Legislator Case Law & Legislation
192/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and failure to consider evidence under Civil Procedure Code.

Case Number 192/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by hotel companies against a Third Instance Court decision. The appellants argued the appeal was inadmissible due to procedural timing and that the lower court failed to consider specific construction contract documents and correspondence. The court rejected these claims, finding the appeal inadmissible because the grounds did not fit the statutory exceptions and the lower court had explicitly considered all submitted evidence in its ruling.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2; Art. 559 no. 11g' KPolD: Appeals are inadmissible if grounds do not fall within statutory exceptions, and claims that the lower court failed to consider evidence are baseless if the decision explicitly confirms such evidence was reviewed and weighed.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural timing failure to consider evidence construction contract Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 KPolD
Art. 559 no. 11g' KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 para. 1 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 192 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 192/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2009 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3558/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6436/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητη με την από 6/12/2015 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1318/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6436/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2066/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 23/9/2019 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 23/9/2019 αιτήσεως, την απόρριψη της από 4/6/2019 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση οι από: α) 23-9-2019 και β) 4-6-2019 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 2066/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα στην ως άνω πρώτη και αναιρεσίβλητη στην ως άνω δεύτερη αναίρεση με την από 18-12-2009 αγωγή της ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης στην ως άνω πρώτη και αναιρεσείουσας στην ως άνω δεύτερη αναίρεση να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 881.252,55 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής της από την αναφερόμενη σύμβαση έργου.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3558/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή για το ποσό των 822.296,50 ευρώ. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησε έφεση η ήδη αναιρεσίβλητη στην πρώτη και αναιρεσείουσα στη δεύτερη αναίρεση (εναγομένη), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6436/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτή η ως άνω έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως, μετά τη διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση της αγωγής, απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν δεν προέκυπτε ο προσδιορισμός της αμοιβής της ενάγουσας με βάση την επικαλούμενη συμφωνία των διαδίκων.

Κατά της πιο πάνω απόφασης η ήδη αναιρεσείουσα στην πρώτη και αναιρεσίβλητη στη δεύτερη αναίρεση (ενάγουσα) άσκησε την από 6-12-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ενόψει του ότι κατά τις σχετικές παραδοχές υπήρχε στην ένδικη αγωγή ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2066/2019 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης στην πρώτη και αναιρεσείουσας στη δεύτερη αναίρεση (εναγομένης), εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή για το ποσό των 420.913 ευρώ.

Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "...".

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 3/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 9-8-2004 "ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης" που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας (υπό την τότε επωνυμία της "...") και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το Γενικό Διευθυντή της, Π.

Ζ. και την εξετασθείσα, ως μάρτυρα, Προϊστάμενη του Ηλεκτρομηχανολογικού Τομέα της, Α. Μ., η τελευταία (εναγομένη) ανέθεσε στην πρώτη (ενάγουσα) και εκείνη ανέλαβε, έναντι αμοιβής και υπό τους ρητώς συμφωνηθέντες όρους, το έργο της επίβλεψης και τακτικής συντήρησης, επί 24ώρου βάσεως, των εσωτερικών και εξωτερικών εγκαταστάσεων υγραερίου των ευρισκόμενων στη ...

ξενοδοχείων της εναγομένης, "….." και "...", όπως και του εστιατορίου της "...", καθώς και τον έλεγχο της λειτουργίας του μηχανοστασίου-λεβητοστασίου και ψυχροστασίου του ξενοδοχείου της "....". Η χρονική διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 10-8-2004 έως και 5-9-2004 με δυνατότητα παράτασης αυτής, κατόπιν νεότερης συμφωνίας των μερών (όρος 4), ενώ ο προσδιορισμός του ύψους της αμοιβής συμφωνήθηκε να καθορίζεται σύμφωνα με την από 3-8-2004 προσφορά της ενάγουσας, κατά την οποία η εργατοώρα του τεχνικού υγραερίου (LPG) θα αμειβόταν με € 38 και η εργατοώρα του τεχνικού υδραυλικού με € 20, πλέον προσαύξησης 75% για υπερεργασία ή εργασία σε ημέρες αργίας (όρος 6.1), για το λόγο δε τούτο η ενάγουσα ανέλαβε την επιπλέον υποχρέωση να τηρεί ημερολόγιο έργου, στο οποίο θα εμφαίνονταν, εκτός άλλων, οι ανά βάρδια απασχολούμενοι τεχνίτες και οι εργατοώρες τους (όρος 2.2).

