Legislator Case Law & Legislation
1930/2018 AI generated

1930/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1930/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1930/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, με τη διάταξη αυτή, ο νόμος ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων, οι οποίοι, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, στην περίπτωση του Δημοσίου προσδιορίζουν τα έσοδα, εισπράττουν αυτά και διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει (ΟλΑΠ 2/2009).

Keywords

AI generated
public levies dispute refund of contributions repayment of public subsidies unemployment benefits overpayment retrocession overpaid insurance benefits
AI generated
1284/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
1905/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη-Εισηγητή, 'Ολγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη-Καλούση, Αρεοπαγίτες.
1637/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
1277/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2005 και 21/11/2005 αγωγές της αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44106/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 422/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2010 αίτησή του.
1796/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1930 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μανώλη, ο οποίος ορίστηκε με την 137/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ.2/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλεξανδράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Μαρτίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3096/20-3-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/18.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον Πάρεδρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 του ΠΚ, υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται:

α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ήδη δε των 30.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012, ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, ήδη δε των 120.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012.

Η διάταξη του άρθρου αυτού, που είναι ειδική έναντι εκείνης της κοινής απιστίας του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του, ως υπαλλήλου μόνο, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ΠΚ, ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα (delictum proprium) και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και γενικά της δημόσιας κλπ περιουσίας (έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας).

Από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρου 256 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν, αθροιστικώς, ελάττωση της δημόσιας κλπ περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οποιωνδήποτε εσόδων, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 του ΠΚ), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κλπ περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ανεξάρτητα από την πραγματοποίησή του.

Συνεπώς, με τη διάταξη αυτή, ο νόμος ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων, οι οποίοι, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, στην περίπτωση του Δημοσίου προσδιορίζουν τα έσοδα, εισπράττουν αυτά και διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει (ΟλΑΠ 2/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 "Για τους καταχραστές του Δημοσίου κλπ", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και 2 του Ν. 1877/1990 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 2172/1993 και τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν. 2298/1995 και 3 του άρθρου 4 του Ν. 2408/1996, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρο 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνον όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου". Είναι σαφές, ότι η ανωτέρω διάταξη, δογματικά, απλώς εισάγει επιβαρυντικές περιστάσεις, αφού δεν τυποποιεί εξαρχής νέα αδικήματα (δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων του ΠΚ, που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο) αλλά επαυξάνει το υφιστάμενο κατά τον Ποινικό Κώδικα αξιόποινο συγκεκριμένων εγκλημάτων και καθιστά τις πράξεις κακουργηματικές με τη συνδρομή ορισμένου ύψους ζημίας (υπερβαίνουσας τώρα, κατά το άρθρο 5 παρ. 7 του Ν. 2943/2001, τα 150.000 ευρώ) σε βάρος του Δημοσίου κ.λ.π.

Θεσπίζεται, δηλαδή, μία ακόμη σειρά αυτοτελών και ιδιαίτερα διακεκριμένων μορφών των ήδη τυποποιημένων στον ΠΚ βασικών εγκλημάτων, προϋποθέτοντας την πλήρωση όλων των νομοτυπικών στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτών. Έτσι, εφόσον το βασικό έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας υπάγεται, λόγω του ύψους του οφέλους ή της ζημίας, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, ελάχιστη σημασία έχει η θεμελίωση των επικαλυπτομένων από το τελευταίο επιβαρυντικών κακουργηματικών περιστάσεων του άρθρου 256 στοιχ.

γ' του ΠΚ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953 (που αποτέλεσε πρότυπο για τη θέσπιση της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999), "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν διά πολλών μερικοτέρων πράξεων, διά τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης διά τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας λαμβάνεται υπόψιν το όλον περιεχόμενον των μερικοτέρων πράξεων".

Με βάση τα ανωτέρω, επί εγκλήματος από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση προ της ισχύος του Ν. 2721/1999, ήτοι πριν από τις 3-6-1999, για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δραχμών (ήδη 150.000 ευρώ) λαμβανόταν υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη.

Δεν είχε δε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της (και την προσθήκη παραγράφου 2) με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, κατά την έννοια της οποίας επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση λαμβανόταν υπόψη, ενόψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953.

Η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταργήθηκε από την ισχύ του Ν. 2721/1999 με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του πιο πάνω νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 του ΠΚ παραγράφου 2 (κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ.

Σε περίπτωση, επομένως, εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά τις 3-6-1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Περαιτέρω, από το άρθρο 46 παρ. 1 περ.

β' του ΠΚ, κατά το οποίο με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση άμεσης συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται:

α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου κατά τη διάρκεια της τέλεσης και στην τέλεση της κύριας πράξης του αυτουργού, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του άμεσου συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε και δ) δόλος του άμεσου συνεργού, ο οποίος έγκειται στη γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην τέλεση της κύριας πράξης και στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη.

Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού και της πράξης του συνεργού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η τελευταία τελέστηκε πριν, κατά ή μετά την κύρια πράξη.

Στην καταδικαστική απόφαση για άμεση συνέργεια πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την κύρια πράξη και να υπάρχει σαφής παραδοχή ότι η παροχή συνδρομής έγινε κατά την τέλεση της κύριας πράξης. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του άμεσου συνεργού μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1, 2 του ΠΚ, "1. Όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)• αν όμως υπάρχουν μόνο σ' αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ. 1 και 47, τότε τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός. 2.

Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Όμως, στην περίπτωση συμμετοχής σε έγκλημα με επιβαρυντικές περιστάσεις, η ποινή επιτείνεται και ως προς το συμμέτοχο άμεσο συνεργό, μόνο αν και σ' αυτόν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο έγκλημα επιβαρυντικές περιστάσεις που το καθιστούν κακούργημα, διαφορετικά η πράξη του αμέσου συνεργού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος.

Η ηθική αυτουργία ή η άμεση συνέργεια ιδιώτη στο πριν από το έτος 2004 έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας του άρθρου 256 του ΠΚ, δηλαδή σε γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, (ήτοι ειδικότερη μορφή του άρθρου 390 του ΠΚ, που τελείται μόνο από δράστη που φέρει την υπαλληλική ιδιότητα, τιμωρείται σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 49 του ΠΚ, δηλαδή με την ποινή του άρθρου 256 του ΠΚ, δυνητικά και όχι υποχρεωτικά μειωμένη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΠΚ και όχι με την ποινή του άρθρου 390 του ΠΚ, σε βαθμό πλημμελήματος, αφού η υπαλληλική ιδιότητα δεν θεμελιώνει το πρώτον το αξιόποινο, αλλά απλώς το επιβαρύνει.

