Legislator Case Law & Legislation
192/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against second-instance verdicts citing insufficient grounds and improper burden of proof arguments.

Case Number 192/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by defendants against a second-instance verdict from Larissa. The appellants argued for leniency based on conflicting laws and claimed the lower court failed to address their defense arguments. The court rejected these claims, ruling that the burden of proof remained with the prosecution and that defense arguments do not require separate judicial reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 2 of the new Penal Code: Appeals must be admissible and substantiated; the principle of leniency applies retroactively but does not shift the burden of proof to the accused; defense arguments are not grounds for separate reasoning if the main verdict addresses the crime's denial.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility burden of proof allocation retroactive leniency principle judicial reasoning requirements defense argument dismissal second instance review costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 466 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 paragraph 2a and 3a of the Code of Criminal Procedure
Article 474 paragraph 1a of the Code of Criminal Procedure
Article 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 2 paragraph 1 of the new Penal Code
Article 510 paragraph 1 items A, D, and E of the Code of Criminal Procedure
Article 369 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Articles 142 paragraph 2 and 144 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1216/2018
Case 1158/2017
Case 185/2022
Case 68/2021
Case 20/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 192 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 192/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στυλιανό Παναγιωτάκη και Νικόλαο Εμμανουηλίδη και 2. Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, για αναίρεση της αποφάσεως 145/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Δήμο Νοτίου Πηλίου Ν. Μαγνησίας, νομίμως εκπροσωπούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στέλλα Χαραλαμπίδου.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. 160/15-5-2024 και 6/14-5-2024, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης με α) αρ. 160/15-5-2024 του Θ. Κ. του Γ. και β) αρ. 6/14-5-2024 του Γ. Τ. του Α. , ασκηθείσες η πρώτη με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15-5-2024 και η δεύτερη ενώπιον της γραμματέως του Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Λάρισας στις 14-5-2024, για αναίρεση της με αριθμό 145/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 25-4-2024, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2α` και 3 α`, 474 παρ. 1 α` και 4 ΚΠΔ).

Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν. Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ).

Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι" Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον".

Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση ,και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος ,με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α` του ισχύσαντος μέχρι 30- 6-2019 ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, τέτοιο δε θεωρείται και το χρηματικό ποσό, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, ιδίως δε με κάποια έννομη σχέση, όπως εντολή, μίσθωση κ.λ.π., γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσης του στην περιουσία του. Με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν.2721/1999, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο β`, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Ακολούθως, το αρχικό ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 του ν.4055/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α` του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 του Ν. 4855/2021 "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή"......, κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, "Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ.1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο ΠΚ, πλην όμως η διάταξη του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διότι η νέα, πλην της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (ΑΠ ΑΠ 101/2022, ΑΠ 486/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 τόσο του παλαιού, όσο και του νέου Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ή ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (ΑΠ 264/2020, ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 179/2019). Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 486/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ" αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της από κοινού υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ κατ` εξακολούθηση, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου, αφού δεν καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ το είδος της υπαιτιότητας, ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ,ΑΠ 3/2012).

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 145/2023 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: ''Οι κατηγορούμενοι, Θ.

Κ. του Γ. και Γ. Τ. του Α., κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, τέλεσαν την ένδικη αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, από κοινού, αντικειμένου αξίας άνω των 120,000 ευρώ υπό τις εξής περιστάσεις: Στο Νεοχώρι Μαγνησίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2010, ενεργώντας από κοινού με πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως χρήματα που έλαβαν και κατείχαν λόγω της ιδιότητάς τους, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης, το οποίο τέλεσαν σε βάρος του πρώην Δήμου Αφετών νομού Μαγνησίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι αξίας άνω των 120.000 ευρώ Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ.

Κ. του Γ., ως Δήμαρχος του Δήμου Αφετών Μαγνησίας, και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Τ. του Α., ως ταμίας του ως άνω Δήμου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2010, με περισσότερες από μία πράξεις τους, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως από κοινού το συνολικό ποσό των 545.467,11 ευρώ.

Το ποσό αυτό αποτελεί το ταμειακό έλλειμμα του (τέως) Δήμου Αφετών Μαγνησίας, το οποίο δημιουργήθηκε κατά την χρονική περίοδο από 01.01.2007 μέχρι 31-12-2010, οπότε ο συγκεκριμένος δήμος (Δήμος Αφετών) καταργήθηκε ως αυτοτελής δήμος και ενσωματώθηκε στον (νεοσυσταθέντα) Δήμο Νοτίου Πηλίου, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του τέως Δήμου Αφετών Μαγνησίας, (σύμφωνα με το άρθρο 283 Ν. 3852/2010), Με τον τρόπο αυτό το συνολικό όφελος, το οποίο επέτυχαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, και η αντίστοιχη ζημία, η οποία προξενήθηκε στον άνω Δήμο, είναι μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 545.467,11 ευρώ.