Πάντως, ανεξαρτήτως της ανωτέρω συμφωνίας περί του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας - που δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το οικείο σκέλος του 7ου λόγου της έφεσής της - ειδικώς για το προαναφερθέν βραχύ χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης, συμφωνήθηκε ρητά ότι η συνολική αμοιβή της ενάγουσας θα οριζόταν, κατ' αποκοπή, στο ποσό των € 30.000, πλέον ΦΠΑ, ανεξάρτητα από τις καταχωρήσεις στο ημερολόγιο έργου (όρος 6.1).

Σημειώνεται ότι το παραπάνω συμφωνητικό αποτελούσε το δεύτερο κατά σειρά συμφωνητικό που είχε συναφθεί το χρονικό εκείνο διάστημα μεταξύ των διαδίκων εταιριών, καθόσον, ήδη από τον Απρίλιο του ίδιου έτους, η εναγομένη είχε αναθέσει στην ενάγουσα, με το από 23-4-2004 "ιδιωτικό συμφωνητικό", το μη αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης έργο της κατασκευής και εγκατάστασης δικτύου υγραερίου στα ίδια ως άνω ξενοδοχεία της.

Στα πλαίσια της παραπάνω από 9-8-2004 σύμβασης έργου η ενάγουσα παρείχε στην εναγομένη τις υπηρεσίες, τις οποίες η τελευταία αποδεχόταν, μετά δε τη λήξη της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης αυτής η ισχύς της παρατάθηκε με προφορική συμφωνία των διαδίκων και έτσι η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της εναγομένης υπό τους αναφερόμενους στο από 9-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και εκείνος του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής της με βάση τις πραγματοποιούμενες εργατοώρες των απασχολούμενων τεχνικών της.

Με την από 1-12-2004 "επέκταση ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης" οι διάδικοι παρέτειναν και εγγράφως την ισχύ του από 9-8-2004 "ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης", αμφότεροι αποδεχόμενοι τη λειτουργία της μεταξύ τους σύμβασης για το μεσολαβήσαν διάστημα από 6-9-2004 έως 1-12-2004 κατά τους όρους του από 9-8-2004 συμφωνητικού, γεγονός που δεν αμφισβητείται, συμφωνώντας επιπλέον ότι η διάρκεια της σύμβασης παρατείνεται μέχρι τις 10-1-2005 και δύναται να παραταθεί και πέραν της ημερομηνίας αυτής μόνο με γραπτή συμφωνία τους, καθιερώνοντας έτσι το έγγραφο ως συστατικό τύπο για την τροποποίηση της σύμβασης αναφορικά και μόνο με την παράσταση της ισχύος της.

Eπίσης, με το ίδιο συμφωνητικό: α) περιορίστηκε η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας μόνο στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα "...." και "..." (απαλλάχθηκε από το εστιατόριο "CLUB ΗOUSE"), επεκτάθηκε όμως και στις νέες εσωτερικές και εξωτερικές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου "....", κατόπιν εγκατάστασης νέας δεξαμενής υγραερίου στο ξενοδοχείο αυτό (όρος 1 και 1.1), β) περιορίστηκαν οι ειδικότητες των τεχνικών που θα απασχολούσε η ενάγουσα για την εκτέλεση του έργου, αφού πλέον θα χρησιμοποιείτο μόνο τεχνικός υγραερίου και όχι και υδραυλικός (όρος 1.2), γ) προστέθηκε ο όρος ότι η αμοιβή της ενάγουσας, με βάση την ανά εργατοώρα χρέωση των € 38, προσαυξανόμενη κατά 75% για υπερεργασία και εργασία τις ημέρες αργίας, πρέπει να συμφωνεί με την κείμενη εργατική νομοθεσία (όρος 1.3) και δ) ορίστηκε ρητά ότι ο υπολογισμός (εκκαθάριση λογαριασμού) της αμοιβής της ενάγουσας θα γινόταν σύμφωνα με το τηρούμενο ημερολόγιο έργου (για το περιεχόμενο του οποίου όριζε η αρχική σύμβαση, κατά τα προεκτεθέντα), το οποίο θα υπογραφόταν από εκπροσώπους αμφοτέρων των διαδίκων (όρος 1.4), ενώ κατά τα λοιπά θα ίσχυαν οι όροι του από 9-8-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Η ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε το συμφωνηθέν έργο στην εναγομένη και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, μετά δε τη λήξη αυτού, στις 10-1-2005, συνέχισε να προσφέρει, επί 24ώρου βάσεως, το ίδιο έργο στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της εναγομένης, η οποία το αποδεχόταν αναντίρρητα μέχρι την 1-3-2006, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν κατωτέρω.

