Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of facts, ruling arguments were merely conclusions from evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the first-instance court's final decision rejecting their property claim. The appellants argued the lower court failed to consider specific facts regarding the disputed path and the legality of the stairs. The court ruled these points were not independent facts but rather conclusions drawn from the evaluation of evidence, which the lower court was entitled to assess.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of facts is admissible only if the contested points constitute independent facts, not merely arguments or conclusions derived from the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1930 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. συζύγου Δ. Δ., το γένος Ν. Κ., 2) Α. Λ. του Ν., κατοίκων ..., 3) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 4) Χ. Κ. του Ν. Ν., κατοίκου ..., 5) Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Α. Φ. του Φ., κατοίκου ..., 7) Μ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., 8) Α. Φ. του Κ., 9) Ε. συζύγου Κ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ραπτάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσέλιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2011 αγωγή - μεταξύ άλλων- των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπετσών.
Εκδόθηκε η 5999/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και οι 2686/2016 μη οριστική και 326/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/1/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21.1.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 326/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο, συνεκδικάζοντας την έφεση και τους προσθέτους λόγους έφεσης τoυ εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτή στο σύνολό της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 57 εδ.α` του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της. Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσης αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι όμως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η εξουσία δε αυτή χρήσης, που προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακώλυσης της κοινής χρήσης, ως έκφανσης της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., που επιβάλλει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ επιπλέον δικαιούται το προσβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο να απαιτήσει, κατ` άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική του βλάβη.
Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημόσιας εξουσίας (δήμου, κοινότητας κλπ) προς το πράγμα και αφετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία του δε αυτή, που απορρέει από το προστατευόμενο δικαίωμά του επί της προσωπικότητάς του (άρθρο 57 του ΑΚ), αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενη (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 969, 970, 971 και 1054 του ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινόχρηστα, στα οποία περιλαμβάνονται οι οδοί και οι πλατείες, ως προεκτάσεις και διευρύνσεις των οδών, οι οποίες, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτες νομής, άρα και κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αποβάλλουν δε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, αν έπαυσε να εξυπηρετείται ο εν λόγω προορισμός από φυσικά εμπόδια ή μεταβολές στη νομική κατάσταση αυτών.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτόν από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους, που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων διατυπώσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ Β. Ρωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 Πανδ.39.3, ν.28 Πανδ.22.3) ιδιωτικό ακίνητο ελάμβανε την ιδιότητα κοινοχρήστου και με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να την εγνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης για χρονική περίοδο 80 (40 + 40) ετών τουλάχιστον.
Η από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως η δυνάμει αυτής μέχρι την εισαγωγή του (23-2-1946) αποκτηθείσα ιδιότητα του πράγματος ως κοινής χρήσης (άρθρου 51 Εισ.Ν.Α.Κ.). Μετά την εισαγωγή του Α.Κ. μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσης.
Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός ή πλατεία. (ΑΠ 158/2019, ΑΠ 647/2011, ΑΠ 407/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 635/2023, ΑΠ 953/2023, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 711/2017). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1, 2 Ν. 1337/1983 ορίζεται ότι "1. Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους 500 μ.
από την ακτή ή την όχθη δημόσιων λιμνών (εκτός αν έχει οριστεί μεγαλύτερο πλάτος Ζ.Ο.Ε. κατά το άρθρο 29 του νόμου αυτού) δεν επιτρέπονται οι περιφράξεις. Κατ' εξαίρεση περιφράξεις επιτρέπονται σε περίπτωση που είναι αναγκαίες για την προστασία καλλιεργειών ή άλλων ειδικών χρήσεων που προσδιορίζονται με Π.Δ/γμα που εκδίδεται μια φορά με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος.
Με το Δ/γμα αυτό καθορίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής που επιτρέπει την κατ' εξαίρεση περίφραξη, ως και ο τρόπος, το είδος και η έκταση της περίφραξης αυτής. Επίσης από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού στις πιο πάνω περιοχές είναι δυνατό με απόφαση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας να επιβληθεί η διακοπή των εργασιών κάθε είδους περίφραξης, καθώς και η κατεδάφιση περιφράξεων που έχουν τελειώσει, εφόσον οι περιφράξεις αυτές παρεμποδίζουν την πρόσβαση προς την ακτή ή την όχθη δημόσιας λίμνης και στο μέτρο που η διακοπή ή η κατεδάφιση εξυπηρετεί την πρόσβαση αυτή ή που συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος.
Οι περιφράξεις κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού θεωρούνται αυθαίρετες και εφαρμόζονται για την κατεδάφισή τους οι διαδικασίες του άρθρου 17 του παρόντος. 2. Ως ακτή για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης νοείται το προς την ξηρά όριο του αιγιαλού και, αν η οριογραμμή αυτή δεν έχει προσδιορισθεί κατά τις κείμενες διατάξεις, νοείται η διαχωριστική γραμμή ξηράς - θάλασσας".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 7/2023, ΑΠ 774/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αντίστοιχα (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα αντίστοιχα), ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 966, 967, 972, 1033 και 1192 ΑΚ και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 281 ΑΚ και 23 Ν. 1337/1983, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι δεν υφίσταται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και, εκ του αποκλεισμού από την χρήση αυτής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν προσβάλλεται παράνομα η προσωπικότητά τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, τα ακόλουθα : "δυνάμει του υπ' αριθ. ....2008 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Σπετσών Κ. συζ. Χ. Α., το γένος Δ. Κ. - Α., νομίμως μετεγγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπετσών (τ. 52, αρ. 377), ο εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως από τους Η.