Η ποινική έρευνα για την επίδικη υπόθεση άρχισε μετά την από 23-12-2010 ανώνυμη καταγγελία δημότη του πρώην Δήμου Αφετών (νομού Μαγνησίας) προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Βόλου, με την οποία καταγγελλόταν η "αφαίμαξη και η λεηλασία στο χρήμα του φορολογούμενου πολίτη". Ακολούθησε οικονομικός έλεγχος από τους αρμόδιους οικονομικούς επιθεωρητές, αλλά ο έλεγχος υπήρξε εξαιρετικά δυσχερής και ατελής εξαιτίας της κλοπής πολλών εγγράφων και βιβλίων και του κεντρικού υπολογιστή, η οποία έλαβε χώρα στο Δημαρχείο του Δήμου Αφετών κατά τη νύχτα της 12ης προς 13η Δεκεμβρίου 2010, ήτοι λίγες ημέρες πριν λήξει η θητεία του 1ου κατηγορουμένου, Θ.

Κ. του Γ., ως Δημάρχου του Δήμου Αφετών, και λίγες ημέρες πριν αρχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του ο (νέος) Δήμαρχος του νεοσυσταθέντος Δήμου Νοτίου Πηλίου (νομού Μαγνησίας), στον οποίο ενσωματώθηκε ο Δήμος Αφετών. Ο 1ος κατηγορούμενος είχε εκλεγεί ως Δήμαρχος του Δήμου Αφετών κατά τις δημοτικές εκλογές του έτους 2006 και άσκησε τα καθήκοντα του (ως Δημάρχου) από 01.01.2007 έως 31.12.2010.

Λίγες ημέρες πριν αρχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της η (νέα) δημοτική αρχή του νεοσυσταθέντος Δήμου Νοτίου Πηλίου, ορισμένα μέλη της επισκέφθηκαν το Δημαρχείο του Δήμου Αφετών και ζήτησαν να ενημερωθούν από τον Δήμαρχο Αφετών, (1ο κατηγορούμενο), ως προς τις οικονομικές εκκρεμότητες του Δήμου Αφετών, τις οποίες θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους.

Μετά παρέλευση ελάχιστων ημερών έλαβε χώρα η κλοπή, για την οποία έγινε ανωτέρω λόγος. Κατά την κλοπή αυτή, η οποία φέρεται ότι έγινε από άγνωστο δράστη στα γραφείο της Ταμειακής Υπηρεσίας ταυ Δήμου Αφετών, αφαιρέθηκαν άγνωστος (πλην όμως αρκετά μεγάλος) αριθμός βιβλίων και στοιχείων, γραμματίων είσπραξης, διπλοτύπων είσπραξης, χρηματικών ενταλμάτων και λοιπών εγγράφων του Δήμου Αφετών και, επίσης, ο κεντρικός υπολογιστής του Δήμου Αφετών Το γεγονός αυτό καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή τον έλεγχο των οικονομικών συναλλαγών του Δήμου Αφετών και, ιδίως, τον τρόπο διάθεσης των εσόδων του Δήμου Αφετών στη διάρκεια της θητείας του 1ου κατηγορουμένου, ως Δημάρχου του Δήμου Αφετών, ήτοι από 01. 01.2007 έως 31.12.2010, αλλά και προηγουμένως.

Τελικά, για να προσδιοριστεί το έλλειμμα της ταμειακής διαχείρισης του Δήμου Αφετών, προσδιορίστηκαν (εξωλογιστικά) κατ' έτος τα έσοδα και τα έξοδα, υπολογίστηκε το λογιστικό ταμειακό υπόλοιπο της τελευταίας ημέρας (31ης Δεκεμβρίου) κάθε έτους και συγκρίθηκε με το αντίστοιχο πραγματικό ταμειακό υπόλοιπο που εμφανιζόταν στους τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους τηρούσε ο Δήμος Αφετών.

Ειδικά όμως για το έλλειμμα της ταμειακής διαχείρισης του Δήμου Αφετών κατά το έτος 2010 δεν βρέθηκαν καθόλου στοιχεία, τα οποία να καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του, διότι η κλοπή των στοιχείων της συγκεκριμένης οικονομικής χρήσης (2010) ήταν σχεδόν καθολική. Τα αντικείμενα, τα οποία κλάπηκαν (αφαιρέθηκαν) στη διάρκεια της κλοπής που αναφέρθηκε, δεν είχαν καμία υλική (αγοραία) αξία για τον δράστη της κλοπής, με εξαίρεση τον κεντρικό υπολογιστή του Δήμου Αφετών, ο οποίος είχε προφανώς μια πολύ μικρή αξία στην αγορά, ως μεταχειρισμένος ηλεκτρονικός υπολογιστής, Συνεπώς, η ανωτέρω κλοπή δεν διενεργήθηκε από έναν τυχαίο δράστη κλοπής, για να αποκομίσει αυτός χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας, αλλά διενεργήθηκε από πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία εργάζονταν στον Δήμο Αφετών και επιθυμούσαν να εξαφανιστούν αθόρυβα τα λογιστικά βιβλία και τα λοιπά λογιστικά έγγραφα και ο κεντρικός ηλεκτρονικός υπολογιστής του Δήμου Αφετών, ώστε να αποβαίνει αδύνατος ή, τουλάχιστον, εξαιρετικά δυσχερής ο έλεγχος ως προς την οικονομική διαχείριση του Δήμου Αφετών κατά την τελευταία τετραετία (2007-2010), ιδίως, μάλιστα, κατά το έτος 2010.

