1930/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1121/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των προαναφερομένων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή του και τους από 26 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1930/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ΄ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ΄ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ. ΑΠ 40/1996).
Full text
Απόφαση 1930 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1930/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ποταμίτη. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Βασιλειάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1121/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των προαναφερομένων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή του και τους από 26 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 26 Αυγούστου 2006 έκθεση του ήδη κωλυομένου Αρεοπαγίτη Αναστασάκη Πλαστήρα, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της αναίρεσης κατά το μέρος που βάλλει κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης), β) την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή βάλλει κατά της εφετειακής απόφασης ως απαραδέκτου, γ) την απόρριψη των προσθέτων λόγων της αναίρεσης ως απαραδέκτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ΄ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ΄ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ. ΑΠ 40/1996).
Αν ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης αποφάσεως και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου στο πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται κατ΄ άρθρο 566 § 2 Κ.Πολ.Δ στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1, 554, 564, 565 και 652 §1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής αποφάσεως του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αφότου και έγινε τελεσίδικη.
Διαφορετικά θα μπορούσε ο διάδικος με εκπρόθεσμη έφεση, οποτεδήποτε ασκουμένη, να καταστρατηγεί τις διατάξεις που καθιερώνουν προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 569 § 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως μπορεί να αναφέρονται μόνο στα κεφάλαια της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά.
Σε αντίθετη περίπτωση οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Όμως, το παραδεκτό της προβολής των προσθέτων λόγων προϋποθέτει ότι έχει ασκηθεί νομίμως αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται η με αριθμό 1979/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 Κ.Πολ.Δ και η με αριθμό 1121/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως.
Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Όμως όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 1121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αλλά και από την υπ΄ αριθμ. ........ έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ........., η ανωτέρω πρωτόδικη οριστική απόφαση επιδόθηκε νομίμως κατ΄ άρθρο 143 § 1 Κ.Πολ.Δ στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος (εναγομένου) στις 21-9-2004, το δε δικόγραφο της αναιρέσεως με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατατέθηκε τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών όσο και στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την ίδια ημέρα, ήτοι στις 13-6-2005.
Επομένως η κρινόμενη αναίρεση κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της 1121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της ως άνω με αριθμό 1979/2004 πρωτόδικης αποφάσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 652 § 1 Κ.Πολ.Δ δεκαπενθήμερης προθεσμίας.
Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα με το από 26-6-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων και οι οποίοι αφορούν μόνο κεφάλαια της πρωτόδικης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται:
α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, κατά τον αρ. 9 της Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης δημιουργείται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, όπως και εκείνη (δικονομική) από τα άρθρα 152 επ.
Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης που στρέφεται κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, παρά το νόμο, το εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) μολονότι η μη εμπρόθεσμη κατάθεσή της οφείλεται σε ανώτερη βία και συγκεκριμένα, στα οικογενειακά και στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 9 (όχι 14) της Κ.Πολ.Δ 559, γιατί άφησε αδίκαστη την εν λόγω δικονομική αίτηση.
Δεν ισχυρίζεται, όμως, ο αναιρεσείων ότι το αίτημα αυτό περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατά τα άρθρα 152 επ. Κ.Πολ.Δ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρόβαλλε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου. Ενώ, περαιτέρω, δεν υπάγεται το αίτημα αυτό σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως πρέπει ν΄ απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αόριστος. Μετά από όλα αυτά η αίτηση για αναίρεση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 1979/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τους από 26-6-2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