Δ. του Ν., Δ. χήρα Α. Λ. το γένος Γ. Μ., Ι. Μ. του Ν. και Ε. χήρα Γ. Μ., το γένος Ν. Μ., ένα ακίνητο, μετά αγροικίας, στη θέση "Λιγονέρι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σπετσών, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, επιφάνειας 7.300 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Σ.
Α., που επισυνάπτεται στο ως άνω συμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό συνορεύει νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με οδόν προς εξωκλήσι Ελώνας, ανατολικά με ρέμμα χούνη και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Δ. Λ., βορειοανατολικά και βόρεια με αιγιαλό. Προσέτι δε αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ακίνητο έχει χαρακτηριστεί ιδιωτική δασική έκταση με την υπ' αριθ. 366/06.03.2000 απόφαση του Δασαρχείου Πόρου, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, ήτοι κατά έξι στρέμματα και τριάντα επτά χιλιάδες διακόσια ογδόντα δύο εκατοντάκις χιλιοστά του στρέμματος (6.372,82).
Επί της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού της δασικής έκτασης του Δασαρχείου Πόρου εκδόθηκε η, με αριθμό 12/2001, απόφαση της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. Πειραιά, η οποία κατέστη τελεσίδικη. Το εναπομείναν τμήμα του αγροτεμαχίου, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών εξακοσίων εξήντα (660,00) χαρακτηρίστηκε μη δασικό, υπαγόμενο στην παράγραφο 8α του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.
Στην περιοχή "Λιγονέρι", όπου κείται το ως άνω ακίνητο, συστάθηκε, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οικισμός, ο οποίος αριθμεί 220 κατοικίες. Οι εφεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες -παραθεριστικών κυρίως- κατοικιών του εν λόγω οικισμού. Ο οικισμός αυτός βρίσκεται βόρεια της πόλης των Σπετσών, σε απόσταση περίπου 3 χιλιομέτρων από το λιμάνι, από την περιοχή δε αυτή διέρχεται η ασφαλτοστρωμένη περιφερειακή οδός του νησιού, συνδέοντας την πόλη των Σπετσών με τις περιοχές που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του νησιού (Βρέλος, Ζωγεριά κ.α.).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ακίνητο που απέκτησε ο εκκαλών και δη στο δασικό τμήμα αυτού, υπάρχει από δεκαετιών (και πάντως από το έτος 1940, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες) διαμορφωμένο μονοπάτι, το οποίο ξεκινάει από τον περιμετρικό επαρχιακό δρόμο του νησιού, μετά τη διακλάδωσή του με τη Β' είσοδο του οικισμού (στην κατεύθυνση Σπέτσες - Ζωγεριά) και καταλήγει σε μία από τις παραλίες της περιοχής (αμμώδης παραλία).
Το μονοπάτι αυτό ("παλαιό" μονοπάτι, όπως χαρακτηρίζεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης), αποτυπώνεται με τα στοιχεία 14-15-16....24-25-26 στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από Ιουλίου 2018, τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα ισοϋψών καμπυλών των Τοπογράφων Μηχανικών Β. Σ. και Ι. Χ., οι οποίοι αποτύπωσαν την επίδικη περιοχή καθ' υπόδειξη του ως άνω ορισθέντος Πραγματογνώμονα.
Το μονοπάτι βρίσκεται ανατολικά της οικίας του εκκαλούντος, έχει μήκος 168,50 μ. και πλάτος μεταβλητό, περίπου 1,09μ. - 1,69μ., η δε απόσταση της εισόδου του, η οποία βρίσκεται στον περιφερειακό δρόμο, από το σημείο εισόδου - εξόδου του οικισμού Λιγονερίου είναι 35 μέτρα. Στην περιοχή του Λιγονερίου, καθώς και σε άλλες περιοχές των Σπετσών, υπάρχει πυκνό δίκτυο μονοπατιών, τα οποία στην πλειονότητά τους είχαν διανοιγεί από τους "ρετσινάδες", καθώς στις Σπέτσες, μέχρι και τη δεκαετία του 1990 γινόταν ευρεία ρητινοσυλλογή.
