Legislator Case Law & Legislation
1930/2014 AI generated

1930/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1930/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1930/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής (κτήση της συγκυριότητας από την αναιρεσείουσα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 κ επ. 994, 1045, 1052 και 1884 ΑΚ, 79 § 2 του Αγροτικού Κώδικα, 1 § 1 του αν.

Keywords

AI generated
contractor's lien quarrying zone action for exclusion from co-ownership geographical names pollution from land-based sources previous legal status
AI generated
304/2020
Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.
180/2013
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας - αγωγή – Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος – Απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Δεν αποκλείεται η εφαρμογή και επί δικαιώματος που πηγάζει από διατάξεις δημοσίας τάξης, όπως του Αγροτικός Κώδικα. Ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία από αριθμ. 8 ή 14. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Λόγοι από 8. Κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο. Απορρίπτει αναίρεση.
1723/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
180/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1427/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1930 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1930/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. συζ. Κ. Χ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Σ. του Π. και 2)Ε. χας Π. Σ., το γένος Μ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/1997 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 238/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 424/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2012 αίτησή της, τους από 1/3/2013 προσθέτους λόγους αναίρεσης και τις από 14/6/2013 προτάσεις με τις οποίες ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 9/9/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεώργιου Κριμπά, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 5-11-2012 αίτηση της Φ. συζύγου Κ. Χ., το γένος Π. Σ., και οι από 1-3-2013 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι για αναίρεση της υπ'αριθμ. 424/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Αντικείμενο της προκειμένης δίκης αποτελεί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 16-11-1995 ένδικης διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και του δικογράφου των από 13-4-2010 προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (το οποίο τελικά μετά παραπομπή δίκασε την ως άνω αγωγή) με τις οποίες αυτή (ενάγουσα) περιόρισε το αντικείμενο της δίκης στη διεκδίκηση της συγκυριότητας της μόνο επί των 3/8 εξ αδιαιρέτου του ενός τετάρτου (1/4) εξ αδιαιρέτου επί των οκτώ (8) επιδίκων ακινήτων.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση και εκτίμηση των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από την αναιρεσείουσα διαδικαστικών εγγράφων προηγούμενης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων και της προκειμένης δίκης και ειδικότερα: 1) αντιγράφου της από 19.9.1994 διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αυτών δύο αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους ο πρώτος είναι τέκνο της αποβιώσαντος πατέρα της Π.

Σ. από το δεύτερο γάμο του με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Π. Σ., 2)αντιγράφου της υπ'αριθμ. 169/1996 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της ως άνω προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας, 3)αντιγράφου της υπ'αρ. 813/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας και 4) αντιγράφου της υπ'αρ. 467/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι έγινε δεκτή τελεσίδικα η προαναφερόμενη από 19-9-1994 διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας που αφορούσε τη διεκδίκηση της συγκυριότητας της επί των 3/4 εξ αδιαιρέτου των ίδιων οκτώ (8) επιδίκων ακινήτων, τα οποία αποτελούν και αντικείμενο της ένδικης από 16-11-1995 διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία διεκδικεί τη συγκυριότητά της και επί των 3/8 εξ αδιαιρέτου του 1/4 εξ αδιαιρέτου (όσο ήταν το κληρονομικό μερίδιο του πατέρα της από την κληρονομία της προαποβιώσασας πρώτης συζύγου του και μητέρας της αναιρεσείουσας Χ.

Σ.) επί των επιδίκων ακινήτων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή και ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 1178/2011, ΑΠ 868/2011).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 κ επ, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών (εξ αδιαιρέτου συγκυριων) και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών ασποσβεστική ή κτηματική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους κοινωνούς (εξ αδιαιρέτου συγκυρίους) ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και περάσει από την γνωστοποίηση αυτήν η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής (ΑΠ 117/2000 και 32/2000).

