Legislator Case Law & Legislation
1930/2010 AI generated

1930/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1930/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1930/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αποφάσεως, να αναγνωρισθεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ. στην 1η κατ/νη, δοθέντος ότι, όπως αποδείχθηκε, συντρέχουν στο πρόσωπο της τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, καθόσον αυτή έζησε έως το χρόνο που διέπραξε τα ανωτέρω έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι από τη ζίοή αυτήν απουσιάζουν αντικοινωνικές πράξεις (βλ.

Keywords

AI generated
non-compliance with inspection regulations official controls, veterinary checks authorization to sue official authorization or approval experimental permit examination regulations
AI generated
1410/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Νικόλαο Βεργιτσάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.
2220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 29-9-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1733/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
657/2024
Supreme Court allows appeal against lower court's denial of appeal due to lack of jurisdiction.
2340/2008
Supreme Court dismisses appeal against indictment for embezzlement due to sufficient reasoning and correct application of law.
2462/2008
Supreme Court dismisses appeal on forged document conviction citing sufficient reasoning and correct statutory application.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1930 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1930/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ά. Δ.Β.-Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαγεωργόπουλο και 2)Δ. Ν.Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Γυφτάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.600/2010, 600α/2010, 600β/2010, 600γ/2010, 600δ/2010, 600ε/2010, 600στ/2010 και 600ζ/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικών ενάγον το Ν.Π.Δ.Α. με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ", νόμιμα εκπροσωπούμενο, το οποίο δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Ιουλίου 2010 και 14 Ιουλίου 2010, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 15 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2010.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 600, 600α, 600β, 600γ, 600δ, 600ε, 600στ και 600ζ απόφαση του καταδίκασε τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους Ά. Β. - Ι. και Δ. Κ. σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών την πρώτη και οκτώ (8) μηνών το δεύτερο, τις οποίες ποινές ανέστειλε επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, αντιστοίχως. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι κατηγορούμενοι άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, με ξεχωριστό δικόγραφο ο καθένας αίτηση αναιρέσεως, ως και τους παραδεκτά και νομότυπα πρόσθετους λόγους (αρθρ. 509 παρ. 2 ΚΠΔ) η πρώτη κατηγορουμένη, οι οποίες και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν λόγω προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ.

Κάθε άλλη έλλειψη, ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση της πολιτικής αγωγής ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει ακυρότητα, αφού οι πλημμέλειες αυτές δεν θίγουν το συμφέρον του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠΔ, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας..., περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο.

Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Με βάση τα ανωτέρω, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος άλλου, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Ούτε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα η έλλειψη αποφάσεως του Δ.Σ.

του νομικού προσώπου, για τη νομιμοποίηση του οριζομένου από αυτό πληρεξουσίου δικηγόρου, για να δηλώσει στο ακροατήριο παράσταση πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, που επαναλαμβάνεται κατά το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ στο ακροατήριο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο για το νομότυπο αυτής να περιέχει όλα τα στοιχεία της διατάξεως του άρθρου 84 ΚΠΔ, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, δεν συνεπάγεται δε και την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου, πολύ δε περισσότερο όταν δεν περιέχεται σ' αυτή αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Τέλος, ο νομιμοποιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, μπορεί να δηλώσει στο ακροατήριο του Ποινικού Δικαστήριο, παράσταση πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, χωρίς συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 2223/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίστηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου "Οίκος Ναύτου" Αναστασία Δούκα και δήλωσε ότι ο Οίκος Ναύτου δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής δια του Προέδρου του Α.

Β., δυνάμει του αποσπάσματος πρακτικών της υπ' αριθμ. 4890/14/26-3-2008 συνεδρίασης ΔΣΟΝ, αντίγραφο του οποίου ενεχείρισε στην Πρόεδρο και αναγνώσθηκε, για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον ως προς τους δύο κατηγορουμένους για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Κατά της παράστασης αυτής πρόβαλαν αντιρρήσεις οι ήδη αναιρεσείοντες δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής.

Το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε το αίτημα αυτό με τη σκέψη ότι ο πολιτικώς ενάγων "Οίκος Ναύτου" νομιμοποιείται να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς έκρινε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση την πρώτη και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν το δεύτερο.

Ακολούθως, κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η πληρεξούσια δικηγόρος του ΝΠΔΔ "Οίκος Ναύτου", Αναστασία Δούκα, δήλωσε ότι αυτό εκπροσωπούμενο από τον παριστάμενο στο ακροατήριο Πρόεδρο του Α.

Β., παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, "για την υποστήριξη της κατηγορίας, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το νομικό πρόσωπο από το αδίκημα, διότι στο κοινό δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι δεν ασκεί έλεγχο επί των οργάνων του, ενεχείρισε δε στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου απόσπασμα πρακτικών της υπ' αριθμ. 4984/3/20-1-2010 συνεδρίασης του Δ.Σ.