Ο Δήμος Αφετών δεν υπέβαλε ποτέ τους απολογισμούς του και τα δικαιολογητικά στοιχεία των δαπανών του στο Ελεγκτικό Συνέδριο για έλεγχο, όπως προκύπτει από την πορισματική έκθεση με αριθμό πρωτοκόλλου 67/2013 του Η. Μ., αρμόδιου οικονομικού επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλίας στην οποία γίνεται αναφορά στο έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ....2013 του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Περαιτέρω, από το υπ' αριθμόν ....2010 Γραμμάτιο Είσπραξης του Γραφείου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προκύπτει ότι η Β' ΔΟΥ Βόλου εισέπραξε το ποσό των 965.831,89 ευρώ από την Τράπεζα της Ελλάδος σε εκτέλεση του υπ' αριθμόν ....2010 εντάλματος και της υπ' αριθμόν ....2010 εντολής πληρωμής. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό αποτελεί προϊόν δανείου, το οποίο χορηγήθηκε στον Δήμο Αφετών.

Το χορηγηθέν δάνειο ανερχόταν στο ποσό των 1.016.000 ευρώ, από το οποίο παρακρατήθηκε (σύμφωνα με τους όρους του δανειστικού συμβολαίου) το ποσό των 51.166,11 ευρώ για ενδιάμεσους τόκους και δικαιώματα ελέγχου τίτλων και, τελικά, το καθαρό ποσό του δανείου αυτού, το οποίο περιήλθε στον Δήμο Αφετών και εισέπραξε ο ταμίας του δήμου αυτού, Γ.

Τ. (2ος κατηγορούμενος), δυνάμει της υπ' αριθμόν ....2010 εξουσιοδότησης του (τότε) Δημάρχου Αφετών, Θ. Κ. (1ου κατηγορουμένου), ανερχόταν σε 955.831,89 ευρώ. Το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό κατατέθηκε αρχικά στον υπ' αριθμόν ... τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο τηρούσε ο Δήμος Αφετών στην τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Μετά το κλείσιμο του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού, το οποίο έλαβε χώρα στις 20.5.2010 και το άνοιγμα άλλου τραπεζικού λογαριασμού, το υπόλοιπο του κλεισθέντος τραπεζικού λογαριασμού, ποσού 709 251,98 ευρώ, μεταφέρθηκε με την υπ' αριθμόν Νο ...

επιταγή την ίδια ημέρα και κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό όψεως με αριθμό ..., τον οποίο άνοιξε ο Δήμος Αφετών στην τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ. Από τους όρους του ανωτέρω δανείου προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου συνοδευόταν από ονομαστικό κατάλογο οφειλετών του Δήμου Αφετών, οι οποίοι έπρεπε να εξοφληθούν σύμφωνα με την επισήμανση "το ποσό της εντολής να αποδοθεί στους δικαιούχους της κατάστασης έγκρισης, την οποία σας επισυνάπτουμε".

Μεταξύ των οφειλετών, των οποίων οι απαιτήσεις έπρεπε να ικανοποιηθούν από το ποσό του ανωτέρω δανείου, ήταν το Ι.Κ.Α., το οποίο είχε απαίτηση για ασφαλιστικές εισφορές, συνολικού ποσού 100.347,60 ευρώ. Από τα με αριθμούς ...-2012 και ...-2012 απαντητικά έγγραφα του Ι.Κ.Α. προς τον οικονομικό επιθεωρητή προκύπτει ότι δεν έγινε καμία καταβολή εκ μέρους του Δήμου Αφετών προς τακτοποίηση των ασφαλιστικών οφειλών του Δήμου Αφετών έναντι αυτού.

Με δεδομένο ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού στην τράπεζα ανερχόταν στο ποσό των 8.586,79 ευρώ, συνάγεται ότι το ποσό των 100.347,60 ευρώ, αν και αναλήφθηκε από την τράπεζα, δεν διοχετεύθηκε στον προορισμό του και συνακόλουθα συνιστά έλλειμμα.

Εξάλλου, οι δικαιούχοι, οι οποίοι είχαν απαιτήσεις εναντίον του Δήμου Αφετών και ήταν εγγεγραμμένοι στην απόφαση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και έπρεπε να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους εναντίον του Δήμου Αφετών, ανέρχονταν σε 174 άτομα και έπρεπε να γίνουν 174 αντίστοιχες αναλήψεις χρημάτων από την τράπεζα προς εξόφληση τους.

Ο ταμίας του Δήμου Αφετών διενήργησε από την τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ, στην οποία είχε μεταφερθεί το ποσό του δανείου, 177 αναλήψεις, συνολικού ποσού 1.160.156,78 ευρώ. Από τις ανωτέρω αναλήψεις ταυτοποιούνται μόνο 13 και αυτές αφορούν πληρωμές υπαλλήλων του δήμου Αφετών. Λόγω της αδυναμίας ελέγχου της πληρωμής ή μη των λοιπών δικαιούχων, εξαιτίας της εκτεταμένης απώλειας στοιχείων που προκλήθηκε από την ανωτέρω κλοπή, η νέα δημοτική αρχή (του Δήμου Νοτίου Πηλίου) ζήτησε να καταθέσουν οι δικαιούχοι υπεύθυνες δηλώσεις σχετικά με την εξόφληση ή μη των απαιτήσεων που είχαν εναντίον του Δήμου Αφετών.