Η γνωστοποίηση προς τους συγκληρονόμους για την αντιποίηση της νομής, μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις που αφήνουν να διαφανεί η ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκληρονόμου. Η δε γνώση των συγκληρονόμων, ότι ο συγκληρονόμος τους αντιποιείται τη νομή τους, μπορεί να προέρχεται είτε από τον αντιποιούμενο τη νομή είτε από οποιονδήποτε άλλον και δεν απαιτείται να γίνει κατά ορισμένο τρόπο, αρκεί η γνώση του συγκληρονόμου (ΑΠ 954/2013 και ΑΠ 689/1996).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 79 § 2 του Αγροτικού Κώδικα (Β. δ/μα της 29-10/6-12-1949), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 § 1 του αν ν.431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ* αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό, να παράσχει και σ' αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία.

Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία εξ αυτών χρόνος από την ισχύ του ως άνω αναγκαστικού νόμου.

Τούτο μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον έχει κυρωθεί όπως ορίζει ο νόμος η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2004, ΑΠ 728/2010 και ΑΠ 150/2009).

Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 3194/1955, σαφώς προκύπτει ότι οι κληρονομιές των κληρούχων, που απεβίωσαν προ της ισχύος του νόμου αυτού (22-4-1955) διέπονται απεριόριστα από τις διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΚ για τον από της 23-2-1946 και μετά χρόνο, του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου για τον προηγούμενο χρόνο), ανεξάρτητα από την εξόφληση ή μη του κλήρου και την περιέλευση ο' αυτούς της κυριότητας του κλήρου με την έκδοση και μεταγραφή του σχετικού παραχωρητηρίου όταν ήσαν αυτοί στη ζωή, με τη μόνη όμως προϋπόθεση ότι οι κληρονομιές αυτές δεν είχαν ρυθμιστεί κατά την ως άνω ισχύ του νόμου με απόφαση της Ε.Α., ή με άλλη πράξη της διοικήσεως ή με δικαστική απόφαση (ΑΠ 928/1988).

Με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν.3194/1955 οι κλήροι του Θεσσαλικού Γεωργικού Ταμείου υπήχθησαν στον Αγροτικό Κώδικα, κυρίως για να ενοποιηθεί το νομικό καθεστώς από άποψη κληρονομικής διαδοχής. Τέλος, κατά τους ορισμούς του Β.Ρ.Δ [ν. 12 Παν.δ (28.7), ν.14 παρ.8 Παν. (11.7) και ν.69 Παν. (29.2)] οι εκούσιοι (εξωτικοί) κληρονόμοι, δηλαδή όλοι εκτός από τους οικείους (sui) που είναι τα υπό την πατρική εξουσία του κληρονομουμένου τέκνα του (ν.2 Εισ. 2.19, 6.2 Εισ. 31, ν.3 κώδ. 6.30), για να αποκτήσουν την κληρονομιά και συνεπώς για να γίνουν κύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων, έπρεπε να υπεισέλθουν ο' αυτήν με ρητή ή σιωπηρή αποδοχή δι' αναμίξεως με πράξεις που φανερώνουν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμοι (ΑΠ 1713/2006, ΑΠ 690/1996 και ΑΠ 249/1993).

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ.1α') προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτόν αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 24/92).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη ,γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αυτής προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία επί κοινού πράγματος και εκείνων των άρθρων του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ της 29-10/6-12-1949) και του άρθρου 1 του αν ν. 431/1968, τις οποίες το Εφετείο, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αντίθετα είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας περί διεκδικήσεως της συγκυριότητας των οκτώ επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 3/8 του 1/4 εξ αδιαιρέτου μόνο κατά την κύρια βάση αυτής, ότι στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήση κυριότητας - κληρονομία εφάρμοσε εσφαλμένα κατά την άποψη της αναιρεσείουσας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές εν μέρει αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας στα πέντε επίδικα ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ...