του παραπάνω νομικού προσώπου που αναγνώσθηκε νομότυπα. Κατά της δήλωσης αυτής πρόβαλε αντιρρήσεις μόνο ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του κατηγορούμενου για ηθική αυτουργία στην παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση Δ. Κ., για το λόγο ότι αυτός δεν συνδεόταν με υπαλληλική σχέση με τον "Οίκο του Ναύτου". Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με παρεμπίπτουσα αιτιολογημένη απόφαση έκρινε ότι νομιμοποιείται ενεργητικά το παραπάνω ΝΠΔΔ (Οίκος Ναύτου) για την υποστήριξη της κατηγορίας όπως είχε δηλωθεί και πρωτοδίκως και απέρριψε την ένσταση (αντιρρήσεις) του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Δ.

Κ.. Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου είναι ορθή, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω δήλωση είναι καθ' όλα νομότυπη και επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι η άνω δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος νομικού προσώπου παρέστη παρανόμως, διότι δεν προκύπτει ο διορισμός της από αυτό, είναι αβάσιμος διότι, όπως αναφέρθηκε, η κατά τα άνω δήλωση αυτής έγινε παρουσία του εκπροσωπούντος αυτό δυνάμει της υπ' αριθμ. 4984/3/20-1-2010 αποφάσεως του Δ.

Σ. του Α. Β.. Επίσης, παραδεκτά στην επαναληφθείσα συνεδρίαση της 22-3-2010 η ως άνω δικηγόρος του Οίκου Ναύτου Αθανασία Δούκα δήλωσε ότι, τον Α. Β. τον αναπληρώνει λόγω ασθενείας του σύμφωνα με το από 19-3-2010 εξιτήριο του "Ωνάσειου" Καρδιολογικού Κέντρου, ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ΔΣ του Οίκου Ναύτου Ε. Χ., δυνάμει απόφασης Δ.Σ.

Ο.Ν, όπως προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικών της υπ' αριθμ. 4992/11/17-3-2010 συνεδρίασης, το οποίο και αναγνώσθηκε νομότυπα. Άλλωστε, όπως ήδη επισημάνθηκε η έλλειψη αποφάσεως του ΔΣ του νομικού προσώπου για τη νομιμοποίηση του οριζομένου από αυτό πληρεξουσίου για να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα.

Η αιτίαση επίσης της αναιρεσείουσας Ά. Β. - Ι., ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής ήταν απαράδεκτη, διότι δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, ούτε το πολιτικώς ενάγον προέβη στο διορισμό αντικλήτου, ούτε ανέφερε τους λόγους στους οποίους ο Οίκος Ναύτου στήριξε το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αβάσιμος.

Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος Δ. Κ., ότι και η κατ' αυτού δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ήταν απαράδεκτη επειδή αυτός δεν ήταν υπάλληλος του νομικού προσώπου, αλλά απλώς ιδιώτης, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ως αβάσιμη.

Από τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος απαιτείται αφενός η ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 περιπτ.α' ΠΚ και αφετέρου παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή από ιδιαιτέρες οδηγίες της Προϊσταμένης Αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας.

Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται δόλος του δράστη, που περιέχεται στη θέληση του να παραβεί το καθήκον της υπηρεσίας του και μάλιστα με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο υλικό ή ηθικό όφελος ή να βλάψει το κράτος ή άλλον, χωρίς όμως να απαιτείται η επίτευξη του σκοπού αυτού.

Υπάλληλος, κατά το πιο πάνω άρθρο 13 περιπ. α' ΠΚ, είναι εκείνος, στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Από δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠ, κατά την οποία "με ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης :

α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.

Η πρόκληση της αποφάσεως αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο όλο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτιση τους, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Στην περίπτωση δε της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Η κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή την επιβολή μειωμένης ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Περαιτέρω, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος με τα οποία καλείται ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο να δικαστεί, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται με αυτοτελή ισχυρισμό, η αιτιολογία δε της καταδικαστικής απόφασης, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά, που αφορούν την έναρξη και την συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής.

Διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για ελλιπή αιτιολογία. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας Ά. Β. πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλαν ένσταση παραγραφής της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, αναπτύξαντες προφορικώς και εγγράφως ότι όλες οι επιμέρους πράξεις του αδικήματος είχαν τελεστεί πριν τις 19-11-2002 ενώ το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε σ' αυτή στις 21-11-2007 και ότι, επομένως, το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρελεύσεως πενταετίας, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.

Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την προβολή της παραπάνω ενστάσεως, αναγνώσθηκε, ύστερα από πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, το από 21-11-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή .... Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε την ένσταση παραγραφής κατά το μέρος αυτής που η αναιρεσείουσα διώχθηκε και τιμωρήθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση για την ως άνω αξιόποινη πράξη, με την αιτιολογία ότι εφόσον αυτή είναι πλημμέλημα και φέρεται, κατά το κλητήρο θέσπισμα και την εκκαλουμένη, ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2002 έως 3-12-2002, και όπως συνομολογείται από την κατηγορουμένη το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε σ' αυτήν στις 21-11-2007, δεν παρήλθε η από το νόμο απαιτούμενη πενταετία.