Με εξαίρεση μία υπεύθυνη δηλαδή, η οποία είναι εντελώς ασαφής ως προς το οφειλόμενο ποσό, και μια ακόμη υπεύθυνη δήλωση που αναφέρει μόνο το οφειλόμενο ποσό (1.590,07 ευρώ) και φέρει υπογραφή αλλά κανένα άλλο στοιχείο ταυτότητας, το συνολικό ποσό της κατάστασης αρνητικών υπεύθυνων δηλώσεων ανέρχεται σε 185.378,62 ευρώ.

Επειδή κατά την έρευνα που έγινε, δεν βρέθηκε ένταλμα πληρωμής του Δήμου Αφετών που να διαψεύδει κάποια αρνητική δήλωση, οι αρνητικές υπεύθυνες δηλώσεις θεωρούνται ως αληθείς. Επομένως, το συνολικό ποσό των 185.378,62 ευρώ δεν διοχετεύθηκε στον προορισμό του σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης και αποτελεί έλλειμμα.

Περαιτέρω, όσον αναφορά τις χρήσεις των ετών 2007, 2008 και 2009, (για το έτος 2010 η απώλεια των βιβλίων και στοιχείων είναι ολοκληρωτική), σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 67/2013 πορισματική έκθεση του οικονομικού επιθεωρητή Η. Μ. διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Για τη χρήση του έτους 2007 παρατηρείται απόκλιση καταθέσεων στην τράπεζα με τα έσοδα στον απολογισμό, συνολικού ποσού 218.157,63 ευρώ, αλλά η απόκλιση αποβαίνει υπέρ των καταθέσεων, (δηλαδή τα έσοδα του απολογισμού υπολείπονται των καταθέσεων), με συνέπεια το ποσό αυτό να μην αποτελεί έλλειμμα.

Για τη χρήση του έτους 2008 παρατηρείται απόκλιση καταθέσεων στην τράπεζα με τα έσοδα στον απολογισμό του Δήμου Αφετών, συνολικού ποσού 181.361,49 ευρώ και το ποσό αυτό αποτελεί έλλειμμα Για τη χρήση του έτους 2009 παρατηρείται απόκλιση μεταξύ καταθέσεων στην τράπεζα με τα έσοδα στον απολογισμό, συνολικού ποσού 232 214,67 ευρώ, αλλά η απόκλιση αποβαίνει υπέρ των καταθέσεων, (δηλαδή τα έσοδα του απολογισμού υπολείπονται των καταθέσεων), με συνέπεια το ποσό αυτό να μην αποτελεί έλλειμμα.

Επίσης, βρέθηκαν εισπράξεις του Δήμου Αφετών, οι οποίες παραδόθηκαν από τον εισπράκτορα στον ταμία, αλλά παρά τις επανειλημμένες επαληθεύσεις με τα extrait των λογαριασμών δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιηθούν και να αντιστοιχηθούν με τραπεζικές καταθέσεις. Οι ανωτέρω εισπράξεις για το έτος 2008 ανέρχονται στο ποσό των 51.796,84 ευρώ και για το έτος 2009 ανέρχονται στο ποσό των 23.151,32 ευρώ και συνολικό (για τα δύο έτη) ανέρχονται στο ποσό των 74.948,16 ευρώ και αποτελούν έλλειμμα.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ο ταμίας κατέθετε στην τράπεζα το ποσό που εισέπραττε από τον εισπράκτορα, μειωμένο με τα ποσά των κρατήσεων, τα οποία όμως δεν κατατέθηκαν στην τράπεζα και τα οποία ανέρχονται για το έτος 2007 στο ποσό των 1.196,48 ευρώ, για το έτος 2008 στο ποσό των 1.428,31 ευρώ, για το έτος 2009 στο ποσό των 590,67 ευρώ και για το έτος 2010 στο ποσό των 215,78 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 3,431,24 ευρώ, το οποίο αποτελεί έλλειμμα.

Συνεπώς, το στοιχειοθετημένο έλλειμμα του Δήμου Αφετών, που ανάγεται στα έτη 2007 έως 2010, δηλαδή στη διάρκεια της θητείας του 1ου κατηγορουμένου, Θ. Κ. του Γ., ως Δημάρχου του Δήμου Αφετών, ανέρχεται (με τους πλέον επιεικείς υπολογισμούς) στο ποσό των 545.467,11 ευρώ, το οποίο είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το ποσό των 120.000 ευρώ και βέβαια είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δεν δαπανήθηκε, έστω ασύνετα, για την ικανοποίηση αναγκών του Δήμου Αφετών και για την εξόφληση προγενέστερων οφειλών του Δήμου Αφετών προς πιστωτές του, αλλά ενσωματώθηκε στην ατομική περιουσία των κατηγορουμένων, Θ. Κ. του Γ. και Γ. Τ.

του Α. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν το Δικαστήριο τούτο με ασφάλεια οι αντίστοιχες εκθέσεις γνωμοδοτήσεις του δικαστικού πραγματογνώμονα, Ε. Ν. του Ε., ο οποίος διορίστηκε ως ειδικός πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν ....2015 διάταξη του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Βόλου, προκειμένου να αποφανθεί εάν τα εισοδήματα των τριών (αρχικά) κατηγορουμένων, (Θ.

