Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly evaluated evidence and considered all arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding labor hours. The appellant argued the lower court ignored claims about the respondent's resignation and excessive work hours, but the court found these arguments were properly considered and rejected with specific reasoning. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 352, 559(12), 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal under Article 559(12) fails if the court of first instance correctly evaluated evidence and provided sufficient reasoning, while an appeal under Article 559(8) is inadmissible if the court considered and rejected the arguments raised with specific justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1930 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ξ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Α. (J. A.) του Μ. Α. (M. A.), κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρου Μαρκέτου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2229/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4862/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/3/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/3/2012 αιτήσεως για αναίρεση της 4862/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γ' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ) προσδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλο, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διατάξεως και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 445 Κ.Πολ.Δ. ιδιωτικό έγγραφο συντεταγμένο σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 443 του ίδιου Κώδικα και η επ' αυτού ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του, εφόσον η γνησιότητά του αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, τούτο δε συμβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 457 παρ. 2 του αυτού Κώδικα , και με τη μη αμφισβήτηση της υπογραφής απ' αυτόν κατά του οποίου προσάγεται, αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχει προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι αληθινό χωρίς να προσβληθεί αυτό ως πλαστό (ΑΠ 1051 /2010, ΑΠ 1071 / 2010 ).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων διότι, ενώ από εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ.1 Κ.Πολ.Δ που περιέχεται στο βιβλίο προσωπικού του έτους 2003, που φέρει τη γνήσια υπογραφή του αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι ο τελευταίος κατά το έτος 2003 εργάσθηκε στον αναιρεσείοντα 165 ημέρες, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά το έτος αυτό εργάσθηκε 265 ημέρες, για το λόγο ότι το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού είναι γνήσιο μόνο "όσον αφορά τις ώρες εργασίας του, κατά τις ημέρες που αναγράφονται σ' αυτό, όχι όμως και για τις εν γένει ημέρες απασχόλησής του, αφού υπέγραφε σε όσες από τις ημέρες ο αντίδικός του είχε καταχωρήσει στο βιβλίο παρουσίας προσωπικού".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν προσέδωσε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, στην εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στο βιβλίο προσωπικού του αναιρεσείοντος, μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, αλλά την εκτίμησε ελεύθερα και τη συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, στην κρίση του δε για τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησης του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα κατά τα έτη 2002 και 2003 , οδηγήθηκε λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το ως άνω βιβλίο προσωπικού, τις αποδείξεις πληρωμής του χρονικού διαστήματος από 14/7/2003 έως 26/-12 /2003, αλλά και τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, καθώς και την κατάθεση των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων, ενώ εξαίρεται, όσον αφορά το κρίσιμο ως άνω γεγονός (τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησης του αναιρεσίβλητου) η κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Α.
Μ. του Φ., που "επιβεβαιώνεται και ενισχύεται " από τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Α. και Τ. Α. Επιπλέον, η γνησιότητα του περιεχομένου του βιβλίου προσωπικού εξικνείται στο συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτού και όχι επιπλέον και πέραν αυτού, δηλαδή μόνο για όσες ημέρες ο αναιρεσείων ανέγραφε και υπέγραφε ο αναιρεσίβλητος για τις ώρες εργασίες του, όχι δε και για τις ημέρες που δεν υπάρχει σ' αυτό εγγραφή.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο , ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή ιδρύεται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας που φέρεται ότι παραβιάσθηκε με τη μη εφαρμογή του στη συγκεκριμένη περίπτωση ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή με την εφαρμογή αν και δεν έπρεπε ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι περί αποδείξεως κανόνες των άρθρων 432, 445 , 446 και 457 ΑΚ.
Επομένως , το δεύτερο μέρος των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 457 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτο, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες με τη μη εφαρμογή τους διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.
Τέλος, η θέσπιση δικονομικών κανόνων για την αποδεικτική δύναμη των επιμέρους αποδεικτικών μέσων δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και το τρίτο μέρος των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμο. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. 'Ετσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Εξάλλου, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους ενιαίως κρινόμενους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ αιτιάται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο, α) του βιβλίου προσωπικού των ετών 2002, 2003 και 2004 και β) των αποδείξεων πληρωμής του ίδιου χρονικού διαστήματος, με το να δεχθεί ότι ο αντίδικός του απασχολήθηκε συνεχώς 10 ώρες ημερησίως επί 6 εργάσιμες ημέρες και 8 ώρες μόνο για το διάστημα από 18/7/2002 έως 26/12/2003, αντί να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν, κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004, επί 5 ημέρες την εβδομάδα και για 8 ώρες την ημέρα.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγνώσεως των ως άνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά οδηγήθηκε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα των ωρών και των ημερών εργασίας του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα το δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του λαμβάνοντας υπόψη του και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, εξαίρεται δε προς τούτο η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Α.