Ενώ ,κατά το μέρος που με την ένσταση υποστηριζόταν ότι "οι όποιες πράξεις της κατηγορουμένης που φέρεται ότι διέπραξε και λήφθησαν υπόψη για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο διώχθηκε, έχουν τελεσθεί πριν από την 19-11-2002 και κατά συνέπεια να είναι παραγεγραμμένες", το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να κρίνει επ' αυτού μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας με την αιτιολογία ότι το μέρος αυτό της ενστάσεως αφορά την ουσία της υπόθεσης.

Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, προκειμένου να κρίνει επί της ενστάσεως παραγραφής και να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του δέχθηκε, στην αιτιολογία της απόφασης του ότι, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2002 έως 3-12-2002, η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία ήταν προϊσταμένη του Τμήματος Ελέγχου του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ", δηλαδή υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 α και 263 α του Ποινικού Κώδικα, και, λόγω της ιδιότητας της αυτής, της είχε ανατεθεί ο έλεγχος νομιμότητας των δαπανών και των παραπεμπτικών, που συνταγογραφούνταν από το συμβεβλημένο με τον "ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ" ιατρικό κέντρο με την επωνυμία "Νeurocell Α.Ε.

Έρευνας και Υγείας" και ήταν αρμόδια να εξετάζει το σύνολο των υποβληθέντων από το ανωτέρω ιατρικό κέντρο δικαιολογητικών, προκειμένου να εκδοθούν χρηματικά εντάλματα πληρωμής για τις ιατρικές πράξεις που είχε ενεργήσει, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή από το Δ.Σ.Ο.Ν. ή τον Πρόεδρο του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ", απέστειλε τηλεφωνικές οδηγίες προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των παραρτημάτων του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" και προς τους λιμενικούς υπαλλήλους στα νησιά Σαλαμίνα, Σύρο και Αίγινα, ζητώντας τους να βεβαιώσουν με την υπογραφή τους και την στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας τους στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" ότι πράγματι εξετάστηκαν από το ιατρικό κλιμάκιο της εταιρείας "Νeurocell Α.Ε.

Έρευνας και Υγείας", ενώ γνώριζε ότι η ενέργεια αυτή ήταν παράτυπη, καθώς οι θεωρήσεις των εξετάσεων των ασφαλισμένων έπρεπε να πραγματοποιούνται από ελεγκτή ιατρό του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ", ο οποίος θα έλεγχε τόσο την αναγκαιότητα πραγματοποίησής τους όσο και την εκτέλεση τους και ότι την ταυτοπροσωπία ελέγχει ο θεράπων ιατρός, ο οποίος εκδίδει το παραπεμπτικό, στα δε παραπάνω νησιά υπήρχαν ελεγκτές ιατροί του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ", αλλά και σε περίπτωση έλλειψης τους ότι οι σχετικές θεωρήσεις έπρεπε να γίνουν από γιατρούς των νοσοκομείων ή γιατρούς του ΙΚΑ.

Ακόμη, αποδείχτηκε ότι στο ΠΟΝ Σαλαμίνας, επειδή η προσέλευση ήταν μικρή, η κατηγορουμένη επέμεινε πιεστικά να εξετασθούν όσο τον δυνατόν περισσότεροι ασφαλισμένοι. Δεν υπήρξε έγγραφη ενημέρωση των γιατρών της ΠΟΝ, όπου υπήρχαν, ενώ τους ενημέρωσε προφορικά ότι δεν απαιτείτο η δική τους υπογραφή. Με τα υπ' αριθ. 20823/30-9-2002, 21051/2-10-2002, 22591/22-10-2002 και 24801/19-11-2002 έγγραφα της κατ/νης, προϊσταμένης του Τμήματος Ελέγχου, υπήρξε ενημέρωση των ΠΟΝ και της ΠΕΣΥ και του Ιατρικού Συλλόγου Σύρου σχετικά με την ημερομηνία μετάβασης και τη διάρκεια παραμονής του κλιμακίου της "ΝEUROCELL" σε κάθε νησί.

Με τα υπ' αριθ. 22591/22" 10-2002 και 24801/19-11-2002 έγγραφα, ζητείται αφενός η ενημέρωση των ασφαλισμένων του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" με κάθε μέσο και η παροχή κάθε δυνατής βοήθειας στο κλιμάκιο και αφετέρου από τα ΠΕΣΥ Κυκλάδων και Πειραιώς να φιλοξενήσουν την προσπάθεια αυτή σε χώρους των Κέντρων Υγείας. Στις προαναφερόμενες ενέργειες της, με τις οποίες η πρώτη κατηγορουμένη, που ήταν και είναι υπάλληλος κατά την έννοια των πιο πάνω άρθρων, παραβίασε το υπηρεσιακό της καθήκον, το οποίο ενυπάρχει στη φύση και στην ιδιότητα της εν λόγω υπηρεσίας της, προέβη με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στο ανωτέρω ιατρικά κέντρο, προκειμένου το τελευταίο να εισπράξει τις αμοιβές που αντιστοιχούσαν στις αναγραφόμενες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων εξετάσεις.