Σε περίπτωση συνδρομής και των όρων του Ν. 1608/1950, δεν πρόκειται για προσωπικές ιδιότητες ή σχέσεις, αλλά για στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και, επομένως, και ο ηθικός αυτουργός ή ο άμεσος συνεργός, τιμωρούνται με την αυξημένη ποινή του αυτουργού. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 2/2018, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Δ.

Π., ενώ διατηρούσε την ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων, με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στους κάτωθι αναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους της …' Δ.Ο.Υ. … κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, που καθένας εξ αυτών κατά περίπτωση, τέλεσε ήτοι, στην πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, από τις πράξεις του δε αυτές, που έγιναν επί μακρό χρόνο και με σκοπό να ωφεληθεί αυτός και η ατομική του επιχείρηση, η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανήλθε συνολικά στο ποσό των τετρακοσίων τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε δραχμών (403.954.285) και ήδη ενός εκατομμυρίου εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (1.185.485,80 €) υπερβαίνει δηλαδή τόσο τα 120.000,00 ευρώ όσο και τα 150.000,00 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950.

Πλέον συγκεκριμένα, στις κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες, ενώ διατηρούσε την ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο έτοιμων και με Α.Φ.Μ....55 αρμοδιότητας …' Δ.Ο.Υ. …, παρότι γνώριζε τις κάτωθι αναφερόμενες επιμέρους έκνομες ενέργειες α) της Γ. Κ. Γ. του Η., αρχικά υπαλλήλου και μεταγενέστερα Προϊσταμένης του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., β) της Γ. Σ. του Ι., υπαλλήλου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., γ) Τ. Π. του Ε., Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. και δ) του Β. Ε. του Δ., Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., που ήταν υπάλληλοι κατά την έννοια του συνδυασμού των άρθρων 13α, 256 και 263Α του Π.Κ., αρμόδιοι για τον προσδιορισμό, την είσπραξη και τη διαχείριση φόρων, με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του και την ατομική του επιχείρηση, παρείχε την άμεση συνδρομή του στους προαναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους, κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και, ακόμη ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και στους επιμέρους χρόνους, που ταυτίζονται με τις κατωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες των ως άνω υπαλλήλων, παρείχε σε καθέναν εξ αυτών την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση των κύριων και παρακάτω αναφερόμενων υπ' αριθ. 1 έως 31 επιμέρους πράξεων, υποβάλλοντας σε αυτούς τις ανακριβείς κατά περιεχόμενο περιοδικές δηλώσεις των παρακάτω αναφερόμενων φορολογικών περιόδων και τις αντίστοιχες, επίσης παρακάτω διαλαμβανόμενες, αιτήσεις επιστροφής φόρου, παρέχοντας σε αυτούς τα αναγκαία για τη νομιμοφανή κατάθεση του αιτήματος δικαιολογητικά, ώστε να δύνανται αυτοί, στα πλαίσια ο καθένας των δικών του αρμοδιοτήτων, να δικαιολογήσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες ενέργειές τους επικαλούμενοι την ύπαρξη αλλά και την εξωτερική νομιμότητα των προαναφερόμενων ψευδών κατά περιεχόμενο εγγράφων και δικαιολογητικών με τα οποία αυτός τους εφοδίασε, μολονότι εξαρχής γνώριζαν ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση δεν είχε νόμιμη αξίωση στην αιτούμενη κατά περίπτωση επιστροφή Φ.Π.Α., αφού στην πραγματικότητα κατά τις είκοσι εννέα (29) φορολογικές περιόδους (μήνες) από 13-5-19% έως και 30-9-1998 είχε λάβει από δεκατέσσερις (14) προμηθευτές εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και, ειδικότερα, κατά τη διαχειριστική περίοδο 1996 είχε λάβει σαράντα δύο (42) τιμολόγια συνολικής καθαρής αξίας 483.434.054 δρχ (ήδη 1.418.735,30 ευρώ), κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 είχε λάβει ογδόντα τρία (83) τιμολόγια συνολικής καθαρής αξίας 926.520.228 δρχ (ήδη 2.719.061,56 ευρώ) και κατά τη διαχειριστική περίοδο 1998 είχε λάβει σαράντα τρία (43) τιμολόγια συνολικής αξίας 911.216.145 δρχ (ήδη 2.674.148,62 ευρώ), ήτοι:

1) την 9-7-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …' … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.ΠΑ. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 229/9-7-1996 απόφαση επιστροφής Φ.ΠΑ. ποσού 8.296.655 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 15531/31-5-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 9.218.506 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 13-5- 1996 έως 31-5-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 609/9-7-1996 Α.Φ.ΕΚ. Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρηση υπέβαλε την προαναφερόμενη πρώτη αίτηση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. κατά 90% επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΠΟΑ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26- 4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε.

και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν ότι η από 5-7- 1996 έκθεση ελέγχου που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ήταν περιληπτική και δε στηρίχθηκε σε έλεγχο ουσίας, δεδομένου ότι δεν έφερε τα βασικά στοιχεία και τον τύπο της έκθεσης ελέγχου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 11/1989 (Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.), δεν διελάμβανε καμία αναφορά για τα δεδομένα της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.

της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου Μαΐου 1996 (εισροές, φόρος εισροών, εκροές, πιστωτικό υπόλοιπο κλπ) καθώς και για τα δεδομένα που προέκυπταν από τα βιβλία της επιχείρησης, με τη συγκριτική διαπίστωση της ύπαρξης ή μη διαφορών και της νομιμότητας του πιστωτικού υπολοίπου του οποίου ζητούνταν η επιστροφή και δεν διελάμβανε καμία αναφορά επαλήθευσης των εμφανιζόμενων εισροών και του Φ.Π.Α.

αυτών αλλά και των προμηθευτών της επιχείρησης, εντούτοις, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με τον προαναφερόμενο υπάλληλο, που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεώτερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 9- 7-1996, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ. 229/9-7-1996 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (609/9-7-19%), που στηρίχθηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της επιχείρησής του με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 8.296.655 δραχμών και ήδη 24.348,22 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 90%, που δήθεν δικαιούνταν αυτή να λάβει, για τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο ενώ στην πραγματικότητα την ίδια φορολογική περίοδο η ατομική επιχείρησή του είχε λάβει εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικού ύψους 51.059.320 δρχ, που αποτελούσαν τις μόνες εισροές που εμφανίζονταν στην περιοδική της δήλωση ως φορολογητέες εισροές με φόρο συνολικού ύψους 9.190.678 δρχ (100%).

2) την 30-8-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Γ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 282/30-8-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.043.129 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 21696/31-7-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.270.144 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7- 1996 έως 31-7-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 792/30-8-1996 Α.Φ.ΕΚ.

3) την 30-9-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με την Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 318/30-9-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.283.987 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 23870/30-8-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.426.652 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8-1996 έως 31-8-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 914/30-9-1996 Α.Φ.ΕΚ.