Κ. του Γ., Γ. Τ. του Α. και Δ. Λ. του Π.), δικαιολογούν το σύνολο των τραπεζικών συναλλαγών τους. Ως προς τον 1ο κατηγορούμενο, Θ. Κ. του Γ., ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αποφάνθηκε, αρχικά, (με την από 03.02.2015 έκθεση - γνωμοδότηση του), ότι το συνολικό ύφος της αδικαιολόγητης εισοδηματικής πηγής για τις χρήσεις 2002- 2013 ανέρχεται στο ποσό των 592.930 ευρώ.

Στη συνέχεια, με την από 20.04.2015 έκθεση του (με τίτλο "Γενικές Παρατηρήσεις - Αντικρούσεις επί της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου) ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη του τις παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του 1ου κατηγορουμένου, αποφάνθηκε ότι η διαφορά ποσού που προέκυψε από τη σύγκριση των τραπεζικών καταθέσεων του 1ου κατηγορουμένου με τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα αυτού, ανέρχεται στο ποσό των 389.982 ευρώ.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι μαθηματικοί υπολογισμοί του ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν είναι ακριβείς, από όσα αναφέρθηκαν συνάγεται βάσιμα ότι μετά τη λήξη της θητείας του ως Δημάρχου του Δήμου Αφετών η ατομική περιουσία του 1ου κατηγορουμένου παρουσίαζε αδικαιολόγητη αύξηση, ποσού 389.982 ευρώ (κατά προσέγγιση), η οποία αξιολογείται από το Δικαστήριο τούτο ως σημαντική και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, με ασφάλεια και αναμφίβολα, από όλα τα εισοδήματα (του 1ου κατηγορουμένου και των οικείων του), τα οποία ανέφερε ο 1ος κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου (προσωπικά ή διαμέσου των συνηγόρων του).

Περαιτέρω, ως προς τον 2ο κατηγορούμενο, Γ. Τ. του Α., ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αποφάνθηκε, αρχικά, (με την από 03.02.2015 έκθεση γνωμοδότηση του) ότι το συνολικό ύψος της αδικαιολόγητης εισοδηματικής πηγής για τις χρήσεις 2002-2013 ανέρχεται στο ποσό των 801.170 ευρώ. Στη συνέχεια, με την από 20.04.2015 έκθεσή του (με τίτλο "Γενικές Παρατηρήσεις - Αντικρούσεις επί της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου) ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη του τις παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του 2ου κατηγορουμένου, αποφάνθηκε ότι η διαφορά ποσού που προέκυψε από τη σύγκριση των τραπεζικών καταθέσεων του 2ου κατηγορουμένου με τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα αυτού, ανέρχεται στο ποσό των 776.870 ευρώ.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι μαθηματικοί υπολογισμοί του ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν είναι ακριβείς, από όσα αναφέρθηκαν συνάγεται βάσιμα ότι μετά τη λήξη της θητείας του 1ου κατηγορουμένου ως Δημάρχου του Δήμου Αφετών, οπότε ακολούθησε η παραίτηση του 2ου κατηγορουμένου από την υπηρεσία του ως δημοτικού υπαλλήλου (ταμία) του Δήμου Αφετών, (μετέπειτα Δήμου Νοτίου Πηλίου), η ατομική περιουσία του 2ου κατηγορουμένου παρουσίαζε αδικαιολόγητη αύξηση, ποσού 776.870 ευρώ (κατά προσέγγιση), η οποία αξιολογείται από το Δικαστήριο τούτο ως πολύ μεγάλη (σε σύγκριση με τις επαγγελματικές ασχολίες και τα αντίστοιχα εισοδήματα του 2ου κατηγορουμένου) και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, με ασφάλεια και αναμφίβολα, από όλα τα εισοδήματα (του 2ου κατηγορουμένου και των οικείων του), τα οποία ανέφερε ο 2ος κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου (προσωπικά ή διαμέσου του συνηγόρου του).

Εξάλλου, άλλα στοιχεία, τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το χρηματικό ποσό των 545.467,11 ευρώ από το ταμείο του Δήμου Αφετών (και ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δεν δαπανήθηκε για την ικανοποίηση αναγκών του Δήμου Αφετών ή για την εξόφληση οφειλών του Δήμου Αφετών προς τρίτους), είναι τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία επισημαίνει ο οικονομικός επιθεωρητής Η.

Μ., υπάλληλος της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλίας, στην υπ' αριθμόν εμπιστευτικού πρωτοκόλλου ....2013 πορισματική έκθεση του: α) Με τον Ν. 3352/2010 θεσπίστηκε η δημιουργία νέων, μεγαλύτερων δήμων με τη συγχώνευση των ήδη Καποδιστριακών δήμων και είχε αρχίσει ήδη η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της λειτουργίας και του Δήμου Αφετών (31 12.2010).

Με δεδομένο ότι πλησίαζε ο χρόνος της συγχώνευσης, είχαν αρχίσει οι εργασίες και κλιμάκια από την νέα εκλεγείσα δημοτική αρχή άρχισαν τις επισκέψεις στους δήμους για τον προγραμματισμό των ενεργειών για την ομαλή διεξαγωγή της συγχώνευσης, όπως απογραφή, πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής, εμπλεκόμενοι υπάλληλοι κλπ, και γενικό επέκειτο η διενέργεια οικονομικού ελέγχου των οικονομικών στοιχείων του δήμου αυτού, όπως και των υπόλοιπων.