και τα άλλα τρία επίδικα ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ... και: 1) της αιτιολογημένης άρνησης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων ως προς τη συγκυριότητα της αναιρεσείουσας επί των επιδίκων ακινήτων, 2) της ένστασης παραγραφής του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας και 3)της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας αναιρεσείουσας περί διεκδίκησης της συγκυριότητας της κατά τα 3/32 (3/8 Χ1/4) εξ αδιαιρέτου επί των οκτώ επιδίκων ακινήτων.

Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα από το σύνολο των επικαλεσθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν κληροτεμάχια γεωργικών κλήρων του Θεσσαλικού Γεωργικού Ταμείου και είναι τα εξής: 1) ένας λαχανόκηπος, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., εκτάσεως 1.911 τ.μ.

με αριθ. τεμ. 159, 2) ένας αμπελότοπος, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., εκτάσεως 2.000 τ.μ., με αριθ. τεμ. 119, 3) ένας αγρός, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "Κούτσουρο", με αριθ. τεμ. 112 της I κατηγορίας, εκτάσεως 5.000 τ.μ., 4) ένας αγρός, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "Καλπάκι", με αριθ.

τεμ. 112 της 1 κατηγορίας, εκτάσεως 5.000 τ.μ. 5) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται μέσα στο χωριό Ζάππειο, με αριθ. τεμ. 178, εκτάσεως 992 τ.μ., 6) ένας αγρός, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "Φονιάδες", με αριθ. τεμ. 23 της I κατηγορίας, εκτάσεως 42.840 τ.μ. 7) ένας αγρός, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "Λαγωνίκα" ή "Μυλωνόστρατα", με αριθ.

τεμ. 23 της II κατηγορίας, εκτάσεως 56.265 τ.μ., και 8) ένας αγρός, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ..., στη θέση "Κατσιαούνα" ή "Παλαμονίδες", με αριθ. τεμ. 23 της III κατηγορίας, εκτάσεως 49.710 τ.μ. Τα παραπάνω υπ' αρ. 6, 7 και 8 κληροτεμάχια παραχωρήθηκαν ως γεωργικός κλήρος στον Γ. Γ., στο όνομα του οποίου εκδόθηκε το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αρ. 5828/3-7-1957 οριστικό παραχωρητήριο κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Για τα λοιπά ως άνω κληροτεμάχια δεν προσκομίζεται με επίκληση από τους διαδίκους προσωρινό ή οριστικό παραχωρητήριο. Ο δικαιοπάροχος των διαδίκων Π. Σ., απεβίωσε στις 10-10-1976, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ενάγουσα θυγατέρα του από τον γάμο του με την αποβιώσασα πρώτη σύζυγο του Χ.

Σ. το γένος Ν. Χ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, τον πρώτο εναγόμενο τέκνο του από το γάμο του με την δεύτερη εναγομένη (δεύτερη) σύζυγο του, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και την τελευταία κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου. Ο ανωτέρω Π. Σ. νεμόταν τα επίδικα ακίνητα από την 23-5-1968 και έως το χρόνο του θανάτου του στις 10-10-1976, ασκώντας σ' αυτά με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, όπως καλλιέργεια, συγκομιδή των καρπών και επιτήρηση.

Μετά το θάνατο του επελήφθησαν της νομής των επιδίκων ως κληρονόμοι του οι εναγόμενοι, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής. Το έτος 1979 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι οι εναγόμενοι αντιποιούνται το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό της μερίδιο στη νομή των επιδίκων ακίνητων.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από το ότι η ενάγουσα στις προτάσεις της (8η σελ.) εκθέτει επί λέξει: "Μετά το θάνατο του πατέρα μας ζήτησα από τους ήδη εναγομένους να ρυθμίσουμε τα της κληρονομιάς του, λαμβάνοντας υπόψη και την ακυρότητα τη διαθήκης τη μητέρα μου Χ., πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν οιαδήποτε σχετική συζήτηση, θεωρώντας έγκυρη την εν λόγω διαθήκη, το δε κληρονομικό μερίδιο μου επί της κληρονομιάς του πατέρα μου, καλυπτόμενο από την αξία των ακινήτων του, με τα οποία με προίκησε".