Η επιδίωξη του ανωτέρω σκοπού της 1ης κατ/νης προσεπιβεβαιώνεται από την πραγματοποίηση του συνόλου των εξετάσεων, που έχουν συνταγογραφηθεί από το ως άνω ιδιωτικό Διαγνωστικό Εργαστήριο "ΝEUROCELL", από το ότι έγινε απευθείας ανάθεση του συγκεκριμένου έργου στη "ΝEUROCELL", χωρίς διενέργεια διαγωνισμού, παρότι επρόκειτο για ένα πακέτο εξειδικευμένων υπηρεσιών (έρευνας, μελέτης, στατιστικών στοιχείων, πρόληψης και αγωγής) που για πρώτη φορά γινόταν στον "ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ" και όχι για υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη συνήθη συνεργασία με ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις, να έχουν προσδιοριστεί οι βασικοί όροι της συνεργασίας με το πιο πάνω Εργαστήριο (είδος και κόστος εξετάσεων) και να έχει εγκριθεί η πιο πάνω απόφαση του Δ.Σ.Ο.Ν.

από τον αρμόδιο Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας και από το ότι η αμοιβή του εργαστηρίου δεν περιοριζόταν στα 4.000.000 δρχ. (που είναι μέσα στα όρια της απευθείας ανάθεσης, όπως προσδιορίζονται από την υπ' αριθ. 214556/0026/2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) αλλά οι επί τόπου εξετάσεις θα πληρώνονταν επιπλέον με αποτέλεσμα η δαπάνη να είναι απροσδιόριστη.

Για τον πιο πάνω δόλο των ενεργειών της 1ης κατ/νης κατέθεσαν με κατηγορηματικό τρόπο όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, όπως και ότι κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων της αυτή (κατ/νη υπάλληλος) ενήργησε ύστερα από προτροπές και παραινέσεις του συγκατηγορουμένου της Δ. Κ., ο οποίος σε συναντήσεις τους, με πειθώ και φορτικότητα της προκάλεσε την απόφαση να τελέσει την παραπάνω αξιόποινη πράξη, αν και γνώριζε αυτός ως βασικός μέτοχος του εν λόγω Ιατρικού Κέντρου, που συνεργαζόταν με τον "ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ" ότι οι συνταγογραφημένες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων στον "ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΟΥ" εξετάσεις έπρεπε να θεωρούνται από ελεγκτή ιατρό και να θεωρηθούν στη συνέχεια από τους ελεγκτές του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" και να πληρωθούν από το Λογιστήριο αυτού.

Η πρώτη κατ/νη ισχυρίζεται ότι ενήργησε κατόπιν προσταγής, καθόσον έστειλε τα έγγραφα με οδηγίες εκτελέσεως του έργου κατόπιν εντολής που είχε λάβει ως Προϊσταμένη του Τμήματος Ελέγχου από τον Πρόεδρο Σ. Τ., ο οποίος ήταν η υπέρτατη αρχή στο ως άνω Ν.ΓΙ,Δ.Δ, και εξουσιοδοτημένος από το Δ.Σ.Ο.Ν. για την εκτέλεση της από 8-5-2001 οικείας σύμβασης, που είχε υπογραφεί μεταξύ του "ΟΙΚΟΥ ΝΑΥΤΟΥ" και της εταιρίας "ΝEUROCELL ΑΕ", καθώς και των υπ' αριθ. 4627/2002, 4642/22/24-7-2002 αποφάσεων του Δ.Σ.Ο.Ν.

Περαιτέρω, αυτή ισχυρίζεται ότι είχε πραγματική πλάνη ως προς το ότι η ενέργεια της αυτή. της διαβίβασης των τηλεφωνικών με φας άνω εντολών του Προέδρου του Δ.Σ.Ο.Ν. προς τα ΠΟΝ και ΕΓΌΝ, ήταν παράτυπη, γιατί στην προκείμενη περίπτωση δεν απαιτούνταν θεωρήσεις των εξετάσεων των ασφαλισμένων από ελεγκτή ιατρό του Ο.Ν., αφού η ενλόγω σύμβαση προέβλεπε την εκτέλεση της εκάστοτε ιατρικής πράξεως από το εργαστήριο της "ΝEUROCELL Α.Ε." χωρίς τη συνταγογράφηση θεράποντος ιατρού για να ακολουθήσει έλεγχος και θεώρηση από τον ελεγκτή ιατρό.

Οι ισχυρισμοί αυτοί της 1ης κατ/νης. οι οποίοι έχουν ως συνέπεια τον μη καταλογισμό σ' αυτήν της πράξης που της αποδίδεται (άρθρα 21 και 30 παρ. 1 Π.Κ.), είναι αβάσιμοι, και ως τέτοιοι απορριπτέοι, για τους εξής λόγους: Στην υπ' 13/2-5-2001 συνεδρίαση του Δ.Σ.Ο.Ν. συζητήθηκε και αποφασίστηκε απ' αυτό με την υπ' αριθ. 4593/2-5-2001 απόφαση του, εκτός ημερησίας διάταξης, η μετάβαση κλιμακίου ιατρών του ως άνω εργαστηρίου στα νησιά Ζάκυνθο, Κάλυμνο, Πάρο.

Σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, ο σκοπός της επί τόπου μετάβασης του κλιμακίου αφορά τη διεξαγωγή νευροφυσιολογικών μεθόδων ελέγχου για πρόληψη, αγωγή και στατιστική μελέτη των πασχόντων στις περιοχές αυτές. Δικαίωμα εξέτασης θα έχουν όλοι οι ασφαλισμένοι του Ο.Ν, των ανωτέρω νησιών που παρουσιάζουν πρόβλημα και χωρίς οιαδήποτε αμοιβή.