Οι ρετσινάδες για να φτάνουν σε όλα τα πεύκα άνοιγαν μονοπάτια στο δάσος, τα οποία κάθε χρόνο καθάριζαν και συντηρούσαν, οι δε ιδιοκτήτες των ακινήτων ανέχονταν τη διέλευσή τους από αυτά, καθώς η ρητινοσυλλογή ήταν ωφέλιμη για τα πευκόδεντρα. Ένα τέτοιο μονοπάτι είναι και το επίδικο, το οποίο από τότε που ανοικοδομήθηκε ο οικισμός του Λιγονερίου χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοί του, προκειμένου να μεταβαίνουν πεζή στην αμμώδη παραλία της περιοχής, καθώς το μονοπάτι αυτό αποτελούσε την πλέον σύντομη και βατή δίοδο για τους πεζούς προς τη συγκεκριμένη παραλία.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο εντός του οποίου υπάρχει το επίδικο μονοπάτι, νεμόταν μέχρι το έτος 1918, οπότε και απεβίωσε, ο απώτερος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος, Α. Λ., ενώ μετά τον θάνατο αυτού οι γιοι του, Λ. και Σ. Από το έτος 1972 το ακίνητο νεμόταν ο Λ. Α. Λ., ο οποίος απέκτησε αυτό κατ' αποκλειστική κυριότητα, δυνάμει του υπ' αριθ. 2924/1972 διανεμητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σπετσών Κ.
Ν. Γ., με το οποίο αυτός και ο αδελφός του διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, που είχε αποβιώσει την 01.04.1918. Μετά τον θάνατο του Λ. Α. Λ., στις 15.05.1985, το ακίνητο περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και άμεσους δικαιοπαρόχους του εκκαλούντος. Το ακίνητο αυτό ήταν κατά το παρελθόν καλλιεργήσιμη έκταση, ενώ στη συνέχεια παρέμεινε ακαλλιέργητο για πολλά χρόνια, λόγω της επαγγελματικής απασχόλησης του Λ.
Α. Λ., ως ναυτικού και του αδελφού του ως εστιάτορα στις Σπέτσες, δηλαδή πριν τα δύο αδέλφια προβούν στη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους το έτος 1972, αυτό αγρίεψε και δασώθηκε με πεύκα, ανάμεσα στα οποία υπάρχουν και ελαιόδεντρα. Τα ανωτέρω έχουν κριθεί και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο με την υπ αριθ. 1452/1997 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή των αμέσων δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος, την οποία άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι στο επίδικο ακίνητο.
Λόγω των ως άνω επαγγελματικών τους απασχολήσεων οι κληρονόμοι του Α. Λ. δεν επισκέπτονταν το ακίνητο, ούτε και κατοικούσαν στην κείμενη επ' αυτού οικία, που βρίσκεται πλησίον του περιφερειακού δρόμου. Ομοίως και οι μεταγενέστεροι κύριοι του ακινήτου δεν χρησιμοποιούσαν την εν λόγω οικία, ει μόνον εκμίσθωσαν αυτή σε τρίτους κατά τα έτη 1996 - 1999, οπότε και αυτή λειτούργησε ως ταβέρνα, ενώ μέχρι την κτήση του ακινήτου από τον εκκαλούντα δεν υπήρξε άλλη χρήση αυτής.
Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ειδικότερα από την ανοικοδόμηση του οικισμού και εφεξής, όπως προαναφέρθηκε, το επίμαχο μονοπάτι χρησιμοποιείτο από όσους επιθυμούσαν να μεταβούν στην αμμώδη παραλία της περιοχής πεζή (παραθεριστές, κάτοικοι, τουρίστες), καθώς λόγω της μικρής του κλίσης παρείχε άνετη πρόσβαση σε αυτήν, ενώ για τους κινούμενους με τροχοφόρα η μετάβασή τους στην ίδια παραλία γίνεται από τον αμαξωτό δρόμο, ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση 495 μ.
από το σημείο εισόδου/εξόδου του οικισμού Λιγονερίου και καταλήγει στο άλλο άκρο (δυτικό) της παραλίας. Η κατάσταση αυτή παγιώθηκε με την πάροδο των χρόνων, καθώς οι κάτοικοι του νησιού και οι παραθεριστές, αν και γνώριζαν ότι διέρχονταν από ιδιωτική έκταση (γνωστή σε αυτούς ως "Λ." και η οικία ως "το σπίτι του καπετάνιου"), χρησιμοποιούσαν ακώλυτα τη συγκεκριμένη δίοδο, αφού ουδέποτε κάποιος εκ των εκάστοτε ιδιοκτητών εναντιώθηκε στη διέλευσή τους από το ακίνητο.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, μετά την αγορά του ακινήτου, έκανε εργασίες επισκευής και επέκτασης της κειμένης σε αυτό οικίας, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ως εξοχική κατοικία. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ολοκλήρωσε την επισκευή της οικίας του περί τα τέλη Αυγούστου 2010 και διέμεινε σε αυτήν με την οικογένειά του, το πρώτον, τον Σεπτέμβριο του 2010, οπότε και αντιμετώπισε, όπως ισχυρίζεται, την όχληση εκ της διέλευσης των πεζών από το μονοπάτι, το οποίο μάλιστα διέρχεται και πλησίον της οικίας του (βλ.
προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η θέση της οικίας σε σχέση με το μονοπάτι, το οποίο διέρχεται σε μικρή απόσταση από αυτήν και έχει ορατότητα επ' αυτής, παρά την υψομετρική διαφορά μεταξύ τους). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την πάροδο της θερινής περιόδου και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2011, ο εκκαλών προέβη σε παράνομες επεμβάσεις επί του ακινήτου του και ειδικότερα προέβη σε επιχωμάτωση μεγάλου τμήματος του μονοπατιού, φύτευσε κατά μήκος αυτού φυτά και τοποθέτησε ιδιαιτέρως μεγάλους και βαρείς ογκόλιθους στην είσοδο του μονοπατιού, προκειμένου να απαλείψει το μονοπάτι και συνακόλουθα να αποκλείσει τη διέλευση τρίτων από το ακίνητό του.
Κατόπιν καταγγελίας του δεύτερου των εφεσιβλήτων στον Δασάρχη Πόρου, μετέβη στην επίδικη έκταση, την 19.01.2011, ο Κ. Λ., Δασοπόνος, ο οποίος, όπως καταγράφει στην υπ' αριθ. πρωτ. ....2011 έκθεση αυτοψίας, διαπίστωσε τα ακόλουθα : "επί ιδιωτικού δάσους εκτάσεως εμβαδού πεντακοσίων χιλιοστών του στρέμματος (0,500 στρ.), κειμένης στην ανωτέρω δασική θέση, παρά τον Νόμο και χωρίς άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής να έχει γίνει επιχωμάτωση και διαμόρφωση της ανωτέρω έκτασης και φύτευση επ' αυτής 350 φυτών, όπως πεύκα, χαρουπιές, σχίνα, σπάρτα κ.α.
Τμήμα της ανωτέρω έκτασης εμβαδού τριακοσίων εβδομήντα χιλιοστών του στρέμματος (0,370 στρ.) αποτελούσε μονοπάτι. Επίσης τοποθετήθηκαν ογκόλιθοι κατά μήκος του Περιφερειακού δρόμου στα όρια της ιδιοκτησίας καθώς και στην αρχή του μονοπατιού. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία οι εργασίες αυτές φέρονται να έγιναν σε ιδιοκτησία Σ.
Κ. του Θ., κάτοικο ... κατά την 18η Ιανουαρίου 2011". Ακολούθως, η ως άνω έκταση, εμβαδού 0,500 στρ. κηρύχθηκε αναδασωτέα δυνάμει της υπ αριθ. 2543/30.09.2011 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (ΦΕΚ Δ 414/25.10.2011), με σκοπό τη συμπλήρωση, ενοποίηση, επανεγκατάσταση, προστασία της δασικής βλάστησης και εξωραϊσμού του τοπίου.
Συναφώς εκδόθηκε και η υπ' αριθ. πρωτ. ....2011 Δασική Αστυνομική Απαγορευτική Διάταξη του Δασάρχη Πόρου, με την οποία απαγορεύθηκε στην ως άνω έκταση : α) η βοσκή κάθε ζώου για μια δεκαετία και β) η χρησιμοποίηση της ανωτέρω έκτασης για αόριστο χρόνο για άλλο σκοπό, γεωργικό ή οικιστικό, ήτοι η εκχέρσωση και γεωργική καλλιέργεια ή ανέγερση παραπηγμάτων, πρόχειρων κτισμάτων κ.λπ.
Επισημαίνεται δε στο σημείο τούτο ότι με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι το επίδικο μονοπάτι δεν κατέστη κοινόχρηστο, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, όπως ισχυρίζονταν οι ενάγοντες με την κύρια βάση της αγωγής τους και απέρριψε αυτήν με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι το μονοπάτι υπήρχε για ογδόντα χρόνια (δύο γενιές) πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ισχυρίστηκαν περαιτέρω με την αγωγή τους ότι ο εκκαλών - εναγόμενος άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ακινήτου, αποκλείοντας τη διέλευσή τους από το επίδικο μονοπάτι, δεδομένου ότι αφενός οι εκάστοτε ιδιοκτήτες του ακινήτου, άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος, ανέκαθεν ανέχονταν αδιαμαρτύρητα τη διέλευση απεριόριστου αριθμού προσώπων από το ακίνητό τους και δη από το υφιστάμενο επ' αυτού μονοπάτι και ουδέποτε περιέφραξαν την ιδιοκτησία τους ή δήλωσαν με άλλον τρόπο την αντίθεσή τους στην κοινή χρήση του μονοπατιού, αφετέρου και ο ίδιος ο εκκαλών, κατά τα έτη 2008, 2009 και 2010, επέδειξε ανοχή ως προς τη διέλευση αυτή.
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό λεκτέα τα ακόλουθα : όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Εν προκειμένω, εκ του συνόλου των ανωτέρω αποδειχθέντων, δεν προκύπτει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας του εναγομένου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και τούτο διότι η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο παρελθόν, ήτοι η διέλευση αόριστου αριθμού προσώπων (κατοίκων του νησιού, παραθεριστών, τουριστών) προκειμένου να μεταβούν πεζή στην αμμώδη παραλία της περιοχής, ουδόλως τελεί σε αιτιώδη σχέση με προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος, ήτοι του εναγομένου. Ειδικότερα ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, απέκτησε το ακίνητο το έτος 2008, ενώ διέμεινε το πρώτον στην κείμενη επ' αυτού εξοχική κατοικία τον Σεπτέμβριο του 2010, οπότε και άρχισε να υφίσταται την όχληση από τη διέλευση των πεζών μέσω του μονοπατιού, ενώ λίγους μήνες μετά προέβη στον αποκλεισμό της διελεύσεώς τους, με τις προαναφερόμενες ενέργειες.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο εναγόμενος άφησε το επίδικο, επί μακρό χρόνο, εκτεθειμένο στην κοινή χρήση, ούτε υφίσταται μακροχρόνια αδράνεια αυτού, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, η οποία μάλιστα, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων, συνδεόμενων με τη συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος, να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού καταχρηστική.