4) την 5-11-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 366/5-11-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 4.560.230 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 26810/2-10-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 5.066.923 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-9- 1996 έως 30-9-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1298/5-11-1996 Α.Φ.ΕΚ.

5) την 26-11-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 402/26-11-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 7.557.417 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 29665/31-10-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.397.130 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-10-1996 έως 31-10-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1393/26-11-1996 Α.Φ.ΕΚ.

6) την 17-12-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Γ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 445/17-12-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.140.905 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 33101/29-11-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.045.449 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11- 1996 έως 30-11-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1554/17-12-1996 Α.Φ.ΕΚ.

7) την 29-1-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 37/29-1-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 15.647.096 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 35452/31-12-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.385.662 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 31-12-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 59/29-1-1997 Α.Φ.ΕΚ.

8) την 27-2-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 63/27-2-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.394.470 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 2600/31-1-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.327.189 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-1-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 110/27-2-1997 Α.Φ.ΕΚ. 9) την 26-3-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 113/26-3-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 5.954.707 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 4989/28-2-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 6.616.341 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-2-1997 έως 28-2-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 167/26-3-1997 Α.Φ.ΕΚ.

10) την 29-5-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 190/29-5-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.133.069 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 9657/30-4-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.147.854 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 30-4-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 318/29-5-1997 Α.Φ.ΕΚ. 11) την 27-8-1997, ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψες με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.ΓΙ.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 346/27-8-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.987.794 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρηση, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 18596/31-7-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.208.660 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7-1997 έως 31-7-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 565/27-8-1997 Α.Φ.ΕΚ.

12) την 30-10-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψες με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 406/30-10-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.990.991 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 23253/30-9-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.989.990 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-9-1997 έως 30-9-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 879/30-10-1997 Α.Φ.ΕΚ. 13) την 27-11-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 456/27-11-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 20.331.316 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 26224/30-10-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 22.590.351 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-10-1997 έως 31-10-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1064/27-11-1997 Α.Φ.ΕΚ.

14) την 24-12-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 497/24-12-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.496.163 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 29481/28-11-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.440.181 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 30-11-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1352/24-12-1997 Α.Φ.ΕΚ.

15) την 21-9-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 333/21-9-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.451.780 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε ικανοποίηση της 16122/18-6-1998 αίτησης επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) μετά την υποβολή της υπ' αριθ. 16122/18-6-1998 εκκαθαριστικής δήλωσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 645/21-9-1998 Α.Φ.ΕΚ.

Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρησή του υπέβαλε την προαναφερόμενη εκκαθαριστική δήλωση και την σχετική αίτηση επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΠΟΑ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26- 4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε. και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν αφενός ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 είχε λάβει εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 926.520.228 δρχ για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και αφετέρου ότι η σχετική έκθεση ελέγχου περί επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% της διαχειριστικής χρήσης 1997, την οποία συνέταξε ο ανωτέρω υπάλληλος του Τμήματος Φ.Π.Α., ήταν ελλιπής, δίχως κανένα στοιχείο ελέγχου αναφορικά με τη διαπίστωση της βασιμότητας ή μη του ασκούμενου δικαιώματος επιστροφής και ειδικότερα για τη νομιμότητα των εμφανιζόμενων εισροών, εντούτοις, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με τον προαναφερόμενο υπάλληλο που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεότερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 21-9-1998, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ. 333/21-9-1998 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (645/21-9-1998), που στηρίχθηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της επιχείρησής του με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 16.451.780 δρχ και ήδη 48.281,08 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 10% του συνολικού ποσού των 164.517.818 δρχ, που δήθεν δικαιούσουν να λάβεις ως συνολική επιστροφή Φ.Π.Α. για τη συγκεκριμένη χρήση (1997).

16) την 27-2-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 94/27-2-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.831.325 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 2780/30-1-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 15.368.139 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-1-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 132/27-2-1998 Α.Φ.ΕΚ. 17) την 31-3-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 122/30-3-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.522.582 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 5628/27-2-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.725.091 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 28-2-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 172/31-3-1998 Α.Φ.ΕΚ. 18) την 29-4-1998, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 151/29-4-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 23.664.936 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρηση, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 8419/31-3-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 26.294.373 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-3- 1998 έως 31-3-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 249/29-4-1998 Α.Φ.ΕΚ. 19) την 28-5-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 177/28-5-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.177.928 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 11236/30-4-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 23.531.031 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1998 έως 30-4-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 288/28-5-1998 Α.Φ.ΕΚ.

20) την 30-6-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 216/30-6-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.463.308 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 14220/29-5-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.625.898 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-5-1998 έως 31-5-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 460/30-6-1998 Α.Φ.ΕΚ.

21) την 27-8-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Ζ. Μ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 309/27-8-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 18.054.000 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 20251/31-7-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 20.060.001 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-7-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 598/27-8-1998 Α.Φ.ΕΚ.

22) την 28-9-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τον Ξ. Ε., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 345/28-9-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.236.862 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 22336/31-8-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 12.485.403 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8- 1998 έως 31-8-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 678/28-9-1998 Α.Φ.ΕΚ. 23) την 27-10-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Ζ. Μ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 387/23-10-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 7.633.132 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 24897/30-9-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.481.258 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 30-9-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 819/27-10-1998 Α.Φ.ΕΚ. 24) την 19-7-1996, ο Τ.

Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 248/19-7-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 3.871.903 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 16483/6-6-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 4.302.115 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1996 έως 30-6-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 635/19-7-1996 Α.Φ.ΕΚ.

25) την 25-6-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 231/25-6-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.398.932 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε ικανοποίηση της 13265/15-6-1997 αίτησης επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% μετά την υποβολή της υπ' αριθ. 3979/20-5-1997 εκκαθαριστικής δήλωσης για το χρονικό διάστημα από 13-5-1996 έως 31-12-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 411/25-6-1997 Α.Φ.ΕΚ. Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρησή του υπέβαλε την προαναφερόμενη εκκαθαριστική δήλωση και την σχετική αίτηση επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΠΟΛ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26-4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε.