Ήδη κλιμάκιο είχε μεταβεί στο Δήμο Αφετών στα τέλη Νοεμβρίου του 2010 και είχε οριστεί η επόμενη προγραμματισμένη επίσκεψη για τα μέσα Δεκεμβρίου, (ημέρα κλοπής 12,12.2010). ... Αφαιρέθηκαν στοιχεία από 3 διαφορετικά σημεία του δημοτικού καταστήματος. Από το γραφείο του ταμία, το γραφείο του εισπράκτορα που στεγάζεται σε διαφορετικό χώρο στο ισόγειο, καθώς και ο κεντρικός υπολογιστής που ήταν τοποθετημένος στον 1ο όροφο του κτιρίου.

Ειδικά αφαιρέθηκαν με "χειρουργική" ακρίβεια σχεδόν όλα τα βιβλία και παραστατικά (Γ.Ε., Χ.Ε) του έτους 2010, (όπως και σημαντικότατο μέρος των άλλων χρήσεων), β) Δεν διαπιστώθηκε κλοπή χρημάτων πέραν μερικών κερμάτων, γ) Παρά τις καταγγελίες που είχαν γίνει από δημότες της περιοχής σχετικά με την οικονομική διαχείριση του δήμου (Αφετών) για διαφθορά, αδιαφανείς διαδικασίες, οι οποίες είχαν κατατεθεί στο Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και στη συνέχεια και στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, (ο Δήμαρχος, ήδη 1ος κατηγορούμενος) συγκάλεσε Δημοτικό Συμβούλιο, με απόφαση του οποίου αποφαίνεται ότι οι καταγγελίες στερούνταν σοβαρότητας και τις χαρακτήρισαν ότι είναι ψευδείς και αναληθείς.

Αν με το που έγιναν γνωστές οι καταγγελίες αυτές και περιέπεσαν στην αντίληψη της δημοτικής αρχής, είχε διατάξει (ο Δήμαρχος) άμεσα τη διενέργεια κάποιας μορφής ελέγχου στην ταμειακή υπηρεσία ή ακόμη ο ίδιος αν προέβαινε σε στοιχειώδη έλεγχο, θα γινόταν γνωστός ο τρόπος λειτουργίας της Ταμειακής Υπηρεσίας, δ) Αν και στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων τελευταίων χρόνων είχαν ενσκήψει συνολικά τρία κρούσματα κλοπών στο κτίριο που στεγάζεται ο δήμος (Αφετών), (ο Δήμαρχος) δεν έλαβε πρόσθετα μέτρα ασφάλειας του δημοτικού καταστήματος, τη στιγμή μάλιστα που υπήρχαν στο χώρο παραστατικά εισπράξεων και δαπανών για φύλαξη για μεταγενέστερο έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ε) Αν και με την απόφαση του Δ.Σ 148/2010 αποφασίστηκε στις 21.12.2010 η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές για την ταχεία διαλεύκανση της υπόθεσης, εν τούτοις (ο Δήμαρχος) δεν ανέθεσε μέχρι τη λήξη της θητείας του τον έλεγχο σε ορκωτό Ελεγκτή-Λογιστή.

Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε, κατά πλειοψηφία, τη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το χρηματικό ποσό των 545.467,11 ευρώ και, συνεπώς, τέλεσαν την επίδικη αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού κατ' εξακολούθηση σε βάρος του πρώην Δήμου Αφετών νομού Μαγνησίας, με αντικείμενο άνω των 120.000 ευρώ, και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την τέλεση αυτής της αξιόποινης πράξης, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α Π Κ, που τους αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως (άρθρ 470 ΚΠΔ). Οι αντίθετοι προς την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ισχυρισμοί των κατηγορουμένων αξιολογούνται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν''. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους αναιρεσείοντες, με την αναγνώριση σ` αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α` και ε' ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών στον καθένα , την οποία ανέστειλε επί τριετία, υπό τους όρους α) της επιτήρησης αυτών από επιμελητή κοινωνικής αρωγής και β) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα , με το ακόλουθο διατακτικό:

''ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ενόχους, κατά πλειοψηφία, του ότι στο Νεοχώρι Μαγνησίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2010 ενεργώντας από κοινού με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως χρήματα που τα έλαβαν και τα κατείχαν λόγω της κάτωθι ιδιότητας τους, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης σε βάρος ταυ πρώην Δήμου Αφετών νομού Μαγνησίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120 000 ευρώ.

Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως Δήμαρχος Αφετών Μαγνησίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος ως ταμίας του ως άνω Δήμου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως από κοινού το συνολικό ποσό των 545.467,11 ευρώ, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει το δημιουργηθέν ταμειακό έλλειμμα του τέως Δήμου Αφετών Μαγνησίας, κατά την χρονική περίοδο 2007 μέχρι την 31-12-2010, όταν αυτός καταργήθηκε και συνενώθηκε με το Δήμο Νοτίου Πηλίου, του τελευταίου υπεισερχόμενου αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του τέως Δήμου Αφετών Μαγνησίας (άρθρο 283 Ν. 3852/2010).