Έτσι η ενάγουσα, από τον ως άνω χρόνο, που πληροφορήθηκε την αντιποίηση της συννομής της στα επίδικα από τους εναγομένους, απώλεσε αυτήν (συννομή), την οποία δεν επανέκτησε έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 1995 (ούτε εξάλλου ισχυρίζεται τούτο). Εξάλλου η ενάγουσα στην αγωγή της, όπως προεκτέθηκε, ισχυρίζεται, ότι ασκούσε νομή στα επίδικα, μετά το θάνατο του πατέρα της και έως το έτος 1995, δια των εναγομένων αντιπροσώπων της στη νομή.

Περαιτέρω για το πριν από την 23-5-1968 χρονικό διάστημα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, ο ανωτέρω Π. Σ. δεν μπορούσε να χρησιδεσπόζει στα επίδικα ακίνητα, αφού αυτά ήταν κληρουχικά και η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι το επικαλούμενο δικαίωμα νομής του ανωτέρω Π. Σ. στηρίζεται σε κληρονομικές διαδοχές των αρχικών κληρούχων.

Ειδικότερα οι μεν εναγόμενοι αρνούνται ο Π. Σ. ήταν νομέας των επιδίκων πριν από την 23-5-1968. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο ανωτέρω Π. Σ. απέκτησε τη νομή των επιδίκων, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, από 'κληρονομιά της μητέρας της Χ. Σ., η οποία, κατά το χρόνο θανάτου της, στις 2-6- 1946, ήταν νομέας αυτών, πλην όμως δεν ανέφερε ότι η τελευταία ήταν κληρονόμος των αρχικών κληρούχων (δηλ.

του κληρούχου Γ. Γ. για τα ανωτέρω υπ' αρ. 6, 7 και 8 ακίνητα και μη κατονομαζομένου κληρούχου για τα λοιπά ακίνητα) και, εφόσον η κληρονομική διαδοχή έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και κατά το χρόνο θανάτου των αρχικών κληρούχων, (ο οποίος δεν προσδιορίζεται), ήταν ενήλικη, ότι υπεισήλθε στη κληρονομιά αυτών, ρητά ή σιωπηρά με ανάμειξή της σ' αυτήν.

Κατόπιν των ανωτέρω πριν από την 23-5-1968 ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν μπορούσε να χρησιδεσπόζει στα επίδικα ακίνητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσμέτρηση του χρόνου νομής του στο χρόνο νομής της ενάγουσας. Ενώ από την 23-5-1968 και μέχρι το έτος 1979, οπότε η ενάγουσα απώλεσε τη συννομή της στα επίδικα, αφού τότε έλαβε γνώση της αντιποίησης αυτής εκ μέρους των εναγομένων, δεν συμπληρώνεται εικοσαετία για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως η ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά τα αναφερόμενα σ' αυτή με στοιχ. Αα, Αβ, Αγ, Αδ, Αε, 3α, 3β, 3γ επίδικα ακίνητα, κατά την επικουρική της βάση, που στηρίζεται σε κτήση της συγκυριότητας αυτών (επιδίκων) από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει διαφορετικά δεχόμενο εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, κατέληξε να δεχθεί ως βασίμους την από 15-10-2010 έφεση και τους από 10-4-2012 πρόσθετους λόγους έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίζοντας δε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή, την απέρριψε ως προς όλες τις βάσεις της, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής που δεν είχε εξετάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης της (κτήση της συγκυριότητας επί των επιδίκων με παράγωγο τρόπο - κληρονομία γονέων της).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής (κτήση της συγκυριότητας από την αναιρεσείουσα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 κ επ. 994, 1045, 1052 και 1884 ΑΚ, 79 § 2 του Αγροτικού Κώδικα, 1 § 1 του αν.