και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν αφενός ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση κατά τη διαχειριστική περίοδο 1996 είχε λάβει σαράντα δύο (42) εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 483.434.055 δρχ για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και αφετέρου ότι η με ίδια ημεροχρονολογία (25-6-1997) έκθεση ελέγχου περί επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% της διαχειριστικής χρήσης 1996 (από 13-5-1996 έως 31-12-1996), την οποία συνέταξε η ανωτέρω αρμοδία υπάλληλος του Τμήματος Φ.Π.Α., ήταν ελλιπής, δίχως τα βασικά στοιχεία ελέγχου και επαλήθευσης που προβλέπονται στην Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1078/1991 αφού σε αυτήν αόριστα αναφερόταν ότι "από την αντιπαραβολή των βιβλίων της επιχείρησης με τις περιοδικές της δηλώσεις δεν διαπιστώθηκαν διαφορές" χωρίς, όπως αντιθέτως έπρεπε, να εξειδικεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα των βιβλίων σε σχέση με εκείνα των δηλώσεων και χωρίς να έχουν ελεγχθεί οι εμφανιζόμενες από την επιχείρηση φορολογητέες εισροές και ο αναλογών σε αυτές φόρος, ο οποίος θα έπρεπε να έχει καταβληθεί από τους προμηθευτές της επιχείρησης και δεν καταβλήθηκε, και, επιπλέον, χωρίς να αναφέρεται αν ελέγχθηκε η νομιμότητα των επιστροφών Φ.Π.Α.

του υπολοίπου 90% που η επιχείρηση αυτή είχε λάβει στις φορολογικές περιόδους από το Μάιο έως και το Δεκέμβριο της ίδιας διαχειριστικής χρήσης (1996) ούτε αν θεωρήθηκαν από την υπάλληλο τα βιβλία της επιχείρησης κατά τη διάρκεια του ελέγχου, εντούτοις, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α.

της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με την προαναφερόμενη υπάλληλο που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεότερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 26-6-1997, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ.231/25-6- 1997 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (411/25-6-1997), που στηρίχθηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της παραπάνω ατομικής του επιχείρησης με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 11.398.932 δρχ και ήδη 33.452,48 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 10% του συνολικού ποσού των 87.112.581 δρχ, που αυτή δήθεν δικαιούνταν να λάβει, ως συνολική επιστροφή Φ.Π.Α. για τη συγκεκριμένη χρήση (1996).

26) την 24-4-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 116/24-4-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.263.826 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 7027/31-3-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.737.584 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-3-1997 έως 31-3-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 231/24-4-1997 Α.Φ.ΕΚ.

27) την 25-6-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 233/25-6-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.348.966 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 12764/30-5-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.721.073 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 έως 31-5-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 413/25-6-1997 Α.Φ.ΕΚ.

28) την 25-7-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 296/25-7-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.150.165 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 15866/30-6-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.500.183 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 30-6-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 514/25-7-1997 Α.Φ.ΕΚ.

29) την 29-9-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 374/29-9-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.475,136 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 20607/29-8-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.083.485 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 31-8-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 766/29-9-1997 Α.Φ.ΕΚ.

30) την 28-1-1998, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 34/ 28-1-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.539.435 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 32778/31-12- 1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.154.928 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-12-1997 έως 31-12-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 36/28-1-1998 Α.Φ.ΕΚ.

31) την 29-7-1998, η Γ. Κ. Γ., ενεργώντας με την ιδιότητα της υπαλλήλου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. ενεργούντα με την ιδιότητά του αυτή αλλά επιπλέον και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος της αυτής Δ.Ο.Υ., την 271/29-7-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 15.052.140 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του σε μερική ικανοποίηση (90%) της 17221/30-6-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.724.601 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1998 έως 30-6-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με το προαναφερόμενο πρόσωπο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 538/29-7-1998 Α.Φ.ΕΚ. Επομένως, με τις ανωτέρω επιμέρους ενέργειές του, που τελέστηκαν επί μακρό χρόνο και συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος και αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό όφελος της ατομικής του επιχείρησης και στην αντίστοιχη συνολική βλάβη της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, που αυτές επέφεραν, παρείχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους της …' Δ.Ο.Υ.

… κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, που καθένας εξ αυτών τέλεσε ήτοι, στην πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, από τις πράξεις του δε αυτές, που έγιναν με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος και η ατομική του επιχείρηση, η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανήλθε συνολικά στο ποσό (8.296.655 + 11.043.129 + 10.283.987 + 4.560.230 + 7.557.417 + 17.140.905 + 15.647.096 + 17.394.470 + 5.954.707 + 9.133.069 + 10.987.794 + 8.990.991 + 20.331.316 + 8.496.163 + 16.451.780 + 13.831.325 + 19.522.582 + 23.664.936 + 21.177.928 + 19.463.308 + 18.054.000 + 11.236.862 + 7.633.132 + 3.871.903 + 11.398.932 + 13.263.826 + 12.348.966 + 12.150.165 + 14.475.136 + 14.539.435 + 15.052.140 =) των τετρακοσίων τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε δραχμών (403.954.285) και ήδη ενός εκατομμυρίου εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (1.185.485,80 €), υπερβαίνει δηλαδή τόσο τα 120.000,00 ευρώ όσο και τα 150.000,00 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950.

Όλα τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, και δεν αναιρούνται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικώς δε σε σχέση με τον αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, περί ελλείψεως του δόλου του στην τέλεση της άνω πράξεώς του, αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξαρτήτως της επικαλούμενης αθωώσεώς του για μέρος εκ των εικονικών τιμολογίων που (όπως προφανώς εννοεί) αναφέρονται στην κατηγορία, αφού στην προκειμένη περίπτωση πλήρως αποδείχθηκε ο δόλος που απαιτείται, για την πλήρωσή της πράξης της άμεσης συνέργειας για την οποία, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα κατηγορείται, αφού, ο ίδιος εισέπραττε, και μάλιστα συστηματικά κατά τους άνω χρόνους, προς όφελος της ατομικής επιχείρησής του,τα ανωτέρω ποσά της επιστροφής του ΦΠΑ, έστω κι αν τ' απέδιδε στον πεθερό του Π.

Τ., όπως η μάρτυρας υπερασπίσεώς του, πρώην σύζυγος του κατέθεσε στο ακροατήριο, ο οποίος, όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος είχε αποκλειστικά την επιχειρηματική δράση της επιχείρησής του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει την σχετική μ' αυτήν (επιχείρηση) δραστηριότητά του, αφού τούτο ουδόλως δικαιολογεί και άγνοια αυτού (κατηγορουμένου) και ως προς την προέλευση των εν λόγω ποσών επιστροφής ΦΠΑ, ανερχομένων συνολικά στο σημαντικό ύψος των 1.185.485,80 ευρώ.