Κατ' αυτόν τον τρόπο παρατάθηκε σιωπηρά η (ήδη μία φορά παραταθείσα μέχρι τις 10-1-2005) διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, η οποία συνέχισε να ισχύει και μετά τις 10-1-2005 υπό τους ειδικότερους όρους που αναφέρονταν στην από 1-12-2004 "επέκταση ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης" και τους λοιπούς όρους που αναφέρονταν στο από 9-8-2004 "ιδιωτικό συμφωνητικό λειτουργίας και συντήρηση", χωρίς εν προκειμένω να συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της συμφωνίας παράτασης, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου που είχε συνομολογηθεί, ως συστατικός, για την τροποποίηση της χρονικής διάρκειας της σύμβασης, αφού οι διάδικοι, με τη νεότερη σιωπηρή συμφωνία τους, που συνάγεται ευχερώς από την κατωτέρω περιγραφόμενη συναλλακτική τους συμπεριφορά και είναι σύμφωνη με την καθιερούμενη στο άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, κατήργησαν την προηγούμενη συμφωνία τους για την τήρηση (του μη προβλεπόμενου από το νόμο) έγγραφου τύπου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επί 24ώρου βάσεως παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας προς την εναγομένη πραγματοποιείτο μέσω της υπεργολάβου εταιρίας "...", στην οποία η ενάγουσα είχε εξ αρχής (από τις 9-8-2004) αναθέσει υπεργολαβικά το εν λόγω έργο και για το λόγο αυτό παρατάθηκε συμβατικά ο χρόνος διάρκειας της μεταξύ τους σύμβασης υπεργολαβίας, συνταχθείσας της νομίμως κατατεθείσας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

ΙΗ' Αθηνών από 5-1-2005 "επέκτασης συμφωνητικού υπεργολαβίας", όπου γίνεται ρητή μνεία περί του ότι η παράταση του χρόνου διάρκειάς της οφείλεται στο γεγονός ότι η εναγομένη δεν είχε αναλάβει με δικό της προσωπικό τη λειτουργία των εγκαταστάσεων υγραερίου στα ξενοδοχεία της στη .... Αν και η αναφορά του τελευταίου τούτου γεγονότος στην παραπάνω σύμβαση δεν αποτελεί περιεχόμενο συμβατικής δέσμευσης των διαδίκων (αφού πρόκειται για σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και τρίτου), εντούτοις χρησιμεύει προς συναγωγή συμπεράσματος (δικαστικού τεκμηρίου) περί του ότι η ένδικη σύμβαση έργου συνέχισε να είναι σε ισχύ και μετά τις 10-1-2005, αφού στην περίπτωση που η ενάγουσα δεν επρόκειτο να συνεχίσει να συντηρεί και να ελέγχει τις εγκαταστάσεις υγραερίου στα ξενοδοχεία της εναγομένης δεν θα χρειαζόταν να παρατείνει τη διάρκεια της σύμβασης με την υπεργολάβο εταιρία που εξ αρχής χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου αυτού.

