Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to pay required court fee for civil contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens as inadmissible. The appellant filed the appeal without paying the mandatory fee of 450 euros, which is required for civil cases not falling under specific exemptions. The court ruled that the dispute regarding a work contract fee does not qualify for fee waivers or legal aid exceptions, necessitating the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticle 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; Article 577 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the required court fee is not paid, unless the case falls under specific statutory exemptions for labor or family disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 192 / 2026 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 192 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Π. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Πηγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.)", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικώς από την ειδική διαχειρίστρια του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. , με έδρα την Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Σταυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10930/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1185/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αναίρεσης, προστεθείσα, αρχικά ως παρ. 4, με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 και τροποποιηθείσα, διαδοχικά, με τα άρθρα 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016 και 22 του ν. 5134/2024), "Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, ως εξής:...
Β. Για το ένδικο μέσο της αναίρεσης: α)..., β) κατά απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, γ) κατά απόφασης πολυμελούς πρωτοδικείου παράβολο ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ, δ) κατά απόφασης εφετείου παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ... Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο. Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592".
Από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης με αυτήν του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης υποχρεούται να καταθέσει το προαναφερόμενο παράβολο, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα ανωτέρω, η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης (ΑΠ 1014/2025, ΑΠ 1137/2018, ΑΠ 266/2016). Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι σε περίπτωση που αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου και πριν από τη συζήτησή του, δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτού (ΑΠ 523/2023, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 933/2019).
Εξάλλου, η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης δια της περιστολής της προπετούς άσκησης αβασίμων ενδίκων μέσων, κυρίως έφεσης και αναίρεσης, χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η οικονομική αδυναμία καταβολής του, μπορεί να αντιμετωπισθεί με τους θεσμούς του ευεργετήματος πενίας κατ' άρθρο 194 ΚΠολΔ και της παροχής νομικής βοήθειας βάσει του ν. 3226/2004 (ΑΠ 882/2024, ΑΠ 1137/2018).
Το παράβολο προκαταβάλλεται από κάθε ασκούντα το ένδικο μέσο χωρίς διάκριση, με εξαίρεση το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και τους Ο.Τ.Α. , που απαλλάσσονται από την καταβολή του δυνάμει διατάξεων ειδικών νόμων (άρθρα 19 παρ. 1 του κανονιστικού διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 και 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 αντιστοίχως).
Επίσης, ρητή εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου προβλέπεται, όπως προεκτέθηκε, για τις εργατικές διαφορές, τις διαφορές από αμοιβές, τις γαμικές διαφορές και τις λοιπές οικογενειακές διαφορές (άρθρα 614 αριθ. 3 και 5, 592 αριθ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, με το άρθρο 614 περ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Εργατικές διαφορές είναι:
α) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά το νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους, β) οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ εκείνων που εργάζονται μαζί στον ίδιο εργοδότη, γ) οι διαφορές από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης μεταξύ εκείνων που υπάγονται στις διατάξεις αυτές ή μεταξύ αυτών και τρίτων, δ) οι παρεμπίπτουσες αγωγές κατά δικονομικών εγγυητών στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου, καθώς και ε) οι αγωγές κατά ομοδίκων των εναγομένων στις δίκες που αφορούν τις διαφορές των περιπτώσεων α` και β` της παρούσας παραγράφου, εφόσον εναχθούν από κοινού ή προσεπικληθούν".
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 23.12.2024 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1185/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (ως καθολικού εκ του νόμου διαδόχου της καταργηθείσας, δυνάμει της οικ.02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση ΑΕ" - ΕΡΤ ΑΕ), εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 10930/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, αφού κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η από 27.12.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, με την οποία ζητείτο να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 151.268 ευρώ, ως αμοιβή του για την εκτέλεση από αυτόν (ως σκηνοθέτη) του έργου (παραγωγή 12 επεισοδίων τηλεοπτικής επιμορφωτικής εκπομπής) που είχε συμφωνηθεί με την επίδικη σύμβαση έργου, η οποία είχε καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου και της (ήδη καταργηθείσας) εταιρίας "ΕΡΤ ΑΕ".
Όπως προκύπτει από την με ημεροχρονολογία 23.12.2024 "έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου" του αρμόδιου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η οποία (έκθεση) επισυνάπτεται, σε επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο στην υπάρχουσα στο φάκελο της δικογραφίας ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε χωρίς το οικείο παράβολο των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, όπως τούτο συνομολογείται και από το αναιρεσείοντα με το αναιρετήριο.
Ο αναιρεσείων, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν απαλλάσσεται από την, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, υποχρέωση κατάθεσης του οικείου παραβόλου για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου. Τούτο δε, γιατί η προκείμενη διαφορά (που αφορά αμοιβή από σύμβαση έργου και δεν συνιστά εργατική διαφορά), ως υπαγόμενη, λόγω της φύσης της, στην τακτική διαδικασία, δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες από την ανωτέρω διάταξη εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου, οι οποίες αφορούν μόνο τις διαφορές των άρθρων 614 περ. 3 και 5 και 592 περ. 1 και 3 ΚΠολΔ, ήτοι τις εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβές, γαμικές διαφορές και λοιπές οικογενειακές διαφορές.
Η συγκεκριμένη διαφορά, άλλωστε, εκδικάσθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρο 614 περ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να την καθιστά "εργατική διαφορά" το γεγονός ότι η έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου προσδιορίσθηκε, με επιμέλεια του ιδίου, σε Τμήμα Εργατικών Διαφορών του Εφετείου Αθηνών.
Επίσης, ο αναιρεσείων δεν υπάγεται στα απαλλασσόμενα, δυνάμει ειδικών νόμων, από την καταβολή του παραβόλου πρόσωπα (που είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνο το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και οι Ο.Τ.Α.), ούτε προκύπτει ότι έχει παρασχεθεί σ' αυτόν το ευεργέτημα της παροχής νομικής βοήθειας βάσει του ν. 3226/2004 (με το άρθρο 16 παρ. 1 του οποίου έχει αποκλεισθεί στο πεδίο των αστικών και εμπορικών διαφορών η εφαρμογή του εικοστού δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για το ευεργέτημα πενίας, ήτοι των άρθρων 194 έως 204 αυτού).
Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Δημοσίου - ΑΠ 934/2020), σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 134423 Οικ/8.12.1992 (ΦΕΚ 11/20.1.1993) Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.12.2024 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1185/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