Αντιθέτως, καταδεικνύουν τον δόλο του, όλες οι περιγραφόμενες ενέργειες άμεσης συνέργειας κατά την διάρκεια των πράξεων των παραπάνω κατηγορουμένων και στην εκτέλεση των κυρίων πράξεων, που καθένας εξ αυτών κατά περίπτωση τέλεσε, εις βάρος του Δημοσίου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, επί τω λόγω ότι με τις αναφερόμενες αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αθωώθηκε για έκδοση εικονικών τιμολογίων και με την 1095/2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος ανεξαρτήτως της αοριστίας του πρέπει ν' απορριφθεί διότι οι πράξεις φοροδιαφυγής, όπως είναι κι αυτές στις οποίες αναφέρεται ο κατηγορούμενος είναι πράξεις που πλήττουν διαφορετικά έννομα αγαθά και με διαφορετικά αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την νομοτυπική τους μορφή και όχι για διαφορετικό χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης, όπως ισχυρίζεται αυτός....".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι έζησε ως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε σε βάρος του Δημοσίου με την ελάττωση της περιουσίας να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το συνολικό αντικείμενο της πράξης να έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 αλλά και των 150.000 ευρώ, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι:

Στη …, στους κατωτέρω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις του στη συνολική ζημία που από αυτές επέφεραν, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους δράστες κατά τη διάρκεια αυτών των πράξεων και στην εκτέλεση των κύριων πράξεων, που καθένας εξ αυτών κατά περίπτωση, τέλεσε.

Ειδικότερα, ενώ διατηρούσε την ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων, με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στους κάτωθι αναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους της …' Δ.Ο.Υ. … κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, που καθένας εξ αυτών κατά περίπτωση, τέλεσε ήτοι, στην πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, από τις πράξεις του δε αυτές, που έγιναν επί μακρό χρόνο και με σκοπό να ωφεληθεί αυτός και η ατομική του επιχείρηση, η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανήλθε συνολικά στο ποσό των τετρακοσίων τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε δραχμών (403.954.285) και ήδη ενός εκατομμυρίου εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (1.185.485,80 €) υπερβαίνει δηλαδή τόσο τα 120.000,00 ευρώ όσο και τα 150.000,00 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950.

Πλέον συγκεκριμένα, σας κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες, ενώ διατηρούσε την ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων και με Α.Φ.Μ. ...55 αρμοδιότητας … Δ.Ο.Υ. …, παρότι γνώριζε τις κάτωθι αναφερόμενες επιμέρους έκνομες ενέργειες α) της Γ. Κ. Γ. του Η., αρχικά υπαλλήλου και μεταγενέστερα Προϊσταμένης του Τμήματος Φ.Π.Α.

τις ανωτέρω Δ.Ο.Υ. β) της Γ. Σ. του Ι., υπαλλήλου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., γ) Τ. Π. του Ε., Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. και δ) του Β. Ε. του Δ., Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., που ήταν υπάλληλοι κατά την έννοια του συνδυασμού των άρθρων 13α, 256 και 263Α του Π.Κ., αρμόδιοι για τον προσδιορισμό, την είσπραξη και τη διαχείριση φόρων, με σκοπό να ωφελήσει τον εαυτό του και την ατομική του επιχείρηση, παρείχε την άμεση συνδρομή του στους προαναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους, κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και, ακόμη ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και στους επιμέρους χρόνους, που ταυτίζονται με τις κατωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες των ως άνω υπαλλήλων, παρείχε σε καθέναν εξ αυτών την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση των κύριων και παρακάτω αναφερόμενων υπ' αριθ. 1 έως 31 επιμέρους πράξεων, υποβάλλοντας σε αυτούς τις ανακριβείς κατά περιεχόμενο περιοδικές δηλώσεις των παρακάτω αναφερόμενων φορολογικών περιόδων και τις αντίστοιχες, επίσης παρακάτω διαλαμβανόμενες, αιτήσεις επιστροφής φόρου, παρέχοντας σε αυτούς τα αναγκαία για τη νομιμοφανή κατάθεση του αιτήματος δικαιολογητικά, ώστε να δύνανται αυτοί, στα πλαίσια ο καθένας των δικών του αρμοδιοτήτων, να δικαιολογήσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες ενέργειες τους επικαλούμενοι την ύπαρξη αλλά και την εξωτερική νομιμότητα των προαναφερόμενων ψευδών κατά περιεχόμενο εγγράφων και δικαιολογητικών με τα οποία αυτός τους εφοδίασε, μολονότι εξαρχής γνώριζαν ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση δεν είχε νόμιμη αξίωση στην αιτούμενη κατά περίπτωση επιστροφή Φ.Π.Α., αφού στην πραγματικότητα κατά τις είκοσι εννέα (29) φορολογικές περιόδους (μήνες) από 13-5-1996 έως και 30-9-1998 είχε λάβει από δεκατέσσερις (14) προμηθευτές εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και, ειδικότερα, κατά τη διαχειριστική περίοδο 1996 είχε λάβει σαράντα δύο (42) τιμολόγια συνολικής καθαρής αξίας 483.434.054 δρχ (ήδη 1.418.735,30 ευρώ), κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 είχε λάβει ογδόντα τρία (83) τιμολόγια συνολικής καθαρής αξίας 926.520.228 δρχ (ήδη 2.719.061,56 ευρώ) και κατά τη διαχειριστική περίοδο 1998 είχε λάβει σαράντα τρία (43) τιμολόγια συνολικής αξίας 911.216.145 δρχ (ήδη 2.674.148,62 ευρώ), ήτοι:

1) την 9-7-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ,Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 229/9-7-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.296.655 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 15531/31-5-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 9.218.506 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 13-5* 1996 έως 31-5-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 609/9-7-1996 Α.Φ.ΕΚ. Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρηση υπέβαλε την προαναφερόμενη πρώτη αίτηση επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. κατά 90% επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΠΟΛ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26- 4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε.

και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν ότι η από 5-7-1996 έκθεση ελέγχου που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ήταν περιληπτική και δε στηρίχτηκε σε έλεγχο ουσίας, δεδομένου ότι δεν έφερε τα βασικά στοιχεία και τον τύπο της έκθεσης ελέγχου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 11/1989 (Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.), δεν διελάμβανε καμία αναφορά για τα δεδομένα της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.

της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου Μαΐου 1996 (εισροές, φόρος εισροών, εκροές, πιστωτικό υπόλοιπο κλπ) καθώς και για τα δεδομένα που προέκυπταν από τα βιβλία της επιχείρησης, με τη συγκριτική διαπίστωση της ύπαρξης ή μη διαφορών και της νομιμότητας του πιστωτικού υπολοίπου του οποίου ζητούνταν η επιστροφή και δεν διελάμβανε καμία αναφορά επαλήθευσης των εμφανιζόμενων εισροών και του Φ.Π.Α.

αυτών αλλά και των προμηθευτών της επιχείρησης, εντούτοις, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ,Π.Α. της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με τον προαναφερόμενο υπάλληλο, που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεώτερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 9- 7-1996, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ. 229/9-7-1996 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (609/9-7-1996), που στηρίχθηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της επιχείρησής του με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 8.296.655 δραχμών και ήδη 24.348,22 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 90%, που δήθεν δικαιούνταν αυτή να λάβει, για τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο ενώ στην πραγματικότητα την ίδια φορολογική περίοδο η ατομική επιχείρησή του είχε λάβει εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικού ύψους 51.059.320 δρχ, που αποτελούσαν τις μόνες εισροές που εμφανίζονταν στην περιοδική της δήλωση ως φορολογητέες εισροές με φόρο συνολικού ύψους 9.190.678 δρχ (100%).