Η κρίση άλλωστε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ύπαρξη του μονοπατιού δεν μνημονεύεται ούτε στους τίτλους κτήσης του ακινήτου, ούτε και στις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αντιδικίας των δικαιοπαρόχων του εναγομένου με το Ελληνικό Δημόσιο και με το Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών", ήτοι στα έγγραφα που τέθηκαν υπόψην του εναγομένου κατά την αγορά του ακινήτου.
Η μακρόχρονη δε αδράνεια των δικαιοπαρόχων του εναγόμενου δεν δύναται να αντιταχθεί κατ' αυτού, ελλείψει δικής του καταχρηστικής συμπεριφοράς, εκ του περισσού δε αναφέρεται και το γεγονός ότι οι δικαιοπάροχοί του ουδόλως εκμεταλλεύονταν το ακίνητο (με εξαίρεση την εκμίσθωσή του κατά τα προαναφερθέντα έτη), ούτε διέμεναν στην κείμενη επ' αυτού αγροικία, αλλά ούτε και ασκούσαν φυσική εποπτεία επ' αυτού, ώστε να μη δύναται να συναχθεί επιθυμία τους για κοινή χρήση του επιδίκου, ενώ λόγω της θέσης του ακινήτου σε περιοχή εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και σε ζώνη πλάτους 500 μέτρων από την ακτή, δεν επιτρεπόταν, σε κάθε περίπτωση, η περίφραξή του.
Εξάλλου, όσον αφορά τις συνέπειες που επέρχονται σε βάρος των εναγόντων από την άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου, επισημαίνεται ότι αυτές μετριάζονται από την ύπαρξη και "νέου" μονοπατιού, το οποίο διέρχεται εν μέρει από ιδιοκτησία του εναγομένου και εν μέρει από ιδιοκτησία του Ιδρύματος "Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών", που μίσθωσε από το τελευταίο ο εναγόμενος, προκειμένου να διαμορφώσει εναλλακτική δίοδο των πεζών προς την ίδια παραλία, το οποίο (μονοπάτι), σύμφωνα με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, υπήρχε επίσης από το έτος 1940 και διαμορφώθηκε από τον εναγόμενο, με αναβαθμούς, ως κλιμακωτό μονοπάτι, με χρήση ξύλινων στρωτήρων, προκειμένου να μειωθεί η κλίση του.
Σύμφωνα δε με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το ως άνω διαμορφωθέν από τον εναγόμενο μονοπάτι, αν και απαιτεί μεγαλύτερη κίνηση των πεζών επί της περιφερειακής οδού (οι πεζοί πρέπει να διανύσουν 90 μ. περισσότερα σε σχέση με την απόσταση που διήνυαν επί της οδού αυτής προκειμένου να εισέλθουν στο επίδικο μονοπάτι) και παρουσιάζει πιο απότομη κλίση σε σχέση με το μονοπάτι που διέρχεται από το ακίνητο του εναγομένου, το οποίο έχει ελικοειδή μορφή, παρέχει σύντομη και ασφαλή πρόσβαση των εναγόντων στην ίδια παραλία στην οποία καταλήγει και το επίδικο, εφόσον διενεργείται και τακτικός καθαρισμός αυτού, ώστε να αποφεύγεται η ολισθηρότητα των αναβαθμών του.
Τέλος αποδεικνύεται ότι, από την παρακώληση άσκησης του δικαιώματος της κυριότητας του εναγομένου επί του επίδικου τμήματος του ακινήτου του, επέρχονται επαχθείς συνέπειες σε βάρος του, λαμβανομένης υπόψην της διέλευσης αορίστου αριθμού προσώπων από την ιδιοκτησία του, καθ' όλη τη θερινή περίοδο, οπότε ο ίδιος κάνει χρήση της εξοχικής του κατοικίας και μάλιστα τη διέλευση και από σημείο που βρίσκεται σε εγγύτητα με την κατοικία του και έχει ορατότητα επ' αυτής.
Κατόπιν των ανωτέρω κρίνεται απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η αγωγική βάση που ερείδεται σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος.......
