Supreme Court dismisses appeal on forged check fraud, upholding lower court's finding of lack of consent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to annul a payment order based on a forged check. The lower court found that the check was fraudulently completed without the original holder's consent, rendering the subsequent transfer invalid. Consequently, the Supreme Court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with an appeal hearing despite the appellant's absence if legally summoned, and it must reject an appeal based on forgery when the court has clearly established the lack of consent and the fraudulent nature of the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1931 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1931/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: . Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2. Ψ2 θυγ. Ψ4 και 3. Ψ3 ως κληρονόμοι του Ψ4. Εκπροσωπήθηκαν οι 2η και 3ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ασημακόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη από αυτούς (Ψ1) απεβίωσε την 5-11-2006 και κληρονομήθηκε από τους 2η και 3ο, οι οποίοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-1999 ανακοπή του αρχικού ανακόπτοντος Ψ4 , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21523/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2003 μη οριστικής και 3332/04 οριστικής του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων επί της οποίας εκδόθηκε η 987/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 6-7-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι- καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-4-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των καλούντων- αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 6-7-2006 κλήση η κρινόμενη από 25-2-2005 αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση της υπ΄ αριθ. 987/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. 5288/24-7-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 6-7-2006 κλήσεως προς συζήτηση μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, ο οποίος (αναιρεσείων) είχε επισπεύσει τη συζήτηση της κρινομένης αναιρέσεως κατά την προηγούμενη συζήτηση (12-4-2006) με κοινοποίηση αυτής στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 5228Γ΄/19-12-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....
και τις από 6-12-2005 και 19-12-2005 επισημειώσεις του ιδίου δικαστικού επιμελητού επί αντιγράφων της αιτήσεως αναιρέσεως, τα οποία έγγραφα προσκομίζουν και επικαλούνται κατά το παρόν στάδιο οι αναιρεσίβλητοι. Επομένως αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ΄ αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπήρξε αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της με αριθμ. .... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου ...., στις 6 Νοεμβρίου 2006 απεβίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 χήρα Ψ4, η οποία, όπως αποδεικνύεται από το νόμιμα προσκομιζόμενο με αριθ. ..... πιστοποιητικό του Δήμου .... κατέλιπε κατά το θάνατό της μόνους πλησιέστερους συγγενείς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ήτοι την θυγατέρα της Ψ2 και τον υιόν της Ψ3 . Επομένως, οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω του θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ.
ΑΠ 24/1992). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα :
Επί της από 28.5.1999 αιτήσεως του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 εκδόθηκε σε βάρος του Ψ4 δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, και του μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη Ζ1 η υπ' αριθ. 15145/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον πρώτο το ποσό των 4.100.000 δρχ.
Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τη μεταχρονολογημένη με αριθμό .... επιταγή, φέρουσα ημερομηνία έκδοσης την .... για ποσό 4.100.000 δρχ., πληρωτέα στη Θεσσαλονίκη εκ μέρους της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας (υποκατάστημα Τριανδρίας), με χρέωση του με αριθμό .... λογαριασμού του φερομένου ως εκδότη αυτής, ήδη ανακόπτοντος, Ψ4 σε διαταγή του μη διαδίκου Ζ1 η οποία μεταβιβάσθηκε με λευκή οπισθογράφηση στον αναιρεσείοντα Χ1.
Την ως άνω επιταγή αφήρεσε δόλια με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως ο ανωτέρω Ζ1 από την κατοχή του ανακόπτοντος και εκκαλούντος Γεωργίου Χριστοφίδη (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) και στη συνέχεια συμπλήρωσε αυτή με τα ως άνω στοιχεία θέτοντας στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανακόπτοντος, καταρτίζοντας έτσι πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει την πληρώτρια Τράπεζα για την κανονικότητα της έκδοσης αυτής.
Με βάση αυτά έκρινε το Εφετείο ότι, αφού η ένδικη υπογραφή επί της επιταγής τέθηκε χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του ανακόπτοντος Ψ4 ο τελευταίος δεν καθίσταται οφειλέτης της ένδικης επιταγής λόγω μη ύπαρξης δήλωσης βούλησης και με την περαιτέρω σκέψη ότι η ένσταση πλαστογραφίας προτείνεται εναντίον κάθε κομιστή της επιταγής, ήτοι τόσο του καλής, όσο και του κακής πίστεως τοιούτου, ακύρωσε, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης και της ανακοπής, την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ανακόπτων (Ψ4) παρέδωσε στον Ζ1 "λευκή" την επίδικη επιταγή με τη ρητή συμφωνία και εξουσιοδότηση να συμπληρώσει αυτήν και ότι ο τελευταίος (Ζ1), αφού την συμπλήρωσε, την μεταβίβασε εις τον καλόπιστο αναιρεσείοντα και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της νόμιμης βάσεως με έλλειψη αιτιολόγησης του αποδεικτικού του πορίσματος για πλαστότητα της επίδικης επιταγής, το οποίο διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αντίθετη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 3332/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