Μ. του Φ., η οποία, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, "επιβεβαιώνεται και ενισχύεται σοβαρά..." από τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Α. και Τ. Α. Εξάλλου με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των ημερών και των ωρών εργασίας του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα,, ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το από 1/1/2002 έως 29/6/2003 χρονικό διάστημα , από Δευτέρα έως Σάββατο και το ημερήσιο ωράριό του άρχιζε στις 07.00 πρωϊνή ώρα και έληγε στις 17.00 απογευματινή ώρα (κατά μέσο όρο), ήτοι επί δεκάωρο ημερησίως, ενώ απασχολούνταν εναλλάξ δύο Κυριακές το μήνα, από την 07.00 πρωϊνή έως την 15.00 απογευματινή ώρα (κατά μέσο όρο), ήτοι επί 8ωρο, ότι κατά το από 30/6/2003 έως 30/1/2004 χρονικό διάστημα εργαζόταν από Δευτέρα έως Σάββατο επί 8ωρο ημερησίως, καθώς και εναλλάξ δύο Κυριακές το μήνα, επίσης επί 8ωρο, ότι στο βιβλίο παρουσίας προσωπικού, που αφορά την χρονική περίοδο από 30/6/2003 έως 16/2/2004, ο ενάγων, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι στην επιχείρηση του εναγομένου, υπέγραφε στο τέλος κάθε εβδομάδας (κάθε Παρασκευή) και ήταν συμπληρωμένο εκ των υστέρων από τον εναγόμενο, ότι του βιβλίου αυτού , " ...του οποίου θεωρείται ότι έχει αναγνωρισθεί και η γνησιότητα του περιεχομένου του....μόνον όσον αφορά τις ώρες εργασίας του, κατά τις ημέρες που αναγράφονται σ' αυτό, όχι όμως και για τις εν γένει ημέρες απασχόλησής του, αφού υπέγραφε σε όσες από τις ημέρες ο αντίδικος του είχε καταχωρήσει στο βιβλίο παρουσίας προσωπικού...", ότι από τις αποδείξεις του χρονικού διαστήματος από 14/ 7 / 2003 έως 26 / 12 / 2003 δεν μπορεί να συναχθεί παραίτηση ως προς τις αποδοχές του κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, διότι η παραίτηση του μισθωτού από τις αποδοχές του είναι έγκυρη και ισχυρή μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, ότι στη κρίση του, όσον αφορά τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησης του ενάγοντος, οδηγήθηκε λαμβάνοντας υπόψη και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα αποδείξεως και τις ως άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις και ότι η κρίση του, για τις ώρες και ώρες απασχόλησης του ενάγοντος, δεν "...αναιρείται ούτε από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους από 13/-1/2003 και 16/12/2003 υπεύθυνες δηλώσεις του εναγομένου εργοδότη προς τον ΟΓΑ, στις οποίες, κατά δήλωση του ιδίου (εναγομένου) αναφέρεται απασχόληση του ενάγοντος το έτος 2002 επί 210 ημέρες και το έτος 2003 επί 165 ημέρες...", διαλαμβάνονται σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των ημερών και ωρών απασχόλησης του αναιρεσίβλητου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, και το σχετικό μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις με το να δεχθεί, ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο συνεχώς 10 ώρες ημερησίως και 8 ώρες μόνο το διάστημα από 18/7/2003 έως 26/12/2003, είναι αβάσιμο.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις , ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/-1997). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ( Ολ.ΑΠ 12 /1997 ) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ( Ολ.ΑΠ 11 /1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που πρότεινε, ότι ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του, προσκομίζοντας προς τούτο εξοφλητικές αποδείξεις για εργασία 5 ημερών την εβδομάδα, επί 8 ώρες την ημέρα και ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου ασκούνται καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, για το λόγο ότι ο τελευταίος όταν αποχώρησε όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις σχετικές αποδείξεις των ετών 2003 και 2004 (για εργασία 5 ημερών την εβδομάδα, επί 8 ώρες την ημέρα).
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, και κατά το μέρος που συνιστούν πράγματα και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, με ειδική αιτιολογία ο καθένας, για λόγους ουσιαστικούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/3/2012 αίτηση για αναίρεση της 4862/2011 Αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