Επίσης, απορριπτέα, ως αβάσιμη, τυγχάνει η επικουρική βάση της αγωγής, κατά την οποίαν ο εναγόμενος, με την παράνομη, ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 1337/1983, τοποθέτηση των ογκολίθων στην είσοδο του επίδικου μονοπατιού, απέκλεισε την πρόσβαση των εναγόντων στην παραλία, καθώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το επίδικο μονοπάτι δεν αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς τη συγκεκριμένη παραλία και επομένως αβασίμως οι ενάγοντες διατείνονται ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά τους εκ του αποκλεισμού τους από τη χρήση αυτής.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι δεν υφίσταται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και ότι, εκ του αποκλεισμού από την χρήση αυτής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν προσβάλλεται παράνομα η προσωπικότητά τους και, κάνοντας δεκτή την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 194/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αγωγικές βάσεις που ερείδονται στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου και στην προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων εκ του αποκλεισμού της χρήσης αυτών επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 966, 967, 972, 1033 και 1192 ΑΚ , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να θεμελιώσουν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο διότι στο ακίνητο που απέκτησε ο αναιρεσίβλητος και δη στο δασικό τμήμα του και ανατολικά της οικίας του υπάρχει τουλάχιστον από το έτος 1940 διαμορφωμένο ένα μονοπάτι που αρχίζει από την περιμετρική επαρχιακή οδό του νησιού και καταλήγει σε μια αμμώδη παραλία, το οποίο από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 που συστάθηκε οικισμός στην περιοχή Λιγονέρι, το χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοί του, προκειμένου να μεταβαίνουν πεζή στην αμμώδη παραλία της περιοχής, αφού αυτό αποτελούσε την πλέον σύντομη και βατή δίοδο για τους πεζούς, η χρησιμοποίηση δε αυτού του μονοπατιού απ' αυτούς γινόταν ακώλυτα, διότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, λόγω των επαγγελματικών απασχολήσεών τους, δεν νέμονταν το επίδικο ακίνητο, το οποίο δασώθηκε με πεύκα, δεν το επισκέπτονταν, ούτε κατοικούσαν στην υπάρχουσα εντός αυτού οικία, ο εκ μέρους δε του αναιρεσιβλήτου αποκλεισμός της διεύλεσης των πεζών από το επίδικο μονοπάτι, που διέρχεται πλησίον της οικίας του, στην οποία εγκαταστάθηκε το πρώτον το 2010, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του, καθόσον δεν αδράνησε ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του, ούτε προηγήθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά συμπεριφοράς αυτών που δημιούργησαν στους αναιρεσείοντες ευλόγως την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Άλλωστε το ως άνω μονοπάτι δεν αποτελεί τη μοναδική δίοδο των αναιρεσειόντων προς την παραλία, καθόσον υφίσταται και άλλο μονοπάτι από το 1940, το οποίο διέρχεται εν μέρει από την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και διαμορφώθηκε απ' αυτόν με αναβαθμούς, ως κλιμακωτό, το οποίο παρέχει στους αναιρεσείοντες σύντομη και ασφαλή πρόσβαση στην ίδια παραλία, στην οποία καταλήγει και το επίδικο μονοπάτι, με συνέπεια να μην έχει αποκλεισθεί η πρόσβαση των αναιρεσειόντων στην παραλία και να μην προσβάλλεται η προσωπικότητά τους.
Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι (πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του) από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 57 και 281 ΑΚ (σε συνδυασμό με άρθρο 23 Ν. 1337/1983), ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57 και 281 ΑΚ.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ ορίζει ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά τoυ έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Η προστασία της προσωπικότητας περιλαμβάνει όσα αγαθά συνδέονται με το πρόσωπο π.χ. την υγεία (δημόσια και ατομική), την τιμή, την ιδιωτική ζωή και τη σφαίρα απορρήτου, όσα στοιχεία συνθέτουν την εξωτερίκευση κάθε ατόμου (όνομα, εικόνα), σωματική και ψυχική ακεραιότητα. Αντικείμενο, επίσης, της ιδιωτικού δικαίου προστασίας της προσωπικότητας αποτελούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που το Σύνταγμα αναγνωρίζει στα άτομα, όπως η θρησκευτική ελευθερία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, πολιτικής δραστηριότητας κ.λπ.
Το άρθρο 57 ΑΚ συνιστά μία γενική ρήτρα και αποτελεί συγκερασμό των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1, με συνέπεια στο δικαίωμα της προσωπικότητας να περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας τoυ ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας τoυ δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Ένα από τα αγαθά που απαρτίζουν την προσωπικότητα τoυ ατόμου είναι και το περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό, το οποίο είναι ο ζωτικός χώρος, μέσα στον οποίο αναπτύσσεται, κινείται και δημιουργεί ο άνθρωπος. Συνιστά βασικό στοιχείο της ζωής τoυ και συνεπώς είναι αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς τoυ.
Η προσβολή τoυ λοιπόν παρέχει αγώγιμη αξίωση θεμελιούμενη στο άρθρο 57 ΑΚ εναντίον εκείνου, από τη δράση τoυ οποίου προέρχεται η βλαπτική ενέργεια που αποτελεί την αιτία επιβάρυνσης του περιβάλλοντος.
