και δη ότι ο εκμισθωτής αναιρεσίβλητος, τον Σεπτέμβριο του 2001, που έληξε ο συμβατικός χρόνος της μισθώσεως, απαίτησε και έλαβε αύξηση του μισθώματος κατά ποσοστό 20% περίπου έναντι της μέχρι τότε συμφωνημένης αυξήσεως κατά ποσοστό 8%, προκειμένου να παραιτηθεί του ως άνω δικαιώματος για ιδιόχρηση μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας στη χρήση του μισθίου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή, ότι η προηγηθείσα της καταγγελίας συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που εκτίθεται στις παραδοχές του Εφετείου κατά τα προεκτιθέμενα, και σχετίζεται με την επικληθείσα και μη αποδειχθείσα παραίτησή του, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, από το δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως για ιδιόχρηση δεν δικαιολογεί εύλογη πεποίθηση των αναιρεσειόντων, ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα αυτό και έτσι δεν καθιστά καταχρηστική την άσκησή του με την αγωγή.

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 11 και όχι 10, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι κατέληξε στην κρίση του περί απορρίψεως του ανωτέρω ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, χωρίς να λάβει υπόψη την περί αυτού δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθ΄ όσον αφορά τα δύο πρώτα αποδεικτικά μέσα, προεχόντως, ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες, αντιστοίχως, δεν ισχυρίζονται ότι είχαν επικαλεστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τη δικαστική αυτή ομολογία του αντιδίκου τους και δεν προσδιορίζουν τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, όσον αφορά δε το τρίτο αποδεικτικό μέσο ως αβάσιμος, διότι στην απόφαση διαβεβαιώνεται ρητώς, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των εξετασθέντω μαρτύρων, και επίσης από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του.

Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους πιο πάνω δυο λόγους αναιρέσεως ,. είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, με το να μη δεχθεί το Εφετείο, ότι η γνώση και ανοχή του αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή για την πραγματοποίηση εκ μέρους των αναιρεσειόντων πολύ σημαντικών επωφελών δαπανών στο μίσθιο λίγο πριν από τη συμβατική λήξη της μισθώσεως, καθώς και η γενόμενη υπέρογκη αύξηση του μισθώματος ήταν ικανές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δημιουργήσουν και δημιούργησαν πράγματι στους αναιρεσείοντες την εύλογη πεποίθηση, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα ασκούσε μέχρι της λήξεως της μισθώσεως το δικαίωμα ιδιοχρήσεως του μισθίου, και ν' απορρίψει εντεύθεν την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της αποδιδομένης στην απόφαση πλημμέλειας της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου (Κ.Πολ.Δ 561 παρ. 1).

Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ.1 και 2 του π.δ. 34/1995, σε περίπτωση καταγγελίας της μισθώσεως για ιδιόχρηση (αρθρ.16 και 17) ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή αποζημίωση ίση με το κατά τον χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα δέκα έξι μηνών. Το δικαστήριο όμως, εκτιμώντας τις ειδικές συνθήκες, μπορεί, αν το ζητήσει ο μισθωτής, να αυξήσει το ποσό της αποζημιώσεως έως τριάντα μηνιαία μισθώματα.

Κατά τη διάταξη δε της παρ.3 του ίδιου άνω άρθρου, στην περίπτωση που το μίσθιο αποκτήθηκε, είτε αυτό το ίδιο είτε το οικόπεδο, στο οποίο είχε ανεγερθεί, από τον εκμισθωτή ή τα τέκνα ή τη σύζυγό του, με αγορά με συνάλλαγμα, που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, το οποίο αντιστοιχεί στα δυο τρίτα της αξίας τους ή η αξία τους έχει καλυφθεί κατά το ίδιο ποσοστό με συνάλλαγμα, που έχει εισαχθεί, οι αποζημιώσεις, που οφείλονται κατά τις δύο προηγούμενες παραγράφους, περιορίζονται στο μισό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 του ίδιου άνω π.δ. 35/1995, αν ο εκμισθωτής ασκήσει στο μίσθιο, μέσα σε ένα έτος από της αποδόσεώς του, επιχείρηση όμοια με εκείνη που ασκούσε ο μισθωτής, η οφειλόμενη (βασική) αποζημίωση είναι ίση με τα μισθώματα τριάντα μηνών, το δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις ειδικές συνθήκες, μπορεί να αυξήσει το ποσό της αποζημιώσεως έως σαράντα μηνιαία μισθώματα.

Από τη γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου προκύπτει, ότι με τα οριζόμενα σ' αυτό δεν θίγεται η διάταξη της παραγρ.3 του προηγουμένου άρθρου 29, κατά την οποία σε περίπτωση αποκτήσεως του μισθίου με συνάλλαγμα, που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, το ποσό της αποζημιώσεως περιορίζεται στο μισό της οφειλομένης γενικώς αποζημιώσεως.

