Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership of grazing lands. Public State loses appeal on procedural and substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding the ownership of grazing lands. The State argued the lower court erred by considering unproven facts about Ottoman-era grazing rights, while the private claimant and municipality maintained continuous ownership since the 19th century. The court found the lower court's assessment of historical possession and good faith acquisition legally sound and rejected the procedural defect claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498(1), 568(1), 4, 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews cases sua sponte when a party is absent, and an appeal is inadmissible if the lower court correctly considered facts and did not commit the specific procedural error alleged under Article 559(8).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1930 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α.Χ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Δήμου Κασσανδρείας Χαλκιδικής, ως διαδόχου της πρώην Κοινότητας Αθύτου Χαλκιδικής, νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχό του, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-1996 αγωγή, την από 4-7-1997 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - ανακοίνωση δίκης του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 1-9-1997 πρόσθετη παρέμβαση της Κοινότητας Αθύτου Χαλκιδικής, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2740/1999 μη οριστική, 931/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-3-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Κουφούδη, ανέγνωσε την από 16-3-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (Α.Π 1255/2020, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τις …/19-1-2022 και …/25-1-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης H.T., που προσκομίζει και επικαλείται το επισπεύδον αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α.Χ., πλην όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δε εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. Κ.Πολ.Δικ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 741/2013).
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π 855/2020,ΑΠ 868/2018, ΑΠ 569/2013). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Δήμου Κασσανδρείας Χαλκιδικής, ως διαδόχου της πρώην Κοινότητας Αθύτου Χαλκιδικής, ο οποίος δεν παρέστη κατά την αναιρετική δίκη, κατά δε την πρωτοβάθμια δίκη η Κοινότητα Αθύτου είχε προσεπικληθεί από τον ενάγοντα και είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτού και είχε μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ενώ οι λόγοι αυτής δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται ως κλήση αυτού (Δήμου Κασσανδρείας Χαλκιδικής) για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αναίρεσης (βλ.
την …/25-1-2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Ε.Λ. (Α.Π 877/2013,Α.Π 741/2017 1255/2020.). Επομένως σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 27-3-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 931/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 27-6-1996 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ζητούσε ν'αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου επικαλούμενος παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς του.
Ο ως άνω ενάγων άσκησε την από 4-7-1997 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της Κοινότητας Αθύτου Χαλκιδικής, η οποία άσκησε την από 1-9- πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, την αγωγή, την ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την βάση της που εστηρίζετο στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου και ως μη νόμιμη και ως προς την βάση της κτήσεως κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και αποφάνθηκε ότι παρέλκει η εξέταση της προσεπίκλησης και της πρόσθετης παρέμβασης ως άνευ αντικειμένου.
Επί της αποφάσεως αυτής ο ενάγων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων άσκησε την από 28-9-1998 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ 2740/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δικάζοντας ερήμην της προσεπηκληθείσας προσθέτως παρεμβαίνουσας Κοινότητας και αντιμωλία του εκκαλούντος ενάγοντος και εναγομένου εφεσιβλήτου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, κρίνοντας νόμιμη και ορισμένη αγωγή και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση και ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης τάσσοντας αποδείξεις.
Μετά δε την διεξαγωγή των αποδείξεων ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος επανέφερε με κλήση για περαιτέρω συζήτηση την ως άνω αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 931/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π 45/2016, Α.Π.536/2011).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (Α.Π 1103/2018, Α.Π.1203/2012).
Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).
Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π 1214/2020). Στην περίπτωση δε που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (Α.Π 441/2021, ΑΠ 432/2019, Α.Π 949/2018).
Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054-1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων, που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.
Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο μη επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 894/2020, Α.Π 1182/2018).
Εάν το Δημόσιο προβάλλει ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ` αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ` αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σ` αυτό, πλην όμως λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητος βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δε φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (Α.Π 894/2020, Α.Π 826/2018, Α.Π 712/2015).
Επίσης, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, ΑΠ 1796/2012, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 1848/2006).
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΟλΑΠ 8, 7/2011, Α.Π 1196/2018, ΑΠ 214/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι αυτός και ο Γ.Π. έγιναν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα ποσοστά των τριών ακινήτων (αγροτεμαχίων) που περιγράφονται στην αγωγή, 5.742, 500 και 2.496 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στην Κοινότητα Αθύτου Χαλκιδικής, κατόπιν αγοράς από την Κοινότητα αυτή, δυνάμει του υπ'αριθμ.
…/1980 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Ιωάννη Τσάνη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ότι η Κοινότητα κατείχε τα επίδικα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής, για βόσκηση των ζώων τους (χερσολίβαδα) από τους χρόνους της τουρκοκρατίας και μετέπειτα ενέμετο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το 1980 που τα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον ενάγοντα και τον Γ.Π., ασκώντας δια των οργάνων της τις αναφερόμενες πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στην φύση και τον προορισμό τους.
Ότι οι τελευταίοι από το έτος 1980 που αγόρασαν τα εν λόγω ακίνητα, τα νέμονταν από κοινού με καλή πίστη και δυνάμει του πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου, ασκώντας σ'αυτά τις αναφερόμενες πράξεις νομής συνεχώς, μέχρι το έτος 1992, που ο εκ των συγκυρίων Γ.Π., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, το εκ των ακινήτων αυτών ιδανικό του μερίδιο, στον ενάγοντα, ο οποίος εξακολούθησε να νέμεται αυτά μόνος του, με τα ίδια προσόντα χρησικτησίας, μέχρι και την άσκηση της αγωγής (8-7-1996).