Ανάλογες υπηρεσίες θα παρασχεθούν από το κλιμάκιο και στους Λιμενικούς και τις οικογένειες τους που το επιθυμούν. Για τις διαδικασίες αυτές το κλιμάκιο γιατρών του ανωτέρω Διαγνωστικού Κέντρου θα αμειφθεί με το ποσό των 4.000.000 δραχμών εφάπαξ και για τα τρία νησιά και επίσης όσον αφορά τις επί τόπου εξετάσεις θα υποβληθούν αρμοδίως στην κεντρική υπηρεσία του Ο .Ν.

αποκόμματα από τα βιβλιάρια ασφαλισμένων με τις πραγματοποιηθείσες εξετάσεις η εξόφληση των οποίων θα γίνει με τις τιμές του κρατικού τιμολογίου ή των κρατικών νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή πάσχει ως προς τη νομιμότητα της για τους εξής λόγους: α) Αποφασίστηκε η διεξαγωγή εξετάσεων και για πρόληψη στους πάσχοντες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 του Π.Δ, 894/81, η παρεχόμενη υπό του Ο.Ν.

προστασία, στους κατά τα άρθρα 2 και 3 του παρόντος δικαιούμενους αυτής, συνίσταται μεταξύ άλλων και σε γενική προληπτική ιατρική εξέταση, ενεργούμενη κατά τακτά χρονικά διαστήματα και υπό προϋποθέσεις, που ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ.Ο.Ν., η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό, στους ναυτικούς μέχρι του 18ου έτους της ηλικίας τους και στα μέχρι της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας τους τέκνα των ναυτικών και συνταξιούχων.

Η ανωτέρω απόφαση δεν εγκρίθηκε ποτέ από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας. Β) Αποφασίστηκε η παροχή υπηρεσιών και σε Λιμενικούς και στις οικογένειες τους, οι οποίοι δεν είναι ασφαλισμένοι του Ο.Ν.. σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. 894/81, και γ) Αποφασίστηκε η απευθείας ανάθεση του συγκεκριμένου έργου στη "Νeurocell Α.Ε.", ενώ έπρεπε να διενεργηθεί διαγωνισμός γιατί επρόκειτο για ένα πακέτο εξειδικευμένων υπηρεσιών (έρευνας, μελέτης, στατιστικών στοιχείων, πρόληψης και αγωγής) που για πρώτη φορά γινόταν στον Ο.Ν.

και όχι για υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη συνήθη συνεργασία με ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, η αμοιβή του Εργαστηρίου δεν περιοριζόταν στα 4.000,000 δρχ αλλά οι επί τόπου εξετάσεις θα πληρώνονταν επιπλέον, με αποτέλεσμα η δαπάνη να είναι απροσδιόριστη. Ως εκ τούτου, η κατηγορουμένη δεν όφειλε να υπακούσει στην εντολή που επικαλείται ότι τις έδωσε ο Πρόεδρος ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.

Σ. Τ. αφού μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτή είναι προδήλως παράνομη, εάν κατέβαλε την εκ της θέσεως της στην υπαλληλική ιεραρχία (Προϊσταμένη Τμήματος Ελέγχου) και τις προσωπικές της ιδιότητες (εμπειρία κλπ) επιβαλλόμενη επιμέλεια, ενώ ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει το νόμο σχετικά με τα ανωτέρω, τον οποίο γνώριζε ως έμπειρη υπάλληλος και Προϊσταμένη του Τμήματος Ελέγχου (βλ.

ΑΠ 270/84 Ποιν. Χρ. ΛΔ', 801). Αυτή ήταν υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων της και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών της ενεργειών και όφειλε να αρνηθεί και να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη της. Είχε το δικαίωμα αυτό γιατί το άρθρο 25 του Ν. 400/75 (Υπαλληλικός Κώδικας) της επιτρέπει (εμπειρία κλπ) και της επέβαλε να εξετάσει τη νομιμότητα της διαταγής και όσα αυτή υποστηρίζει είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Η κατ/νη γνώριζε τα προαναφερόμενα γεγονότα της εγκληματικής πράξης της και ότι μ' αυτά παραβαίνει το καθήκον της, αντιλαμβανόταν δε τι πράττει και πως οι προαναφερόμενες ενέργειες της στα ΠΟΝ και ΕΓΟΝ ήταν παράτυπες και ότι μ' αυτές επιδιώκεται ο ως άνω σκοπός. Με την υπ' αριθ. 2421/5/80/6-5-1988 απόφαση του ΥΕΝ που επικαλείται η 1η κατ/νη θεωρούνται υποχρεωτικά από τις υγειονομικές υπηρεσίες του Ο.Ν.

ή τους έμμισθους γιατρούς ΠΟΝ ή τους Προϊσταμένους των ΠΟΝ και ΕΓΟΝ, όπου δεν υπηρετούν έμμισθοι γιατροί του Ο.Ν. όλες οι ιατρικές πράξεις. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, υπηρετούσαν έμμισθοι γιατροί του Ο.Ν. στα ως άνω νησιά και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της αυτός στερείται έννομης επιρροής.