ν 431/1968, 16 και 29 § 1 του ν. 3194/1955 και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια γιατί η αναιρεσείουσα δεν κατέστη συγκυρία των 3/8 εξ αδιαιρέτου του 1/4 εξ αδιαιρέτου των οκτώ επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, υπεισελθούσα στη νομή αυτών ως συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος στις 10-10-1976 πατέρα της Π.

Σ., που νεμόταν τα επίδικα από τις 23-5-1968 και εντεύθεν συνεχώς μέχρι το θάνατό του ασκώντας επ'αυτών με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προασπισμό τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, συγκομιδή καρότου και επιτήρηση), τις ίδιες δε πράξεις συννομής συνέχισαν μετά το θάνατό του (10-10-1976) οι αναιρεσίβλητοι για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων του, στους οποίους περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα ως τέκνο αυτού από τον πρώτο γάμο του με την προαποβιώσασα αυτού σύζυγό του Χ.

Σ., το γένος Ν. Χ., με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από τις 23-5-1968 και εντεύθεν (άρθρα 1045, 1051 και 1052 ΑΚ). Επίσης δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία ως προς το περιστατικό της γνώσης από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα από το έτος 1979 και εντεύθεν της αντιποίησης της συννομής της επί των επιδίκων ακινήτων από τους εναγόμενους αναιρεσίβλητους συγκληρονόμους του κοινού δικαιοπαρόχου τους Π.

Σ., χωρίς εναντίωση της και την επιρροή που ασκεί αυτή στην έκβαση της δίκης (παραγραφή ένδικης αγωγής), μη λαμβάνοντας υπόψη ότι από το έτος 1980 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Νοέμβριος 1995) και τη συζήτηση αυτής με την από 12-8-2008 σχετική κλήση της αναιρεσείουσας η τελευταία με σειρά δικαστικών αγώνων (ακύρωση της δημόσιας διαθήκης της μητέρας της, διεκδίκηση των 3/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων ως κληρονόμος της μητέρας της Χ.

Σ.) με την ευνοϊκή τελικά, με αμετάκλητες αποφάσεις (ΑΠ 483/1993 και 367/2008) εξέλιξη υπέρ αυτής, δεν εφησύχασε ως προς την, πριν τη συμπλήρωση εικοσαετίας, διεκδίκηση του δικαιώματος της συγκυριότητας και επί των 3/32 εξ αδιαιρέτου (3/8 επί του1/4) επί των επιδίκων ακινήτων, ούτε άφησε να δημιουργηθεί στους αντιδίκους της, συγκληρονόμους με αυτήν του Π.

Σ., η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ το δικαίωμά της που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ούτε ότι η ευδοκίμηση της ένδικης αξίωσης της δεν θα επιφέρει στους αντιδίκους της που είναι συγκύριοι των 5/32 (5/8 Χ 1/4) των επιδίκων ακινήτων δυσμενείς συνέπειες με την απόδοση στην αναιρεσείουσα του επιπλέον κατεχομένου απ' αυτούς μεριδίου της (3/32 εξ αδιαιρέτου).

Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το Εφετείο την από 16-11-1005 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας μετά ταύτα δε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο θα συμπληρωθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Ακόμα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέβαλε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Επειδή η αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και ειδικότερα περί επιστροφής σ'αυτήν των δικαστικών εξόδων που της επέβαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εκουσίως κατέβαλε στους αντιδίκους της παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να γίνει δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την ημερομηνία 4-10-2012 σχετική απόδειξη που εξέδωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σπυρίδων Χατζής, αυτός έλαβε για λογαριασμό εκείνων το ποσό των 600 ευρώ που είχε επιδικασθεί υπέρ των δύο εκκαλούντων πελατών του με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και να διαταχθεί λόγω της παραδοχής της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης η επιστροφή του εν λόγω χρηματικού ποσού στην αναιρεσείουσα από τους αναιρεσιβλήτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 424/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα α)του παραβόλου που κατέβαλε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και β) του ποσού των εξακοσίων (600) ευρώ που κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους ως δικαστικά έξοδα με βάση της ως άνω αναιρεσιβληθείσα απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