2) την 30-8-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Γ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 282/30-8-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.043.129 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 21696/31-7-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.270.144 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7- 1996 έως 31-7-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 792/30-8-1996 Α.Φ.ΕΚ.

3) την 30-9-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με την Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 318/30-9-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.283.987 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 23870/30-8-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 11.426.652 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8-1996 έως 31-8-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 914/30-9-1996 Α.Φ.ΕΚ. 4) την 5-11-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 366/5-11-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 4.560.230 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 26810/2-10-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 5.066.923 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-9- 1996 έως 30-9-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1298/5-11-1996 Α.Φ.ΕΚ. 5) την 26-11-1996, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 402/26-11-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 7.557.417 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 29665/31-10-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 8.397.130 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-10-1996 έως 31-10-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1393/26-11-1996 Α.Φ.ΕΚ.

6) την 17-12-1996, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Γ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 445/17-12-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.140.905 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90?4) της 33101/29-11-19% αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.045.449 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11- 1996 έως 30-11-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1554/17-12-1996 Α.Φ.ΕΚ.

7) την 29-1-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 37/29-1-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 15.647.096 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 35452/31-12-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.385.662 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-12-1996 έως 31-12-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 59/29-1-1997 Α.Φ.ΕΚ.

8) την 27-2-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Α., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 63/27-2-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.394.470 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 2600/31-1-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.327.189 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-1-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 110/27-2-1997 Α.Φ.ΕΚ. 9) την 26-3-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 113/26-3-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 5.954.707 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 4989/28-2-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 6.616.341 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-2-1997 έως 28-2-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 167/26-3-1997 Α,Φ.ΕΚ.

10) την 2-5-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 190/29-5-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.133.069 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 9657/30-4-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.147.854 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 30-4-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 318/29-5-1997 Α.Φ.ΕΚ. 11) την 27-8-1997, ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 346/27-8-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 10.987.794 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρηση, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 18596/31-7-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.208.660 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7-1997 έως 31-7-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 565/27-8-1997 Α.Φ.ΕΚ.

12) την 30-10-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 406/30-10-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.990.991 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 23253/30-9-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.989.990 δραχμών για το χρονικό διάσημα από 1-9-1997 έως 30-9-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 879/30-10-1997 Α.Φ.ΕΚ. 13) την 27-11-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 456/27-11-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 20.331.316 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανό ποίηση (90%) της 26224/30-10-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 22.590.351 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-10-1997 έως 31-10-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1064/27-11-1997 Α.Φ.ΕΚ.

14) την 24-12-1997, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 497/24-12-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 8.496.163 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 29481/28-11-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 9.440.181 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 30-11-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 1352/24-12-1997 Α.Φ.ΕΚ.

15) την 21-9-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊστάμενη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με το Μ. Γ., υπάλληλο του Τρήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 333/21-9-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.451.780 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε ικανοποίηση της 16122/18-6-1998 αίτησης επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) μετά την υποβολή της υπ' αριθ. 16122/18-6-1998 εκκαθαριστικής δήλωσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 645/21-9-1998 Α.Φ.ΕΚ.

Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρησή του υπέβαλε την προαναφερόμενη εκκαθαριστική δήλωση και την σχετική αίτηση επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΠΟΛ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26- 4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε. και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν αφενός ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση κατά τη διαχειριστική περίοδο 1997 είχε λάβει εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 926.520.228 δρχ για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και αφετέρου ότι η σχετική έκθεση ελέγχου περί επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% της διαχειριστικής χρήσης 1997, την οποία συνέταξε ο ανωτέρω υπάλληλος του Τμήματος Φ.Π.Α., ήταν ελλιπής, δίχως κανένα στοιχείο ελέγχου αναφορικά με τη διαπίστωση της βασιμότητας ή μη του ασκούμενου δικαιώματος επιστροφής και ειδικότερα για τη νομιμότητα των εμφανιζόμενων εισροών, εντούτοις, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με τον προαναφερόμενο υπάλληλο που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεώτερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 21-9-1998, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ. 333/21-9-1998 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (645/21-9-1998), που στηρίχτηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της επιχείρησής του με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 16.451.780 δρχ και ήδη 48.281,08 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 10% του συνολικού ποσού των 164.517.818 δρχ, που δήθεν δικαιούταν να λάβει ως συνολική επιστροφή Φ.Π.Α. για τη συγκεκριμένη χρήση (1997).

16) την 27-2-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 94/27-2-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.831.325 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 2780/30-1-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 15.368.139 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-1-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 132/27-2-1998 Α.Φ.ΕΚ. 17) την.31-3-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Τ. Π., Προϊστάμενο του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 122/30-3-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.522.582 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 5628/27-2-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.725.091 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 28-2-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 172/31-3-1998 Α.Φ.ΕΚ. 18) την 29-4-1998, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 151/29-4-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 23.664.936 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρηση, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 8419/31-3-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 26.294.373 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-3- 1998 έως 31-3-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 249/29-4-1998 Α.Φ.ΕΚ. 19) την 28-5-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 177/28-5-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.177.928 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 11236/30-4-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 23.531.031 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1998 έως 30-4-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 288/28-5-1998 Α.Φ.ΕΚ.

20) την 30-6-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... αλλά και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. συνυπέγραψε με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 216/30-6-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 19.463.308 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 14220/29-5-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 21.625.898 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-5-1998 έως 31-5-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με την προαναφερόμενη υπάλληλο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 460/30-6-1998 Α.Φ.ΕΚ.

21) την 27-8-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Ζ. Μ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 309/27-8-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 18.054.000 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 20251/31-7-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 20.060.001 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-7-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 598/27-8-1998 Α.Φ.ΕΚ. 22) την 28-9-1998, ο Β. Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊσταμένη του Τμήματος Φ.Π.Α.

της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τον Ξ. Ε., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 345/28-9- 1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.236.862 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 22336/31-8-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.485.403 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8-1998 έως 31-8-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 678/28-9-1998 Α.Φ.ΕΚ. 23) την 27-10-1998, ο Β.

Ε., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τη Γ. Κ. Γ., Προϊστάμενη του Τμήματος Φ.Π.Α. της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Ζ. Μ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 387/23-10-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 7.633.132 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 24897/30-9-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 8.481.258 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-9-1998έως 30-9-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 819/27-10-1998 Α.Φ.ΕΚ. 24) την 19-7-1996, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ.

και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 248/19-7-1996 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 3.871.903 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 16483/6-6-1996 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 4.302.115 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1996 έως 30-6-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 635/19-7-1996 Α.Φ.ΕΚ.