Ότι έτσι ο ενάγων έγινε κύριος αυτών τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας συνυπολογίζει στη δική του νομή και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του στα ακίνητα αυτά, ισχυριζόμενο δια των αρμοδίων οργάνων του, ότι είναι δασικές εκτάσεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα του στα προαναφερθέντα ακίνητα. Η αγωγή αυτή κρίθηκε από το Εφετείο νόμιμη, ορισμένη και βάσιμη κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής και όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, στην ένδικη αγωγή εκτίθεται ο παράγωγος τρόπος της αποκτήσεως αρχικά από τον ενάγοντα και τον Γ.Π.
της συγκυριότητας των επιδίκων και στη συνέχεια της αποκλειστικής κυριότητας από τον ενάγοντα, κατόπιν αγοράς του μεριδίου του Γ.Π. και ο τρόπος αποκτήσεως της κυριότητας επ' αυτών, της αρχικής δικαιοπαρόχου του Κοινότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού στην αγωγή αναφέρονται καθ' υποφοράν, λόγω της αρνήσεως εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, της κυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οι πράξεις νομής εκ μέρους αυτής επί των επιδίκων ακινήτων με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από του χρόνου που άρχισε να ισχύει στην Μακεδονία η ελληνική νομοθεσία (1-2-1914) μέχρι της μεταβιβάσεως αυτών 1980, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω, η επίκληση πράξεων καταλύσεως της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τα επίδικα ακίνητα δεν αποτελούσαν δημόσια κτήματα.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς τον παράγωγο τρόπο της κτήσεως κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα, ενόψει του ότι αναφέρεται ο παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητας του ενάγοντος με συμβολαιογραφικό έγγραφο και η μεταγραφή αυτού καθώς και η έκτακτη χρησικτησία της απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντα. Περαιτέρω, ως προς τη βάση της κτήσεως κυριότητας εκ μέρους του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, η αγωγή ορθά εκτιμήθηκε και κρίθηκε ως νόμιμη, σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενό της, έχουσα έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 Α.Κ, προσμετρουμένου στο χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό του και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του [Γ.Π. (1992) και της Κοινότητας Αθύτου, από το 1914], κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τις οποίες επικαλείται με το πρώτο και τρίτο αντίστοιχα σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, καθόσον η αγωγή κατά τα προαναφερόμενα ήταν ορισμένη ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων ακινήτων και νόμιμη ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Κοινότητα Αθύτου, δεδομένου ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν επρόκειτο περί δημοσίων κτημάτων.
Τέλος, κατά, το τρίτο σκέλος του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην δίκη και ειδικότερα ότι "τα επίδικα αποτελούσαν βοσκότοπους τα οποία είχαν αφεθεί ανέκαθεν από το Οθωμανικό Δημόσιο προς χρήση των κατοίκων του Συνοικισμού Αθύτων, οι οποίοι και χρησιμοποιούσαν αυτούς για την βόσκηση των ζώων τους, συνεχώς μέχρι την ισχύ του ν. 2074/1920, οπότε και κατέστησαν έτσι περιουσία του ως άνω συνοικισμού Αθύτου, οι οποίοι και χρησιμοποιούσαν αυτούς συνεχώς για τη βόσκηση των ζώων τους και τα οποία κατέστησαν περιουσία του ιδρυθέντος νομικού προσώπου με την επωνυμία Κοινότητα Αθύτου".
Από την παραδεκτή εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "Τα ως άνω ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή "…" της Κοινότητας Αθύτου Χαλκιδικής, τμήματα μεγαλύτερης εκτάσεως, αποτελούν χερσολείβαδα (βοσκήσιμες γαίες) και είχαν αφεθεί από την εποχή της τουρκικής κατοχής υπό του Οθωμανικού Κράτους για χρήση των κατοίκων της περιοχής αυτής.
Από της εποχής δε εκείνης (Τουρκικής Κυριαρχίας στην περιοχή αυτή) τα επίδικα κατέχει η Κοινότητα Αφύτου συνεχώς και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι το 1917 και έκτοτε νέμονταν αυτά με διάνοια κυρίας και καλή πίστη μέχρι το έτος 1980, που τα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, διαθέτουσα αυτά στους κατοίκους της για τη βόσκηση των ποιμνίων τους.....
Κατόπιν αυτών η απωτέρα δικαιοπάροχος του ενάγοντας, Κοινότητα Αφύτου Χαλκιδικής ως κατέχουσα τα επίδικα ακίνητα αδιαμφισβήτως από την εποχή της Τουρκικής κατοχής και νεμόμενη αυτά από το 1917 και εντεύθεν έως το 1980 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, κατά τα ανωτέρω, κατέστη κυρία αυτών με πρωτότυπο τρόπο", απορρίπτοντας ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την οποία τούτο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα αποτελούσαν δασική έκταση.
Με τις παραπάνω παραδοχές είναι σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στο ως άνω μέρος της με την εν λόγω κρίση της έλαβε υπόψη της τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στην αγωγή και μάλιστα αναφέρει αυτά κατά τρόπο περιγραφικό και με συναφείς εκφράσεις που συνάγονται από το όλο περιεχόμενο αυτής.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και ο λόγος αναιρέσεως κατά το πιο πάνω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 27-3-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 931/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ: την από 27-3-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 931/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