Περαιτέρω, η προστασία των περιβαλλοντικών στοιχείων σε επίπεδο ιδιωτικού δικαίου μπορεί να επιτευxθεί με την ενεργοποίηση των διατάξεων τoυ ΑΚ για τα κοινά σε όλους και για τα κοινής χρήσης πράγματα, διότι αυτά συνθέτουν τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη της προσωπικότητας τoυ ανθρώπου και συνεπώς η προσβολή της κοινής χρήσης τους ή της κοινής ωφέλειάς τους συνιστά προσβολή της προσωπικότητας κατά το άρθρο 57 ΑΚ.
Όταν μάλιστα στοιχεία του ζωτικού xώρου (λ.χ. τα δάση, δασικές εκτάσεις, άλση, πάρκα, λίμνες, ατμοσφαιρικός αέρας) προστατεύονται και συνταγματικά (24 Συντ), τότε το δικαίωμα χρήσης, απόλαυσης και ωφέλειάς τους συνιστά την ιδιωτικού δικαίoυ έκφανση του συνταγματικού δικαιώματος, το οποίο μάλιστα τριτενεργεί (όπως ρητά το άρθρο 25 τoυ Συντάγματος/αναθ. 2001 ορίζει) μέσω των διατάξεων των άρθρων 57 και 966 επ.
ΑΚ. Άρα η συνταγματική προστασία τoυ δασικού περιβάλλοντος μετουσιώνεται μέσω των διατάξεων αυτών σε ιδιωτικού δικαίου δικαίωμα χρήσης, ωφέλειας και απόλαυσής τoυ. Στην έννοια των κοινόχρηστων πραγμάτων οπωσδήποτε περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις και στην έννοια της κοινοχρησίας τους εμπεριέχεται τόσο η ελεύθερη χρήση, όσο και η απόλαυσή τους.
Μάλιστα η απόλαυση τoυ κοινόχρηστου δάσους δεν περιορίζεται μόνο σε εκείνη που συνδέεται με την αναψυχή, αλλά εμπεριέχει και την κοινή ωφέλεια που πηγάζει από την κοινή χρήση. Έτσι προστασία παρέχεται όχι μόνον σε περίπτωση αυθαίρετης κατάληψης ή ανοικοδόμησης εντός δάσους, οπότε θίγεται ευθέως ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του και η κοινή ωφέλεια, αλλά και σε περίπτωση μερικής εκχέρσωσης, υλοτομίας κ.λπ.
που δεν θίγουν μεν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του δάσους, αφού εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης, αναιρούν όμως ή αλλοιώνουν την κοινή ωφέλειά τους, η οποία επέβαλε και την κοινοχρησία τους. Αρκεί δε η προσβολή του δικαιώματος απόλαυσης και ωφέλειας του κοινόχρηστου δάσους ή δασικής έκτασης για την ενεργοποίηση του άρθρου 57 ΑΚ.
Τα ανωτέρω που ισχύουν αναμφίβολα για τα δημόσια δάση πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύουν mutatis mutandis και για τα ιδιωτικά δάση και τις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις, διότι ναι μεν η έννομη τάξη παρέχει δυνατότητα κυριότητας σε δάσος, πλην όμως δεν είναι απεριόριστη, διότι κάθε δάσος συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού και συλλογικού αγαθού.
Γι` αυτό άλλωστε και ο συνταγματικός και ο κοινωνικός νομοθέτης επιβάλλει μία σειρά περιορισμών της κυριότητας επί των δασών ή των δασικών εκτάσεων, όπως λ.χ. την απαγόρευση μεταβολής του προορισμού, την υποχρέωση αναδάσωσης, θέσπιση ζωνών προστασίας και οικοδομικών περιορισμών, απαγόρευση περίφραξης, απαγόρευση εκχέρσωσης.
Ενόψει λοιπόν των περιορισμών αυτών της κυριότητας των ιδιωτικών δασών, που καθιερώνουν μάλιστα διατάξεις δημοσίου δικαίου για λόγους προστασίας του δασικού περιβάλλοντος, το (ιδιότυπο) ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών κατατείνει στην προστασία αυτών ως πραγμάτων προορισμένων για την εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας.
Στον προστατευτικό σκοπό των ανωτέρω περιορισμών της δασικής ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται το έννομο συμφέρον των πολιτών να επωφελούνται από τις ευεργετικές ιδιότητες του δάσους για το κοινωνικό σύνολο. Η αποψιλωμένη από πολλές εξουσίες κυριότητα ιδιωτικού δάσους δικαιολογείται από την ιδιότητα αυτού ως κοινωνικού αγαθού.
Γι` αυτό οι ανωτέρω περιορισμοί αντανακλώνται στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η παραβίασή τους συνιστά προσβολή αντίστοιχης έκφανσης της προσωπικότητας κάθε μέλους του κοινωνικού συνόλου. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτό ότι στα ιδιωτικά δάση και στις ιδιωτικές εκτάσεις αναλογεί υπέρ του κοινωνικού συνόλου ένα sui generis δικαίωμα κοινοχρησίας, διότι ακριβώς και αυτά τα αγαθά κατατείνουν στην εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας.