25) την 25-6-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 231/25-6-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 11.398.932 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε ικανοποίηση της 13265/15-6-1997 αίτησης επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% μετά την υποβολή της υπ' αριθ. 3979/20-5-1997 εκκαθαριστικής δήλωσης για το χρονικό διάστημα από 13-5-1996 έως 31-12-1996, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 411/25-6-1997 Α.Φ.ΕΚ. Εξάλλου, όταν η ανωτέρω επιχείρησή του υπέβαλε την προαναφερόμενη εκκαθαριστική δήλωση και την σχετική αίτηση επιστροφής υπολοίπου Φ.Π.Α. (10%) επικαλούμενη δικαίωμα υπαγωγής της στην διαδικασία της ΑΥΟ ΓΙΟΑ 1078/91 (ΦΕΚ265 Β'/26-4-91) λόγω ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε χώρες της Ε.Ε.

και εξαγωγών σε τρίτες χώρες (Βουλγαρία, FYROM, Κύπρο), παρότι άπαντες εγνώριζαν αφενός ότι η ανωτέρω ατομική του επιχείρηση κατά τη διαχειριστική περίοδο 1996 είχε λάβει σαράντα δύο (42) εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 483.434.055 δρχ για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και αφετέρου ότι η με ίδια ημεροχρονολογία (25-6-1997) έκθεση ελέγχου περί επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α.

κατά 10% της διαχειριστικής χρήσης 1996 (από 13-5-1996 έως 31-12-1996), την οποία συνέταξε η ανωτέρω αρμοδία υπάλληλος του Τμήματος Φ.Π.Α., ήταν ελλιπής, δίχως τα βασικά στοιχεία ελέγχου και επαλήθευσης που προβλέπονται στην Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1078/1991 αφού σε αυτήν αόριστα αναφερόταν ότι "από την αντιπαραβολή των βιβλίων της επιχείρησης με τις περιοδικές της δηλώσεις δεν διαπιστώθηκαν διαφορές" χωρίς, όπως αντιθέτως έπρεπε, να εξειδικεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα των βιβλίων σε σχέση με εκείνα των δηλώσεων και χωρίς να έχουν ελεγχθεί οι εμφανιζόμενες από την επιχείρηση φορολογητέες εισροές και ο αναλογών σε αυτές φόρος, ο οποίος θα έπρεπε να έχει καταβληθεί από τους προμηθευτές της επιχείρησης και δεν καταβλήθηκε, και, επιπλέον, χωρίς να αναφέρεται αν ελέγχθηκε η νομιμότητα των επιστροφών Φ.Π.Α.

του υπολοίπου 90% που η επιχείρηση αυτή είχε λάβει στις φορολογικές περιόδους από το Μάιο έως και το Δεκέμβριο της ίδιας διαχειριστικής χρήσης (1996) ούτε αν θεωρήθηκαν από την υπάλληλο τα βιβλία της επιχείρησης κατά τη διάρκεια του ελέγχου, εντούτοις, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α.

της παραπάνω Δ.Ο.Υ., συνυπέγραψε την έκθεση αυτή με την προαναφερόμενη υπάλληλο που τη συνέταξε, παραλείποντας να διαπιστώσει τις ελλείψεις και να ζητήσει τη σύνταξη νεώτερης και πλήρους έκθεσης ελέγχου, με αποτέλεσμα την 26-6-1997, δυνάμει της ανωτέρω διαλαμβανόμενης απόφασης (υπ' αριθ. 231/25-6-1997 απόφασης) και του προαναφερόμενου Α.Φ.ΕΚ. (411/25-6-1997), που στηρίχθηκαν στην ελλιπή αυτή έκθεση ελέγχου, να εκταμιευθεί υπέρ της παραπάνω ατομικής του επιχείρησης με αντίστοιχη ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου, το ως άνω ποσό των 11.398.932 δρχ και ήδη 33.452,48 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α.

κατά 10% του συνολικού ποσού των 87.112.581 δρχ, που αυτή δήθεν δικαιούνταν να λάβει, ως συνολική επιστροφή Φ.Π.Α. για τη συγκεκριμένη χρήση (1996).

26) την 24-4-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 116/24-4-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.263.826 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 7027/31-3-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.737.584 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-3-1997 έως 31-3-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 231/24-4-1997 Α.Φ.ΕΚ.

27) την 25-6-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 233/25-6-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.348.966 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 12764/30-5-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.721.073 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 έως 31-5-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 413/25-6-1997 Α.Φ.ΕΚ.

28) την 25-7-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Σ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 296/25-7-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 12.150.165 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 15866/30-6-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 13.500.183 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 30-6-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 514/25-7-1997 Α.Φ.ΕΚ.

29) την 29-9-1997, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 374/29-9-1997 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.475.136 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 20607/29-8-1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.083.485 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 31-8-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 766/29-9-1997 Α.Φ.ΕΚ.

30) την 28-1-1998, ο Τ. Π., ενεργώντας με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ... συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. και με τη Γ. Κ. Γ., υπάλληλο του Τμήματος Φ.Π.Α. της αυτής Δ.Ο.Υ., την 34/28-1-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 14.539.435 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του, σε μερική ικανοποίηση (90%) της 32778/31-12- 1997 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.154.928 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-12-1997 έως 31-12-1997, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με τα προαναφερόμενα πρόσωπα το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 36/ 28-1-1998 Α.Φ.ΕΚ.

31) την 29-7-1998, η Γ. Κ. Γ., ενεργώντας με την ιδιότητα της υπαλλήλου του Τμήματος Φ.Π.Α. της Δ.Ο.Υ. ..., συνυπέγραψε με τον Π. Ι., Αναπληρωτή Προϊστάμενο της ίδιας Δ.Ο.Υ. ενεργούντα με την ιδιότητά του αυτή αλλά επιπλέον και για λογαριασμό του Προϊσταμένου του Τμήματος της αυτής Δ.Ο.Υ., την 271/29-7-1998 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α.

ποσού 15.052.140 δραχμών προς την ανωτέρω επιχείρησή του σε μερική ικανοποίηση (90%) της 17221/30-6-1998 αίτησης επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 16.724.601 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1998 έως 30-6-1998, την ίδια δε ημέρα συνυπέγραψε με το προαναφερόμενο πρόσωπο το αναγκαίο για την ολοκλήρωση της επιστροφής 538/29-7-1998 Α.Φ.ΕΚ. Επομένως, με τις ανωτέρω επιμέρους ενέργειές του, που τελέστηκαν επί μακρό χρόνο και συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος και αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό όφελος της ατομικής του επιχείρησης και στην αντίστοιχη συνολική βλάβη της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, που αυτές επέφεραν, παρείχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους εφοριακούς υπαλλήλους της …' Δ.Ο.Υ.

… κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, που καθένας εξ αυτών τέλεσε ήτοι, στην πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, στην οποία η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά τόσο των 120.000,00 ευρώ όσο και των 150.000,00 ευρώ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, από τις πράξεις του δε αυτές, που έγιναν με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος και η ατομική του επιχείρηση, η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου ανήλθε συνολικά στο ποσό (8.296.655 + 11.043.129 + 10.283.987 + 4.560.230 + 7.557.417 + 17.140.905 + 15.647.096 + 17.394.470 + 5.954.707 + 9.133.069 + 10.987.794 + 8.990.991 + 20.331.316 + 8.496.163 + 16.451.780 + 13.831.325 + 19.522.582 + 23.664.936 + 21.177.928 + 19.463.308 + 18.054.000 + 11.236.862 + 7.633.132 + 3.871.903 + 11.398.932 + 13.263.826 + 12.348.966 + 12.150.165 + 14.475.136 + 14.539.435 + 15.052.140 =} των τετρακοσίων τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα πέντε δραχμών (403.954.285) και ήδη ενός εκατομμυρίου εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (1.185.485,80 €), υπερβαίνει δηλαδή τόσο τα 120.000,00 ευρώ όσο και τα 150.000,00 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ'εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Δημοσίου, που υπέστη ζημία άνω των 150.000 ευρώ, με τις ιδιάζοντως επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της πράξης επί μακρό χρόνο και με το αντικείμενο της πράξης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β', 256 του ΠΚ και 1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, ως προς τις επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων και αναγνωσθέντα έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, από το σύνολο δε των παραδοχών της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε όλα υπόψη και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, ενώ δεν υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά όλα τα αποδεικτικά μέσα, να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιό βάρυνε περισσότερο στην κρίση του.

Πιο συγκεκριμένα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αναμφισβήτητα, ότι για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και τις αποφάσεις 2497-2498/2013 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 8847/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, τις από 24-4-2010 και 29-9-2010 υπεύθυνες δηλώσεις του Π.

Τ., το υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου 3601/3-10-2013 του ΣΔΟΕ … και το έγγραφο 650/6-9/2005 του 5ου Ειδικού Συνεργείου Ελέγχου, που επισημαίνονται από τον αναιρεσείοντα στην κρινόμενη αίτηση. Επίσης, από τη συλλογιστική του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση των στοιχείων, τα οποία συγκροτούν την τελεσθείσα από εφοριακούς υπαλλήλους της …Δ.Ο.Υ … αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου με ελάττωση της περιουσίας αυτού (Δημοσίου) ιδιαίτερα μεγάλη και με το συνολικό αντικείμενο της πράξης να έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 αλλά και των 150.000 ευρώ, με τις ιδιάζοντως επιβαρυντικές περιστάσεις της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής, γνωρίζοντας ότι παρέχει τη συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην τέλεση της κύριας πράξης και έχοντας τη θέληση της παροχής συνδρομής στους αυτουργούς, για να τελέσουν την εν λόγω άδικη πράξη, εισέπραττε προσωπικώς παράνομα επιστρεφόμενα ποσά ΦΠΑ, ανερχόμενα συνολικά στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό του 1.185.485,80 ευρώ, και μάλιστα συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, προς όφελος της ατομικής επιχείρησης, την οποία διατηρούσε, με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος και ο τρίτος από τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές, σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι, κατά την άποψή του, από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, που δικάστηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξης, ως ιστορικού γεγονότος, στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Η "πράξη", κατά το άρθρο 57 του ΚΠοινΔ, νοείται με την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξης του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτώς μεταβλήθηκε. Και τούτο, διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.

Για την ταυτότητα πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου.

Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Τέτοιος είναι και ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός, αφού η παραδοχή του άγει στην κήρυξη της κατά του κατηγορουμένου ποινικής δίωξης απαράδεκτης. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναίρεσης, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε, δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η κατ' αυτού ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέτρεχε δεδικασμένο, που απέρρεε, κατά τον ίδιο, από τις δικαστικές αποφάσεις με αριθμούς 42441/2007 και 36923/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της έκδοσης πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων και 1095/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της αποδοχής πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι "....οι πράξεις φοροδιαφυγής, όπως είναι κι' αυτές στις οποίες αναφέρεται ο κατηγορούμενος είναι πράξεις που πλήττουν διαφορετικά έννομα αγαθά και με διαφορετικά αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την νομοτυπική τους μορφή και όχι για διαφορετικό χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης, όπως ισχυρίζεται αυτός".

Με αυτά που δέχθηκε, ως προς τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού οι κριθείσες με τις προαναφερόμενες αποφάσεις πράξεις της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρ. 19 του Ν. 2523/1997), συγκροτούνται από διαφορετικά αντικειμενικά στοιχεία και αφορούν σε προστατευόμενο έννομο αγαθό διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αφορά η πράξη της άμεσης συνέργειας σε απιστία, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ελλείπει, επομένως, το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξης στις περιπτώσεις, επί των οποίων έκριναν οι ανωτέρω αποφάσεις, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση ύπαρξης δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς περί δεδικασμένου ισχυρισμού του, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξής του, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώστηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του.

Διαφορετικά, αν, δηλαδή, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης του, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά και βρίσκονται στη δικογραφία".

Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς, ενόψει δε και της αρίθμησής τους προκύπτει αναμφισβήτητα η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. Μάλιστα, τα έγγραφα με αύξοντες αριθμούς 36 έως 67 προσκομίστηκαν από τον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας συνήγορο και, συνεπώς, είναι αυτονόητο ότι γνώριζε το περιεχόμενό τους.

Περαιτέρω, με τη γενόμενη και μη αμφισβητούμενη ανάγνωση του περιεχομένου τους στο ακροατήριο, για την οποία δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος, έγινε γνωστό και σ' αυτόν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, οπότε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει, ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με το συγκεκριμένο ή παρεμφερή προσδιορισμό, ούτε απορρίφθηκε υποβληθέν αίτημα για την ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου και, επομένως, δεν ανακύπτει αβεβαιότητα ως προς την ανάγνωση και την ταυτότητα των εγγράφων.

Κατά συνέπεια, ως προς το πρώτο σκέλος του, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι αβάσιμος. Τέλος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης, που θεσπίστηκε από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού δεν κλητεύθηκαν για να καταθέσουν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας μάρτυρες από τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (ΠΕΚ) και το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), είναι αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι είχε υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα τέτοιο αίτημα, που αγνοήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, οπότε ουδεμία παραβίαση των υπερασπιστικών του, δικαιωμάτων επήλθε εκ του λόγου τούτου και δεν ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), περιοριζομένης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ισχύει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-3-2018) του Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 2/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