Με αυτόν τον τρόπο, το συνολικό όφελος, που επέτυχαν οι κατηγορούμενοι από κοινού και η αντίστοιχη ζημία, που προξενήθηκε σε βάρος του πρώην Δήμου Αφετών νομού Μαγνησίας, είναι μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 545.467,11 ευρώ''. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφαση του, για την αποδιδόμενη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από κοινού και κατ` εξακολούθηση ποσού που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α`, 27 , 45, 51, 52, 60, 79, 83, 84 παρ. 2 α` και ε` , 98 και 375 παρ. 3 του ΠΚ , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, διαλαμβάνει με τις παραδοχές του στην προσβαλλομένη απόφαση : 1) Αναφορικά με τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Θ. Κ. α) ότι με την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου Αφετών Μαγνησίας, από 1-1-2007 έως 31-12-2010, έλαβε και κατείχε τα χρήματα του Δήμου , από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Γ.

Τ., ταμία του Δήμου, με τον οποίο συνεργάζονταν, β) ότι κατά τα έτη 2007 έως και 2010, που αμφότεροι οι κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν με τις ως άνω ιδιότητές τους, παρουσιάστηκε στο Δήμο έλλειμα συνολικού ύψους 545.467,11 ευρώ (ήτοι ποσό που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, όπως απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αδικήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος), το οποίο (έλλειμα) εξειδικεύει διαχρονικά, με την αναφορά για κάθε έτος από το 2007 έως και το 2010 των επιμέρους ποσών που παρουσιάζονταν ως έλλειμα από το ταμείο του Δήμου, γ)ότι η εκταμίευση χορηγηθέντος δανείου στο Δήμο Αφετών Μαγνησίας ύψους , μετά την αφαίρεση ενδιάμεσων τόκων και δικαιωμάτων ελέγχου τίτλων, ύψους 965.831,89 ευρώ, έγινε δυνάμει της υπ' αριθ. 951/23-3-2010 εξουσιοδότησης του κατηγορούμενου προς τον συγκατηγορούμενό του Γ.

Τ. , ενώ η μεταφορά των χρημάτων αυτών στην τράπεζα PROBANK και ακολούθως η περιοδική ανάληψη επιμέρους ποσών αυτού από τον τελευταίο, για λογαριασμό του Δήμου Αφετών , έγινε με την σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου, ως εκπροσώπου του Δήμου, παραδοχή η οποία θεμελιώνεται στην απολογία του κατηγορούμενου (σελ. 103), δ) ότι ο κατηγορούμενος αντί να διαθέσει τα χρήματα για εξόφληση προγενέστερων υποχρεώσεων του Δήμου (ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ, απαιτήσεις τρίτων κατά του Δήμου Αφετών), τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του ταμία του Δήμου, ε) ότι το έτος 2012-2013 , ήτοι μετά τη λήξη της θητείας του ως Δήμαρχος , είχε αδικαιολόγητα εισοδήματα ύψους 389.982 ευρώ, κατά προσέγγιση, όπως και ο συγκατηγορούμενός του κατά τα έτη 2002 - 2013, οπότε άσκησε καθήκοντα ταμία στο Δήμο είχε αδικαιολόγητα εισοδήματα 776.870 ευρώ, κατά προσέγγιση, χωρίς η εκτίμηση αυτή να καθιστά ασαφή την αιτιολογία , στ) ότι η καταγγελθείσα κλοπή παραμονές του ελέγχου των οικονομικών πεπραγμένων του ως Δημάρχου, πριν τη συνένωση του Δήμου Αφετών με τον Δήμο Νοτίου Πηλίου, είχε ως αντικείμενο βιβλία και στοιχεία, γραμμάτια είσπραξης, διπλότυπα είσπραξης, χρηματικά εντάλματα και λοιπά έγγραφα του Δήμου, που δεν είχαν καμία αγοραία αξία για τον δράστη της κλοπής καθώς και τον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του Δήμου, ο οποίος είχε μικρή αγοραία αξία ως μεταχειρισμένος υπολογιστής, η εξαφάνιση όμως των ως άνω αντικειμένων ωφελούσε και τους δύο κατηγορούμενους , ζ) ότι μετά τις καταγγελίες στο Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης και στην Περιφέρεια Θεσσαλίας για διαφθορά και αδιαφανείς διαδικασίες στο Δήμο Αφετών, ο κατηγορούμενος Δήμαρχος συγκάλεσε Δημοτικό Συμβούλιο που αποφάνθηκε ότι οι καταγγελίες είναι ψευδείς και στερούνται σοβαρότητας , αντί να διατάξει στοιχειώδη έλεγχο. 2) Αναφορικά με τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Γ.