Κατόπιν των ανωτέρω, που προκύπτουν κυρίως από τους μάρτυρες κατηγορίας και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, μη συντρέχουσας, ενόψει των προεκτεθέντων, περίπτωσης παραγραφής της ως άνω πράξεως, καθόσον αφότου διαπράχθηκε από την κατ/νη η ως άνω επίμεμπτη πράξη δεν παρήλθε χρονικό διάστημα περισσότερο από οκτώ χρόνια για να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, πρέπει να απορριφθεί η σχετική ένσταση και να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις ως άνω πράξεις, που τους αποδίδονται, ήτοι της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση η πρώτη και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν ο δεύτερος, σύμφωνα με όσα.

ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αποφάσεως, να αναγνωρισθεί όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ. στην 1η κατ/νη, δοθέντος ότι, όπως αποδείχθηκε, συντρέχουν στο πρόσωπο της τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, καθόσον αυτή έζησε έως το χρόνο που διέπραξε τα ανωτέρω έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι από τη ζίοή αυτήν απουσιάζουν αντικοινωνικές πράξεις (βλ.

ΑΠ 1119/1986 Ποιν. Χρ. ΛΖ', 32).

Περαιτέρω το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει το ακόλουθο, περιεχόμενο:

Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ενόχους του ότι: Στον Πειραιά κατά το διάστημα από 22-11-2002 έως την 3-12-2002 τέλεσαν τα ακόλουθα αδικήματα. Α.Η πρώτη κατηγορουμένη Ά. Β. του Δ., συζ. Θ. Ι., κάτοικος ..., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντά της υπηρεσίας της με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος.

Συγκεκριμένα ως προϊσταμένη του Τμήματος Ελέγχου του Οίκου Ναύτου (ΝΠΔΔ), στην οποία είχε ανατεθεί ο έλεγχος νομιμότητας των δαπανών και των παραπεμπτικών, που συνταγογραφούνταν από το συμβεβλημένο με τον Οίκο Ναύτου ιατρικό κέντρο με την επωνυμία "Νeurocell Α.Ε. Έρευνας και Υγείας" και έχοντας την αρμοδιότητα να εξετάζει το σύνολο των υποβληθέντων από το ανωτέρω ιατρικό κέντρο δικαιολογητικών προκειμένου να εκδοθούν χρηματικά εντάλματα πληρωμής για τις ιατρικές πράξεις που είχε ενεργήσει, απέστελλε τηλεφωνικές οδηγίες προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των παραρτημάτων του Οίκου Ναύτου (Π.Ο.Ν) και τους Λιμενικούς υπαλλήλους στη Σαλαμίνα, στη Σύρο και στην Αίγινα, ζητώντας τους.

να βεβαιώνουν με την υπογραφή τους και την στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας τους στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων του Οίκου Ναύτου ότι πράγματι εξετάσθηκε ο εκάστοτε ασφαλισμένος από το ιατρικό κλιμάκιο της εταιρείας "Νeurocell Α.Ε. Έρευνας και Υγείας", ενώ γνώριζε ότι η ενέργεια αυτή ήταν παράτυπη, καθώς οι θεωρήσεις των εξετάσεων των ασφαλισμένων έπρεπε να πραγματοποιούνται από ελεγκτή ιατρό του Οίκου Ναύτου, ο οποίος θα έλεγχε τόσο την αναγκαιότητα πραγματοποίησης τους όσο και αυτή καθεαυτή την εκτέλεση τους.

Προέβη δε στην πράξη της αυτή έχοντας σκοπό να προσπορίσει παράνομ,ο περιουσιακό όφελος στην εταιρεία "Νeurocell Α.Ε. Έρευνας και Υγείας", για να εισπράξει η τελευταία τις αμοιβές που αντιστοιχούσαν στις αναγραφόμενες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων εξετάσεις.

Β. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Κ. του Ν., κάτοικος ..., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα. με παραινέσεις, προτροπές και φορτικότητα προκάλεσε στην κατηγορουμένη Ά. Β. του Δ. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή ανωτέρω (υπό στοιχείο "Α" περιγράφεται), παρά το ότι γνώριζε, ως βασικός μέτοχος του ιατρικού κέντρου με την επωνυμία " Α.Ε. Έρευνας και Υγείας", ότι οι συνταγογραφημένες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων στον Οίκο Ναύτου εξετάσεις έπρεπε να θεωρούνται από ελεγκτή ιατρό. Δέχεται ότι η κατηγορούμενη έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον με την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, για τις οποίες οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, στα οποία και στήριξε την ανέλεγκτη για τα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, καθώς και των άρθρων 98, 259 και 263 α 'και 46 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, προέκυψε με βεβαιότητα από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, στον παραπάνω χρόνο τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Με άλλα λόγια το δικαστήριο, αναφορικά με την επιφύλαξη που διατήρησε ως προς την εξέταση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας Ά. Β. ότι, οι όποιες επιμέρους πράξεις παραβάσεως καθήκοντος που λήφθηκαν υπόψη από την εκκαλουμένη για την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος έχουν τελεσθεί πριν από την 19-11-2002 και συνεπώς είναι παραγεγραμμένες, απάντησε αιτιολογημένα με την απόφαση του με το να δεχθεί ότι, όλες τις πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος η αναιρεσείουσα τις διέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2002 έως 3-12-2002, κατά το οποίο αυτή απέστειλε τηλεφωνικές οδηγίες προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των παραρτημάτων του "Οίκου Ναύτου" και προς τους λιμενικούς υπαλλήλους στα νησιά Σαλαμίνα, Σύρο και Αίγινα, ζητώντας από αυτούς να βεβαιώσουν με την υπογραφή τους και την στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας τους στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων του "Οίκου Ναύτου" ότι πράγματι εξετάστηκαν από το ιατρικό κλιμάκιο της εταιρίας "Νeurocell Α.Ε.".

