Supreme Court dismisses appeal against debt collection judgment due to missing defendants and inadmissible common sense argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance debt collection judgment because key defendants failed to appear and the sole argument regarding common sense was inadmissible. The appellant claimed the court erred in assessing facts and applying common sense regarding her father's debt acceptance, while the banks and debt collector argued for the judgment's validity. The court ruled that the common sense ground for appeal only applies to legal interpretation, not the factual evaluation of evidence, which remains under the trial court's exclusive discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 576 of the Code of Civil Procedure; The ground for appeal based on violation of common sense teachings is admissible only when it concerns the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under those rules, but not when it challenges the trial court's discretionary assessment of evidence and factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1930 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσια δικηγόρο της Νικόλαο Καραγιάννη σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 244/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κασκαμπά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2607/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13530/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νόμιμα και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1124/2025, ΑΠ 1115/2025, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023, ΑΠ173/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 17-3-2023. Κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024), οι αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Όμως, από τις υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Ι. - Φ. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 1-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 23017/25/19-4-2021) αίτησης αναίρεσης όπως και αντίγραφο της αναβολής της δίκης και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-11-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15-11-2024 η πρώτη,δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, ούτε κατέθεσαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Παρέστη, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και η πέμπτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 1-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ.23017/25/19-4-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ`αριθμ.13530/7-10-2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με άρθρα 739 επ.
ΚΠολΔ, και σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων") κατ'αντιμωλία των διαδίκων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.
Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.13530/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 20-5-2015 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αίτησή της, απευθυνόμενη κατά της πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση τόσο της κύριας κατοικίας της, όσο και του εξ αδιαιρέτου δικαιώματος κυριότητάς της επί των αναφερόμενων ακινήτων, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 2607/2017 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τέταρτης των καθ'ών και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε αυτήν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 5-7-2017 με έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 13530/2020 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε η ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν. 3.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ448/2022,ΑΠ 59/2021).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Εξάλλου, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και προκειμένου για απόφαση ειρηνοδικείου από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023,ΑΠ 295/2022, ΑΠ 140/2022, 887/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1316/2024,ΑΠ 916/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019). 4. α. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ Συγκεκριμένα, χωρίς να παραθέτει ουσιαστικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ψέγει αυτήν για ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία διότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε για την κατάγνωση του δόλου της για την αποδοχή της υπερχρεωμένης κληρονομίας του πατέρα της είναι ασαφή κατά τόπο και χρόνο. Ο ως άνω λόγος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξ αιτίας της αοριστίας του, διότι αφενός μεν δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά διαλαμβάνονται αποσπασματικές και επιλεκτικές παραδοχές.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι δεν συντρέχει η κατά τα άνω επικαλούμενη κατά τόπο και χρόνο ασάφεια. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία η αιτούσα α) ήταν άνεργη από την 23-1-2012 έως 16-1-2015, ενώ οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της από την 3-9-2018 ανέρχονταν σε 151.01 ευρώ και κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό ανέρχονταν στο ποσό των 743,43 ευρώ β) ότι την 19-9-2014 αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός της, η οποία ήταν βεβαρημένη με τα αναλυτικά αναφερόμενα χρέη συνολικού ύψους 184.096,70 ευρώ, τα οποία ήταν πολλαπλάσια του ενεργητικού της (συνολικής αξίας 10.000 ευρώ περίπου) και που απέρρεαν από συμβάσεις δανείων (καναλωτικών και στεγαστικών) που είχε συνάψει ο αποβιώσας με τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, ενώ και η ίδια όφειλε στις τελευταίες συνολικά το ποσό των 55.672,87 ευρώ, δεν υπάρχει η επικαλούμενη ασάφεια και ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων από δικό της δόλο για την αποδοχή της υπερχρεωμένης κληρονομίας του πατέρα της.
β. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, την οποία πρότεινε η δεύτερη των καθ'ών πιστώτρια (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτής, ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης προβλήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη δίκη, αν και μπορούσε να προβληθεί, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.
Η ειδικότερη, τέλος αιτίαση η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και περιεχόμενη και στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η επιχειρούμενη να θεμελιώσει αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι δεν αποδείχθηκε από τους πιστωτές η δολιότητα της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλλά και επειδή με αυτήν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
γ. Ακολούθως, απαράδεκτοι κρίνονται α) ο τρίτος λόγος αναίρεσης όπως και η περιεχόμενη στον τέταρτο λόγο αναίρεσης μερικότερη αιτίαση για αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 13 (αντίστοιχα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί μη κήρυξης ως απαράδεκτου του ισχυρισμού περί δολιότητας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
Διότι οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης. Διότι, ο εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας ενός κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, γιατί τότε πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1800/2024, ΑΠ 225/2024). Συνακόλουθα, ο ως άνω λόγος με τον οποίο, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την συνδρομή δόλου σχετικά με την αποδοχή της υπερχρεωμένης κληρονομίας του πατέρα της, από κανένα στοιχείο της προσβαλλόμενης δεν υπαγορεύεται, ούτε αποδεικνύεται και συνεπώς τα διδάγματα κοινής πείρας εύλογα δικαιολογούν και αιτιολογούν στην περίπτωσή της αφενός την απόφασή της να αποδεχθεί την κληρονομία του πατέρα της και αφετέρου την άγνοιά της για την αδυναμία κάλυψης εκ μέρους της των οφειλών του τελευταίου, ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
5. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018,ΑΠ1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ.23017/25/19-4-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 13530/7-10-2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