Τ. α) τη νόμιμη εργασιακή σχέση του κατηγορούμενου με τον Δήμο Αφετών , ως ταμίας αυτού, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (2007 έως και 2010) και την περιέλευση στην κατοχή του συνολικού ποσού ύψους 545.467,11 ευρώ, στα πλαίσια της άσκησης των ανατεθειμένων σε αυτόν αρμοδιοτήτων , β) τη διαπίστωση, μετά από οικονομικό έλεγχο, ισόποσου ελλείματος στα ταμειακά διαθέσιμα του Δήμου, γ) τη μη καταβολή των συναποτελούντων το έλλειμα χρηματικών ποσών για την εξόφληση των οικονομικών υποχρεώσεων αυτού προς τρίτους και ειδικότερα την ανάληψη το έτος 2010 ποσού 100.347,60 ευρώ για την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ και την ανάληψη ποσού 185.378,62 ευρώ για την εξόφληση απαιτήσεων τρίτων κατά του Δήμου, τη μη κατάθεση στην Τράπεζα ποσού ύψους 181.361,49 ευρώ που προκύπτει ως απόκλιση από τα έσοδα του Δήμου το έτος 2008, εισπράξεις από τον εισπράκτορα του Δήμου που του παραδόθηκαν και μη κατάθεση αυτών στο λογαριασμό του Δήμου συνολικού ποσού 51.796,84 ευρώ για το έτος 2008 και 23.151,32 ευρώ για το έτος 2009, την κατάθεση στην Τράπεζα διαφόρων ποσών που εισέπραττε από τον εισπράκτορα , μειωμένα με τα ποσά των κρατήσεων υπέρ του Δήμου, τα οποία έπρεπε επίσης να τα καταθέσει στο λογαριασμό αυτού και ειδικότερα για το έτος 2007 ποσό 1.196,48 ευρώ, το έτος 2008 ποσό 1.428,31 ευρώ, για το έτος 2009 ποσό 590,67 ευρώ και το έτος 2010 ποσό 215,78 ευρώ, κατά παράβαση της υποχρέωσής του καταβολής αυτών, ως ταμίας του Δήμου και δ) την ενσωμάτωση των ποσών αυτών στην ατομική περιουσία του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του Θ.

Κ., Δημάρχου στον ανωτέρω Δήμο, και την παράνομη ιδιοποίηση αυτών. Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, υπήρξε δόλια προαίρεση των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, δηλούμενη με την πραγμάτωση των ως άνω ενεργειών τους, που υποδήλωναν εξωτερίκευση της βούλησής τους να ενσωματώσουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό στην ατομική τους περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Τέλος, αιτιολογείται επαρκώς η κατά συναυτουργία τέλεση της πράξης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί, ήτοι η με σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου Θ.

Κ., Δημάρχου του Δήμου Αφετών Μαγνησίας, από τον κατηγορούμενο Γ. Τ., ταμία του ως άνω Δήμου , ανάληψη των ποσών που αποτέλεσαν συνολικά το έλλειμα του Δήμου κατά το τέλος της θητείας του κατηγορούμενου Θ. Κ. , το οποίο παρακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία τους, μη απαιτουμένης εξειδικεύσεως των επί μέρους ενεργειών εκάστου των κατηγορουμένων στην πραγμάτωση της υπεξαίρεσης.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα: 1) Επί της από 15-5-2024 αίτησης αναιρέσεως του Θ. Κ.: Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν. Δ/γμα 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε.

Κατ` αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 παρ.2 του ΚΠΔ "Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορούμενου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του.

Οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο ,που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια". Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α` και 171 παρ. 1 περ. δ` του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 2064/2019, ΑΠ 179/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας καθόσον το δικαστήριο μετακύλησε σε αυτόν το βάρος να αποδείξει ότι η αύξηση της περιουσίας του κατά 389.982 ευρώ στο τέλος της θητείας του δεν προέρχεται από την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητάς του που θεμελιώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ .

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον η έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας των αδικαιολόγητων εισοδημάτων του αναιρεσείοντος έγινε στα πλαίσια της εξακρίβωσης της αλήθειας κατ' άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠΔ και ειδικότερα στα πλαίσια της έρευνας αν τα εν λόγω εισοδήματα του αναιρεσείοντος προέρχονται από νόμιμη πηγή ή σχετίζονται με το έλλειμα του Δήμου, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του τελευταίου ως Δημάρχου, σε καμία περίπτωση δεν μετακύλησε το βάρος της απόδειξης σε αυτόν και ως εκ τούτου δεν επήλθε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του ανωτέρω κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος. 2) Επί της από 14-5-2024 αίτησης αναιρέσεως του Γ.

Τ. α) Η ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντιγραφή του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει δεχτεί ακριβώς τα ίδια, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ανάγεται σε έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ.

Δ' ΚΠΔ ), πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτό αποφάσισε για την ενοχή των αναιρεσειόντων μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και στη συνέχεια απήγγειλε προφορικά την απόφαση του, όπως ορίζει το άρθρο 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της απόφασης (οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή) έγινε μεταγενέστερα, σύμφωνα με τα άρθρα 142 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1216/2018 , ΑΠ 1158/2017).

β) Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του που κατέτειναν στην απαλλαγή του, παρόλο που τους κατέθεσε με γραπτά σημειώματα για τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ και αναπτύχθηκαν προφορικά από το συνήγορό του , είναι αβάσιμες καθόσον ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής και γι` αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 185/2022), σε κάθε όμως περίπτωση η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 68/2021, ΑΠ 20/2019).

γ) Τα ειδικότερα ως αιτιάσεις υπό του αναιρεσείοντος προσβαλλόμενα, τα οποία αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση, από το δικάσαν Δικαστήριο της καταθέσεως του μάρτυρος κατηγορίας Η. Μ., υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α`, Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης που προβάλλονται με τους συναφείς λόγους των υπό κρίση αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολο τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 578 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις με α) αρ. 160/15-5-2024 του Θ. Κ. του Γ. και β) αρ. 6/14-5-2024 του Γ. Τ. του Α., για αναίρεση της με αριθμό 145/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια ευρώ (800 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