Η αναφορά δε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "με τα υπ' αριμ. 20828/30-9-2002, 21051/2-10-2002, 22591/22-10-2002 και 24801/19-11-2002 έγγραφα της κατηγορουμένης, προϊσταμένης του Τμήματος Ελέγχου υπήρξε ενημέρωση των ΠΟΝ και της ΠΕΣΥ και του Ιατρικού Συλλόγου Σύρου σχετικά με την ημερομηνία μετάβασης και τη διάρκεια παραμονής του κλιμακίου της "ΝEUROCELL" σε κάθε νησί και ότι με τα υπ' αριθμ. 22591/22-10-2002 και 24801/19-11-2002 έγγραφα, ζητείται αφενός η ενημέρωση των ασφαλισμένων του "Οίκου Ναύτου" με κάθε μέσο και η παροχή κάθε δυνατής βοήθειας στο κλιμάκιο και αφετέρου από τα ΠΕΣΥ Κυκλάδων και Πειραιώς να φιλοξενήσουν την προσπάθεια αυτή σε χώρους των Κέντρων Υγείας", ουδεμία ασάφεια δημιουργεί ως προς το χρόνο της ενάρξεως της παραγραφής του εν λόγω εγκλήματος διότι η αποστολή των παραπάνω ενημερωτικών εγγράφων αφορά προπαρασκευαστικές ενέργειες της αναιρεσείουσας που απέβλεπαν πρωτίστως στην εξυπηρέτηση του κλιμακίου της "ΝEUROCELL" κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα παραπάνω νησιά και της μεταβάσεως του σ' αυτά.

Ουδόλως δε οι ενέργειες αυτές συνδέονται αιτιωδώς με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, δηλαδή της παράτυπης αποστολής των παραπάνω τηλεφωνικών οδηγιών της αναιρεσείουσας, υπαλλήλου του "Οίκου Ναύτου" κατά την έννοια των άρθρων 13 α' και 263 α' του ΠΚ, η οποία ήταν αρμοδία για τη νομιμότητα των δαπανών, προκειμένου να εκδοθούν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής.

Ούτε, βέβαια, η διηγηματική και μόνο αναφορά της αποστολής των παραπάνω ενημερωτικών εγγράφων καθιστά ασαφές για ποιες επιμέρους πράξεις παραβάσεως καθήκοντος καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία απέρριψε στο σύνολο της την ένσταση παραγραφής, διαλαμβάνοντας στο τέλος του σκεπτικού της, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Π.Κ, ότι " αφότου διαπράχθηκε από την κατηγορουμένη η ως άνω επίμεμπτη πράξη δεν παρήλθε χρονικό διάστημα περισσότερο από οκτώ χρόνια για να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής".

Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που διέπουν την παραγραφή ,είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) η υπαλληλική ιδιότητα της αναιρεσείουσας, 2) οι αναγόμενες στη φύση και την ιδιότητα της, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Ελέγχου Δαπανών του πολιτικώς ενάγοντος ΝΠΔΔ, ενέργειές της.

Ήτοι, ο έλεγχος από αυτήν της νομιμότητας των δαπανών και των παραπεμπτικών, που συνταγογραφούνταν από την συμβεβλημένη με τον "Οίκο Ναύτου" εταιρία "ΝEUROCELL", καθώς και η εξέταση του συνόλου των υποβληθέντων από την ανωτέρω εταιρία δικαιολογητικών, προκειμένου να εκδοθούν τα σχετικά χρηματικά εντάλματα πληρωμής για τις ιατρικές πράξεις που αυτή ενήργησε,. 3) οι παράτυπες ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη κατά παράβαση του παραπάνω υπηρεσιακού της καθήκοντος, ήτοι στην χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του Δ.Σ.Ο.Ν.

ή του Προέδρου του "Οίκου Ναύτου", αποστολή τηλεφωνικών οδηγιών προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των παραρτημάτων του "Οίκου Ναύτου" και προς τους λιμενικούς υπαλλήλους στα νησιά Σαλαμίνα, Σύρο και Αίγινα, ζητώντας τους να βεβαιώσουν με την υπογραφή τους και τη στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας τους στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων του εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ.

