1930/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1930/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 76, 556 § 1 και 558 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτο, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα.
Full text
Απόφαση 1930 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1930/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεωργίου Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ... Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην ….
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ν. Μ. του Φ., 2) Η. Μ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καραχάλιο και 3) συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2001 ανακοπή των ήδη πρώτου και δεύτερου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4736/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2004 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 562/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 77/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7040/2007 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 144/2010 και 378/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν τη συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το Ελληνικό Δημόσιο με κλήση και εκδόθηκε η 1289/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση της 7040/2007 απόφασης απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 9-12-2015 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 28-9-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως, με την επιφύλαξη της κρίσης περί του παραδεκτού αυτής και του μη απαραδέκτου της συζητήσεως αυτής, κατά την συζήτηση της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 §§ 1 και 4, 558 εδαφ. β’ , 576 § 2 ΚΠολΔ και 74 § 1 του ν.δ.356/1974 προκύπτει ότι, σε δίκη επί της ανακοπής τρίτου κατά της διοικητικής εκτελέσεως, η οποία ανακοπή κατά την τελευταία διάταξη πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση Δημοσίου και κατά του οφειλέτη, η ομοδικία που δημιουργείται είναι αναγκαστική, αφού δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών, ο δε απολειπόμενος αναγκαστικός ομόδικος, εφόσον κλητεύτηκε νόμιμα, θεωρείται σαν να ήταν παρών και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.
Ωστόσο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 76, 556 § 1 και 558 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτο, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα.
Από το συνδυασμό, τέλος, των διατάξεων των άρθρων 575, 226 § 4 εδ. α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση με την από 9-12-2015 κλήση του αναιρεσείοντος η από 7-4-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7040/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν έγινε δεκτή, μετ’ εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, ανακοπή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως τρίτων, που προέβαλαν δικαίωμα κυριότητας σε ακίνητο στο οποίο είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου οφειλέτη του, Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ....".
Η ανακοπή αυτή είχε στραφεί τόσο κατά του επισπεύδοντος τη διοικητική αυτή εκτέλεση αναιρεσείοντος, όσο και κατά του οφειλέτη του, τρίτου αναιρεσιβλήτου, μεταξύ των οποίων έτσι υπήρξε αναγκαστική ομοδικία. Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον, το οποίο προσκομίζει τις υπ’ αριθμ. .../30-3-2016 και .../15-5-2015 εκθέσεις επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητριών της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β.
Κ. και Μ. Ν., αντίστοιχα, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι, μετά από παραγγελία του ιδίου, ακριβές αντίγραφο της από 9-12-2015 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 30-5-2016, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων οικοδομικό συνεταιρισμό, ενώ προηγουμένως είχε επιδοθεί σ’ αυτόν και ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 7-4-2008 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε, απόντος του τελευταίου (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 13-3-2017. Επομένως, αφού κατά τη δικάσιμο αυτή ο ανωτέρω διάδικος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Σημειωτέον ότι με την προηγηθείσα 144/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς το διάδικο αυτόν, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, και επομένως δεν απαιτείται να περιληφθεί στην παρούσα σχετική διάταξη. Περαιτέρω, αν και δεν απαιτείται πλέον, μετά την κατάργηση του άρθρου 12 § 2 του ν. 2298/1995, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 42 του ν.2721/1999 δια του άρθρου 13 § 9 του ν. 3790/2009, διαπιστώνεται ότι είχε κατατεθεί εμπροθέσμως (20-5-2008) στη γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση κυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αρ. 567/2008 θετικής γνώμης του αρμοδίου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό της αναιρέσεως και το βάσιμο των λόγων της.
II. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 226 § 2, 270 §§ 1 και 2 341 §§ 1,2 και 3 και 524 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά τον ν. 2207/1994 και πριν το ν.2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στο πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1574/2005, ΑΠ 410/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης ανακοπής (αριθ. κατ. .../2-7-2001) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών όρισε με την από 2-7-2001 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της ανακοπής αυτής ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ.
Με την ανακοπή αυτή οι ανακόπτοντες, 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων, ως τρίτοι, επικαλούμενοι δικαίωμα κυριότητας σε ακίνητο στο οποίο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ το πρώτο των καθ’ ων η ανακοπή-αναιρεσείον, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του σε βάρος του οφειλέτη του οικοδομικού συνεταιρισμού, τρίτου των καθ’ ων η ανακοπή, ως ανήκον ιδιοκτησιακά στον τελευταίο, ζήτησαν να ακυρωθεί η σχετική έκθεση κατασχέσεως όσον αφορά το ακίνητο αυτό.
Επί της άνω ανακοπής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3731/2002 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω του ότι δεν είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή την ανακοπή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εκδικάζοντας στην ουσία την ανακοπή την έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι το τελευταίο για να καταλήξει στην άνω κρίση του εκτίμησε μαζί με τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και τις υπ’ αριθμ. .../8-1-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Γ. συζύγου Ν. Κ., στις οποίες περιέχονται βεβαιώσεις μαρτύρων των ανακοπτόντων -αναιρεσιβλήτων.
Όμως οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αποτελούν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και για την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, αφού η υπόθεση, υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 341 ΚΠολΔ είχε εισαχθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2915/2001 (δηλ.
προ της 1-1-2002). Επομένως το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ πλημμέλεια και είναι βάσιμος ο 1ος λόγος του αναιρετηρίου από την διάταξη αυτή, παρελκούσης πλέον της έρευνας των ετέρων αναιρετικών λόγων, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν θα πρέπει, δεκτής γενομένης της από 7-4-2008 αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 § 1 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 7040/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