Επομένως, η τελευταία αυτή διάταξη έχει εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 30, που καθορίζει το ποσό της αποζημιώσεως για την περίπτωση ασκήσεως στο μίσθιο επιχειρήσεως όμοιας με εκείνη, που ασκούσε σ' αυτό ο μισθωτής. Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι, όταν στο μίσθιο, το οποίο έχει αποκτηθεί με συνάλλαγμα από το εξωτερικό, ασκηθεί επιχείρηση όμοια με εκείνη που ασκούσε σ' αυτό ο μισθωτής, το ποσό της αποζημιώσεως περιορίζεται στο μισό και είναι ίσο με δέκα πέντε μηνιαία μισθώματα, που μπορεί να αυξηθούν, εάν το ζητήσει ο μισθωτής και συντρέχουν ειδικές συνθήκες, έως είκοσι μηνιαία μισθώματα.

Η ρύθμιση αυτή προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων και είναι σύμφωνη προς τη βούληση του νομοθέτη, ο οποίος, για να προσελκύσει μεν κεφαλαία από το εξωτερικό, περιόρισε την αποζημίωση στο μισό, για να αποδώσει δε στο μισθωτή ένα μέρος τουλάχιστον από την ωφέλεια, που ο εκμισθωτής θα αποκομίσει από την άσκηση στο μίσθιο επιχειρήσεως όμοιας με εκείνη, που ασκούσε ο μισθωτής, αύξησε τα όρια της αποζημιώσεως.

Η ίδια αυτή ρύθμιση δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, οι οποίες επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο δεν μπορεί να τη στερηθεί παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.

Διότι με τις διατάξεις αυτές προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα, εφόσον έχουν αναγνωριστεί δικαστικώς ή είναι γεγεννημένα κατά το εθνικό δίκαιο ή υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς (Ολ.ΑΠ 40/1998, ΑΠ 478/2006, 1780/2005), έτσι ώστε δεν μπορεί, κατ' αρχήν, ο κοινός νομοθέτης να επέμβει εκ των υστέρων και να καταργήσει ή να περιορίσει τα δικαιώματα αυτά.

Δεν εμποδίζεται, όμως, αυτός από τις πιο πάνω διατάξεις, κατά την απονομή ενοχικών δικαιωμάτων και ειδικότερα απαιτήσεων, να θέτει προϋποθέσεις αλλά καιπεριορισμούς στη χορήγηση τους, όταν μάλιστα αυτοίθεραπεύουν το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να ανατρέπεται η εύλογη και δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δημόσιου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος της προστασίας της περιουσίας του προσώπου.

Τούτο συμβαίνει και επί των προαναφερθεισών αποζημιώσεων του μισθωτή για τη γενόμενη από τον εκμισθωτή καταγγελία της μισθώσεως λόγω ιδιοχρήσεως, κατά την απονομή των οποίων με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του π.δ. 34/1995 (αλλά και με τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος ν.813/1978) τέθηκε, με την παρ.3 του πρώτου άρθρου, ο περιορισμός των αποζημιώσεων αυτών στο μισό σε περίπτωση αποκτήσεως του μισθίου με συνάλλαγμα από το εξωτερικό για εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προσέλκυση στη χώρα κεφαλαίων από το εξωτερικό, ο οποίος, έτσι, με τον τρόπο και το λόγο που επιβλήθηκε, δεν συνεπάγεται τη στέρηση περιουσίας του μισθωτή, που απαγορεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού δεν υπήρχε γεννημένο ή προσδοκώμενο ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα που να φαλκιδεύεται με τον πιο πάνω περιορισμό.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, ή οποία συντελείται, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα έννοιας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με τη μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.

Συνακόλουθα, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, με το να δεχθεί κτήση του μισθίου με αγορά με συνάλλαγμα που είχε εισαχθεί από το εξωτερικό και άσκηση όμοιας επιχειρήσεως και στη συνέχεια να κρίνει ότι και στις αποζημιώσεις του άρθρου 30 του π.δ. 34/1995 έχει εφαρμογή ο περιορισμός, που τίθεται με τη διάταξη της παρ.3 του προηγουμένου άρθρου 29, και με βάση την κρίση της αυτή να καθορίσει την καταβλητέα για τη γενόμενη από τον αναιρεσίβλητο καταγγελία της μισθώσεως λόγω ιδιοχρήσεως αποζημίωση στο μισό του ανώτατου ορίου της οφειλομένης εκ 40 μηνιαίων μισθωμάτων ήτοι σε 20 μηνιαία μισθώματα, παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες δεν εφήρμοσε, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2005 αίτηση των Χ1 και ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".............Ο.Ε" για αναίρεση της 705/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