ότι πράγματι εξετάστηκαν από το ιατρικό κλιμάκιο της παραπάνω εταιρίας. Η μη αναφορά δε των ονομάτων των αποδεκτών των τηλεφωνικών οδηγιών διοικητικών υπαλλήλων και λιμενικών, δεν καθιστά καθόλου ασαφές σε ποιούς πράγματι απευθύνθηκαν οι σχετικές παράτυπες οδηγίες ,ενόψει των συγκεκριμένων προσώπων που υπηρετούσαν κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2002 έως την 3-12-2002 στα παραπάνω νησιά.

Αλλά και το ότι στο σκεπτικό της απόφασης, που αποτελεί ενιαίο όλο με το διατακτικό, αναφέρονται μετά τις παράτυπες οδηγίες και εντολές της αναιρεσείουσας και οι προηγηθείσες διηγηματικώς αναφερόμενες ενημερωτικές ενέργειες αυτής, δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς τις μερικότερες ενέργειες της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και δεν αναιρεί καθόλου την καταδίκη της για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση που προβλέπεται από τα άρθρα 98 και 259 του ΠΚ, αφού για τις πράξεις αυτές που ενήργησε η αναιρεσείουσα αυτή με σαφήνεια αναφέρεται στο διατακτικό ότι "απέστελλε τηλεφωνικές οδηγίες προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των παραρτημάτων του "Οίκου Ναύτου" (ΠΟΝ) και τους Λιμενικούς υπαλλήλους, στη Σαλαμίνα, στη Σύρο και στην Αίγινα, ζητώντας τους να βεβαιώνουν με την υπογραφή τους και τη στρογγυλή σφραγίδα της υπηρεσίας τους στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων του "Οίκου Ναύτου", ότι πράγματι εξετάστηκε ο εκάστοτε ασφαλισμένος από το ιατρικό κλιμάκιο της εταιρίας "Νeurocell".

Επομένως, οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί υπό στοιχ. Β', Γ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου, καθώς και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ά. Β., αλλά και οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Δ. Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, παρά την αντίθετη αιτίαση του σχετικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, το Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενη απόφασης, με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις εκκρεμοδικίας και ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεχθέν " ότι εφόσον δεν ασκήθηκαν δύο ποινικές διώξεις για την αυτή πράξη παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση κατά του αυτού προσώπου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη ου άρθρου 57 παρ. 3 του ΚΠΔ που απαγορεύει την παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη.

Ενώ, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ερευνήσει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την απόρριψη των αντιρρήσεων της κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας) από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης η εν λόγω απορριπτική διάταξη ".

Ο υπό στοιχεία Ε' λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπό την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του μετέβαλε το χρόνο τελέσεως της πράξεως, και ότι η μεταβολή αυτή επηρέασε την παραγραφή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ούτε η ίδια η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το κλητήριο θέσπισμα ή και η πρωτόδικη απόφαση έχουν διαφορετικό της προσβαλλόμενης απόφασης χρόνο τελέσεως των πράξεων, αλλά απλώς, υποστηρίζει τα ανωτέρω περί του χρόνου τελέσεως, ότι δηλαδή οι επιμέρους πράξεις παραβάσεως καθήκοντος τελέσθηκαν μέχρι τις 19-11 -2002.

Επίσης και ο ΣΤ' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της, περί προσταγής και πραγματικής πλάνης (αρθρ. 21 και 30 ΠΚ), χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο, υπό τα ανωτέρω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς.

Τέλος, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Δ. Κ. για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1 και259 του Π.Κ. , είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ,διότι με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στη συγκατηγορουμένη του υπάλληλο του "Οίκου Ναύτου" την απόφαση να τελέσει την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, παρά το ότι γνώριζε, ως βασικός μέτοχος της "Νeurocell Α.Ε." ότι οι συνταγογραφημένες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων στον "Οίκου Ναύτου" εξετάσεις έπρεπε να θεωρούνται από ελεγκτή ή ιατρό.

Αναφέρεται ακόμη, ο τρόπος και τα μέσα που ο αναιρεσείων προκάλεσε στην συγκατηγορουμένη του υπάλληλο την άνω απόφαση για παράβαση καθήκοντος, δεχόμενο το δικαστήριο ότι αυτός "την παρακίνησε να τελέσει την εν λόγω πράξη με το να την πείσει με πειθώ και φορτικότητα και προκλήσεις να την διαπράξει ως ανωτέρω περιγράφεται, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων πρόσθετων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας.

Περαιτέρω, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, αναφέρεται ότι σκοπός της συγκατηγορουμένης υπαλλήλου ήταν να ωφελήσει την εταιρία του αναιρεσείοντος για να εισπράξει η τελευταία τις αμοιβές που αντιστοιχούσαν στις αναγραφόμενες στα βιβλιάρια των ασφαλισμένων εξετάσεις, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του και διαλαμβάνεται περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια ως ανωτέρω περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτήν.

Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως στο σύνολο τους και να καταδικαστεί ο κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση και από 14-7-2010 αίτηση - δήλωση ως και τους πρόσθετους λόγους της Ά. Β. - Ι., κατοίκου ... και Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., αντίστοιχα για αναίρεση της 600, 600α, 600β, 600γ, 600δ, 600ε, 600στ και 600ζ/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