Έτσι η ύπαρξη κυριότητας επ` αυτών μπορεί μεν να αποστερεί από το κοινωνικό σύνολο την ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς χρήση τους, δεν του αποστερεί όμως την απόλαυσή τους, στην οποία εμπεριέχεται η ωφέλεια που προκύπτει για το κοινωνικό σύνολο από την ύπαρξη και διατήρηση αναλλοίωτης της δασικής μορφής των δασικών αυτών εκτάσεων.
Δηλαδή το δικαίωμα απόλαυσης των ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων δεν παρέχει εξουσία χρήσης, αλλά δικαίωμα ωφέλειας, το περιεχόμενο του οποίου συνίσταται στο όφελος του κοινωνικού συνόλου από την διατήρηση αναλλοίωτης της δασικής τους μορφής. Σε περίπτωση, επομένως, που επιχειρείται μεταβολή του προορισμού τους με υλικές πράξεις ιδιωτών (λ.χ.
αποψιλωτική υλοτομία, παράνομη εκχέρσωση) συντρέχει περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας και χωρεί εφαρμογή του άρθρου 57 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα), ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 57 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα, ως μη νόμιμη, τη βάση της αγωγής, με την οποία ισχυρίζονται ότι ο αναιρεσίβλητος, με τις παράνομες επεμβάσεις του επί του επιδίκου μονοπατιού, το οποίο βρίσκεται εντός ιδιωτικής δασικής έκτασης, προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά τους.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν σ' αυτήν, ως προς το μέρος που ενδιαφέρει τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο, τα εξής : Ότι είναι ιδιοκτήτες ακινήτων στον οικισμό Λιγονερίου Σπετσών και ότι από αμνημονεύτων χρόνων η πρόσβαση στην παραλία γινόταν από ένα μονοπάτι που ξεκινά από την περιφερειακή οδό της νήσου Σπετσών, ελάχιστα μέτρα μετά τη διακλάδωση με τη Β' είσοδο του οικισμού Λιγονερίου, με κατεύθυνση βόρεια - βορειοδυτική, μήκους 145 περίπου μέτρων, και καταλήγει στην παραλία.
Ότι το μονοπάτι βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός της ιδιωτικής δασικής έκτασης του εναγομένου. Ότι ο εναγόμενος κατά τον μήνα Ιανουάριο 2011 προέβη σε παράνομες ενέργειες που επέφεραν την αλλοίωση του χαρακτήρα του δάσους και συγκεκριμένα προέβη σε εργασίες επιχωμάτωσης και κάλυψης του μονοπατιού, στη φύτευση επ' αυτού φυτών και στην τοποθέτηση μεγάλων ογκολίθων στην είσοδό του και ότι, με τις άνω παράνομες ενέργειές του, προσβλήθηκε παρανόμως η προσωπικότητά τους, ήτοι το δικαίωμά τους προς απόλαυση του δάσους, καθώς ένα από τα αγαθά που απαρτίζουν την προσωπικότητα είναι και το περιβάλλον, δηλαδή ο ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο κινείται και δημιουργεί ο άνθρωπος.
Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι δικαιούνται να διέρχονται ελεύθερα από το επίδικο μονοπάτι και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει την προσβολή και την παρεμπόδιση της διέλευσής τους και να επαναφέρει το μονοπάτι στην προτέρα κατάσταση, καθαιρώντας τα φυτά που φύτεψε και απομακρύνοντας το χώμα και τους ογκόλιθους που έχει τοποθετήσει επ' αυτού, άλλως να επιτραπεί αυτό στους ίδιους με δαπάνες του εναγομένου.
Η άνω αγωγική βάση, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, είναι μη νόμιμη, καθώς επί ιδιωτικής δασικής έκτασης, όπως εν προκειμένω, προστατευόμενο αγαθό, ως στοιχείο της προσωπικότητας των πολιτών και των εναγόντων εν προκειμένω, αποτελεί η ωφέλεια που προκύπτει από την ύπαρξη και διατήρηση αναλλοίωτης της δασικής της μορφής (για τον λόγο άλλωστε αυτό η επίδικη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα), ενώ δεν παρέχεται εξουσία χρήσης αυτής, συνισταμένη στην ελεύθερη διέλευση των εναγόντων από το επίδικο μονοπάτι προκειμένου να μεταβαίνουν στην παραλία.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω βάση της αγωγής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα), ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) τον προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ανά τις δεκαετίες επί του επιδίκου, δεν οφείλεται στις ασχολίες και εργασίες των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτοί, παρά τις ασχολίες τους, βρήκαν τον χρόνο να αναθέσουν τη διεκδίκηση της περιουσίας τους από το Ελληνικό Δημόσιο σε δικηγόρο και να προσφύγουν στα δικαστήρια, αλλά στη γνώση τους ότι το μονοπάτι ήταν κοινόχρηστο και για το λόγο αυτό ανέχθηκαν τη διέλευση τρίτων και β) τον προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι δεν υφίσταται άλλο μονοπάτι που προϋπήρχε και γινόταν χρήση του επί σειρά δεκαετιών, η δε σκάλα, που κατασκεύασε ο αναιρεσίβλητος άνευ αδείας από το Δασαρχείο και την Πολεοδομία, έχει κριθεί από την Πολεοδομία ως παράνομη και κατεδαφιστέα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.1.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 326/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