Στο παραπάνω συμπέρασμα συνηγορεί και το γεγονός ότι, αν και η εναγομένη, για την ασφαλή λειτουργία των ξενοδοχειακών μονάδων της με δίκτυο υγραερίου, είχε εκ του νόμου υποχρέωση να συντηρεί και να επιβλέπει αυτό επί 24ώρου βάσεως με εξειδικευμένο τεχνικό υγραερίου, μετά τις 10-1-2005 δεν ανέθεσε το συγκεκριμένο έργο σε άλλη επιχείρηση, αλλά ούτε και μπορούσε να πραγματοποιήσει το ίδιο έργο με δικό της προσωπικό, αφού οι υπάλληλοί της δεν είχαν λάβει μέχρι τότε τέτοιου είδους εκπαίδευση.

Εξάλλου, όμοιο συμπέρασμα εξάγεται τόσο από την κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος της εναγομένης, Α. Μ., η οποία κατέθεσε ότι η ενάγουσα συνέχισε και μετά τον Ιανουάριο του 2005 να παραμένει στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της εναγομένης, επειδή κανείς άλλος δεν μπορούσε να αναλάβει τη λειτουργία του δικτύου υγραερίου, όσο και από την αξιολόγηση του περιεχομένου της προσκομιζόμενης αλληλογραφίας υπαλλήλων της εναγομένης, μετά τις 10-1-2005 - που μαζί με την προαναφερθείσα σύμβαση υπεργολαβίας συνιστούν αρχή έγγραφης απόδειξης του εξεταζόμενου αποδεικτέου θέματος, επιτρέπουσα την απόδειξη με μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 394 § 1 περ.

α' και 395 ΚΠολΔ) - και ιδίως από: ι) Την από 30-5-2005 επιστολή της Προϊσταμένης του Ηλεκτρομηχανολογικού Τομέα της εναγομένης, Α. Μ., προς την ενάγουσα, με τίτλο "τεχνική κάλυψη κατά τη διάρκεια εκδήλωσης", με την οποία η ενάγουσα ζητεί "έκτακτη" τεχνική υποστήριξη με παρουσία τεχνικού στο ξενοδοχείο της "..." την 1-6-2005, λόγω εκδήλωσης εγκαινίων, την οποία δε θα ζητούσε από την ενάγουσα, αν τη συντήρηση του δικτύου υγραερίου είχε αναλάβει είτε άλλη επιχείρηση είτε η ίδια, με δικούς της τεχνικούς, ιι) Την από 2-12-2005 επιστολή της ίδιας ως άνω υπαλλήλου της εναγομένης (Α.

Μ.) προς την ενάγουσα με τίτλο "συντήρηση εγκαταστάσεων υγραερίου", στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται επί λέξει ότι "προκειμένου να αναλάβει οποιαδήποτε εταιρεία τη συντήρηση των εγκαταστάσεων υγραερίου" είναι απαραίτητο να της παραδοθούν από την ενάγουσα τα επισημαινόμενα έγγραφα, "ώστε να είναι ευχερές, στον οποιονδήποτε αναλάβει τη συντήρηση των εγκαταστάσεων, να συμβουλεύεται τα σχέδια".

Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής συνάγεται αναμφίβολα ότι τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία σύνταξής της (2-12-2005) η ενάγουσα συντηρούσε το δίκτυο υγραερίου της εναγομένης και ότι κλήθηκε να προσκομίσει τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα, προκειμένου στο εξής να αναλάβει άλλο πρόσωπο το έργο αυτό. ιιι) Την από 3-2-2006 επιστολή του Δ/ντή Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, Ι.

Β., προς τον Γενικό Δ/ντή της εναγομένης, Π. Ζ., με τίτλο "ΕΠΙΒΛΕΨΗ - ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΥΓΡΑΕΡΙΟΥ (.... ΚΑΙ ...)", στην οποία ο συντάκτης της, ως αρμόδιος επί των οικονομικών της εναγομένης, ρητά αναφέρει, εν είδει παραδοχής, ότι η ενάγουσα "επιβλέπει, συντηρεί τις εσωτερικές - εξωτερικές εγκαταστάσεις υγραερίου των ξενοδοχείων "....

και ..." και προτείνει, προς άμεση μείωση του κόστους των παραπάνω ξενοδοχειακών μονάδων, αφενός μεν την άμεση αποχώρηση της ενάγουσας από τις εγκαταστάσεις της και τη ρύθμιση των οφειλών της, αφετέρου δε την ανάθεση της επίβλεψης και συντήρησης των εγκαταστάσεων υγραερίου στις τεχνικές υπηρεσίες της εναγομένης, ιν) Το από 9-2-2006 "ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ" της Α.

Μ. προς το Γενικό Δ/ντή της εναγομένης, Π. Ζ., στο οποίο ρητά αναφέρεται, επί λέξει, ότι "η παρουσία τεχνικού της εταιρείας ... σε 24ωρη βάρδια, για τον έλεγχο και λειτουργία των εγκαταστάσεων υγραερίου, είναι απαραίτητη μέχρις ότου γίνει η εκπαίδευση στους τεχνικούς μας από την εταιρεία ...... Προβλεπόμενος χρόνος διεκπεραίωσης εκπαίδευσης μέχρι 28.2.06".

Από την τελευταία αυτή επιστολή προκύπτει αναμφισβήτητα η ρητή αναγνώριση από την εναγομένη ότι η ενάγουσα παρείχε υπηρεσίες ελέγχου λειτουργίας και συντήρησης των εγκαταστάσεων υγραερίου στα ξενοδοχεία της "...." και "..." μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2006 και ότι από την 1-3-2006 το ως άνω έργο ανέλαβε η εναγομένη με υπαλλήλους του τεχνικού τμήματός της, κατόπιν προηγούμενης εκπαίδευσής τους από την ενάγουσα, σε υλοποίηση της συμβατικώς αναληφθείσας σχετικής υποχρέωσής της με το προαναφερθέν από 23-4-2004 "ιδιωτικό συμφωνητικό".

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η 1-3-2006 αποτέλεσε την καταληκτική ημερομηνία παροχής από την ενάγουσα των υπηρεσιών της από την ένδικη σύμβαση έργου προς την εναγομένη προκύπτει αναμφίβολα από την υπ' αριθ. πρωτ. 60/6/21-2-2006 επιστολή, που απέστειλε η ενάγουσα στην εναγομένη, όπου ρητά αναφέρεται, επί λέξει, ότι "κατά παράκληση του Συγκροτήματος ...., η εταιρεία μας θα έχει την εποπτεία λειτουργίας μέχρι τις 28-2-2006.

Από την 1-3-2006 την εποπτεία λειτουργίας αναλαμβάνουν τεχνικοί του Συγκροτήματός σας", το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνεται από τις συνταχθείσες από τον υπάλληλο - εκπαιδευτή της ενάγουσας, Στέφανο Κοσμά, βεβαιώσεις εκπαίδευσης προσωπικού, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές 10 τεχνίτες της εναγομένης παρακολούθησαν 4ωρο σεμινάριο εκπαίδευσης στις εγκαταστάσεις δικτύων και συσκευών υγραερίου, κατά τις καθορισμένες από την ενάγουσα, για την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους, ημερομηνίες της 22-2-2006, 25-2-2006 και 1-3-2006 (βλ.

τις υπό τις ως άνω ημερομηνίες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. πρωτ. 40/6/10-2-2006 επιστολή της ενάγουσας, με την οποία καθορίζει ως αναγκαίο χρόνο για την εκπαίδευση των τεχνικών της εναγομένης τρία 4ωρα). Έτσι, μετά την 1-3-2006, το έργο του ελέγχου συντήρησης υγραερίου στα ξενοδοχεία της "...." και "..." της ανέλαβαν οι τεχνικοί της τελευταίας, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί από την ενάγουσα αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό αυτό και επομένως μετά την 1-3-2006 δεν υφίστατο, εκ των πραγμάτων, περιθώριο για την παροχή του ίδιου έργου από την ενάγουσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία για τη θεμελίωση της αξίωσής της για καταβολή αμοιβής του χρονικού διαστήματος από 1-3-2006 και εντεύθεν.

Το ότι η ενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έργου δύο (2) περίπου μήνες αργότερα με την επιδοθείσα στην εναγομένη από 3-5-2006 "εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, καταγγελία με επιφύλαξη δικαιωμάτων", στην οποία προσδιορίζει ως τελευταία ημέρα παροχής των συμβατικών της υποχρεώσεων επίβλεψης λειτουργίας του δικτύου υγραερίου της εναγομένης την 12-5-2006, δεν μεταβάλλει την κατάσταση και δεν αναιρεί όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, παρά μόνο αποδεικνύει ότι η ένδικη σύμβαση έπαυσε τυπικά να ισχύει από την 12-5-2006, αν και είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου ανενεργός ήδη από την 1-3-2006.

Άλλωστε, για το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα (1-3-2006 έως 12-5-2006) η ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό έγγραφο εκδοθέν από την εναγομένη, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η τελευταία αναγνώρισε, ευθέως ή εμμέσως, την εκτέλεση απ' αυτήν του έργου επίβλεψης λειτουργίας του δικτύου υγραερίου των ξενοδοχειακών μονάδων της, όπως αντιθέτως συμβαίνει για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ενώ, αξίζει να επισημανθεί, ότι από την 1-3-2006, η Προϊσταμένη του Ηλεκτρομηχανολογικού Τομέα της εναγομένης, Α.

Μ., η οποία κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης του προσωπικού της εναγομένης τη συντήρηση ανέλαβαν οι εκπαιδευθέντες τεχνικοί της, απείχε από την υπογραφή των εγχειρισθεισών σ' αυτήν από την ενάγουσα πιστοποιήσεων, οι οποίες για το λόγο τούτο αποτελούν απλές εκτυπώσεις πινάκων, χωρίς καμία επ' αυτών υπογραφή.

Περαιτέρω, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αμοιβή της ενάγουσας για μεν το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 5-9-2004 συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των ευρώ 30.000, πλέον ΦΠΑ, για δε το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (από 6-9-2004 και εντεύθεν) εξαρτήθηκε από τον αριθμό του απασχολούμενου προσωπικού της σε ημερήσια βάση και για το λόγο τούτο συμφωνήθηκε να τηρείται "ημερολόγιο έργου", που θα υπογραφόταν από τους ορισθέντες εκπροσώπους των διαδίκων και στο οποίο θα καταχωρούνταν τα στοιχεία των τεχνικών που απασχολούνταν σε κάθε βάρδια και οι εργατοώρες τους, έτσι ώστε στη συνέχεια, με δεδομένο ότι η ανά εργατοώρα αμοιβή του τεχνικού υγραερίου είχε συμφωνηθεί σε € 38, πλέον προσαύξησης 75% για υπερεργασία ή εργασία σε ημέρες αργίας και εορτές, να υπολογίζεται η αμοιβή με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς.

Παρά το γεγονός ότι η τήρηση και η υπογραφή από αμφότερα τα διάδικα μέρη του "ημερολογίου έργου" αποτέλεσε, κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, το μοναδικό αποδεικτικό έγγραφο για την απόδειξη του αριθμού των τεχνικών που θα απασχολούσε η ενάγουσα και των εργατοωρών εργασίας τους κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η απόδειξη των γεγονότων αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα, εντούτοις η ενάγουσα προσκόμισε τα "ημερολόγια έργου" μόνο για το χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως και 9-2-2006, ενώ για το προηγηθέν χρονικό διάστημα από 6-9-2004 έως και 2-2-2006, όπως και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 10-2-2006 έως και 28-2-2006, δεν έπραξε το ίδιο.

Αντ' αυτού, προσκόμισε συνταχθέντα από την ίδια έντυπα "πιστοποίησης" του παρασχεθέντος έργου για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης, που περιέχουν πίνακες με τις ώρες εργασίας του τεχνικού υγραερίου ανά ημέρα και ανά μήνα, καθώς και υπολογισμό της οφειλόμενης κάθε μήνα αμοιβής της. Τα εν λόγω έντυπα "πιστοποίησης", που κατ' ουσίαν συνιστούν μηνιαίες εκκαθαρίσεις αμοιβής, φέρουν τη σφραγίδα και υπογραφή της Προϊσταμένης του Ηλεκτρομηχανολογικού Τομέα της εναγομένης, Α.

Μ., χωρίς καμία συνοδευτική ένδειξη, από την οποία να συνάγεται ο δικαιολογητικός λόγος της επ' αυτών υπογραφής της πιο πάνω υπαλλήλου της εναγομένης, δηλαδή αν αυτή (υπογραφή) τέθηκε προς αναγνώριση των αναφερόμενων σε κάθε "πιστοποίηση" εγγραφών και κατά συνέπεια της αμοιβής της ενάγουσας για το μήνα, για τον οποίο είχε αυτή συνταχθεί, ή για την απόδειξη της παραλαβής της πιστοποίησης" προς γνώση της εναγομένης για την υπολογισθείσα από την ενάγουσα αμοιβή της, με βάση τα καταχωρηθέντα από την τελευταία στοιχεία και ως εκ τούτου ανακύπτει ζήτημα περί της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο της Α.

Μ. της εξουσίας αντιπροσώπευσης της εναγομένης αναφορικά με την αναγνώριση χρεών. Συναφώς αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε παράσχει στην προαναφερθείσα υπάλληλό της την εξουσία "δεύτερης υπογραφής", με την έννοια της ανάληψης ευθύνης για τα υπογραφόμενα απ' αυτήν έγγραφα υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της υπογραφής των ίδιων εγγράφων από εξουσιοδοτηθέν πρόσωπο που είχε δικαίωμα "πρώτης υπογραφής" (βλ.

υπ' αρ. φυλ. 10923/1-9-2004, 333/19-1-2005 και 7167/8-7-2005 ΤΑΕ & ΕΠΕ της ΕτΚ) και επιπλέον την είχε εξουσιοδοτήσει ειδικώς, ως Προϊσταμένη του Ηλεκτρομηχανολογικού Τομέα στον οποίο υπαγόταν το δίκτυο υγραερίου, να υπογράφει το "ημερολόγιο έργου", που περιείχε εγγραφές σχετικές με τον Τομέα ευθύνης της (βλ. τον από 1.4 όρο της από 1-12-2004 επέκτασης ιδιωτικού συμφωνητικού) και όχι και τις "πιστοποιήσεις", που αποτελούν έγγραφα οικονομικού περιεχομένου, τα οποία έπρεπε να συντάσσονται με βάση τις εγγραφές του "ημερολογίου έργου" για την ανάληψη ευθύνης προς πληρωμή του αναγραφόμενου σε καθεμία από αυτές ποσού αμοιβής, αφού τέτοιου είδους αντιπροσώπευση της εναγομένης ήταν πέραν των ορίων της παρασχεθείσας στην Α.

Μ. εξουσιοδότησης και επομένως δεν τη δέσμευε, σε κάθε δε περίπτωση οι εν λόγω "πιστοποιήσεις" φέρουν μόνο την υπογραφή της Α. Μ. και όχι συγχρόνως και "πρώτη υπογραφή", που αποτελεί αναγκαίο όρο για τη δέσμευση της εναγομένης.

Συνεπώς, η τεθείσα επί των "πιστοποιήσεων" υπογραφή της Α. Μ. δεν συνιστά πράξη αναγνώρισης από την εναγομένη της ακρίβειας των καταχωρημένων σ' αυτές στοιχείων και του ύψους της οφειλόμενης προς την ενάγουσα μηνιαίας αμοιβής. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι η Α. Μ., κατά την εγχείριση σ' αυτήν από την ενάγουσα των μηνιαίων "πιστοποιήσεων", μη έχουσα εξουσία ανάληψης οικονομικής ευθύνης για λογαριασμό της εργοδότριάς της, έθετε την υπογραφή της επ' αυτών απλώς και μόνο προς απόδειξη της παραλαβής τους προς γνώση της εναγομένης για τις οικονομικές απαιτήσεις της ενάγουσας, ανεξαρτήτως βασιμότητας ή μη αυτών και μάλιστα χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε έλεγχο της ακρίβειας των εγγραφών τους και της συμβατότητας τους με τα αντίστοιχα φύλλα του "ημερολογίου έργου", που η ίδια υπέγραφε σε ημερήσια βάση μαζί με εκπρόσωπο της ενάγουσας και για το λόγο τούτο παρατηρείται ότι μεταξύ των "πιστοποιήσεων" που φέρουν την υπογραφή της περιλαμβάνεται τόσο η από 30-9-2004 "πιστοποίηση εργατοωρών για τον έλεγχο LPG κτιρίων ..., ...

και ... από 10-8-04 έως 05-09-04", στην οποία αναφέρεται ότι η αμοιβή της ενάγουσας ισούται με το κατ' αποκοπή συμφωνηθέν ποσό των € 30.000 (όρος 6.1 του από 9-8-2004 συμφωνητικού), όσο και η υπό την ίδια ημερομηνία "πιστοποίηση εργατοωρών για τον έλεγχο μηχανοστασίου, αντλιοστασίου & ψυχροστασίου ... από 10-8-04 έως 1-09-04", όπου αναφέρεται ότι για τo ίδιο χρονικό διάστημα και για έργο που καλύπτεται από το από 9-8-2004 συμφωνητικό (βλ.

την 3η παράγραφο της 1ης σελίδας αυτού) οφείλεται ως αμοιβή της ενάγουσας και το επιπλέον ποσό των € 40.235, το οποίο αβασίμως περιλαμβάνεται στην αγωγική αξίωση της ενάγουσας, ως υπερβαίνον το κατ' αποκοπή συμφωνηθέν για όλο το έργο ποσό των € 30.000. Αναγκαίο επακόλουθο της ανωτέρω κρίσης περί μη δέσμευσης της εναγομένης από το περιεχόμενο των πιστοποιήσων που υπέγραψε η Α.

Μ. είναι ότι αυτές δεν αποδεικνύουν την ακρίβεια των καταχωρηθέντων σ' αυτές στοιχείων για το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας και επομένως οφείλει η τελευταία να τα αποδείξει με άλλα αποδεικτικά μέσα. Συναφώς, δια των έγγραφων προτάσεών της στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, η εναγομένη υπέβαλε παραδεκτώς (άρθρα 450 και 451 § 1 ΚΠολΔ) αίτημα επίδειξης:

α) των θεωρημένων από την Επιθεώρηση Εργασίας Καταστάσεων Προσωπικού της ενάγουσας, β) των καταστάσεων ενσήμων του ΙΚΑ και γ) των αποδείξεων μισθοδοσίας για το προσωπικό που απασχόλησε η ενάγουσα για την εκτέλεση του ένδικου έργου κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 και εντεύθεν, τα οποία η εναγομένη διατείνεται ότι κατέχει η ενάγουσα.

Πλην όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ένδικο έργο εκτελέστηκε για λογαριασμό της ενάγουσας από τεχνικούς της εταιρίας "...", στην οποία η ενάγουσα το είχε αναθέσει εξ αρχής υπεργολαβικά, με συνέπεια να μην έχουν συνταχθεί και υποβληθεί στις αρμόδιες Αρχές από την ενάγουσα οι αιτούμενες προς επίδειξη καταστάσεις προσωπικού και ενσήμων, αλλά ούτε και να έχουν εκδοθεί από αυτήν αποδείξεις για την καταβολή μισθού στους απασχοληθέντες τεχνικούς υγραερίου, αφού αυτοί αμείβονταν από την υπεργολάβο εταιρία.

Επομένως, το παραπάνω αίτημα πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Για την απόδειξη του αριθμού των τεχνικών υγραερίου που χρησιμοποιήθηκαν σε κάθε 24ωρο για το χρονικό διάστημα από 6-9-2004 έως 2-2-2006 και από 10-2-2006 έως 28-2-2006, αλλά και των ωρών εργασίας καθενός απ' αυτούς σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, η ενάγουσα δεν προσκομίζει το ημερολόγιο έργου (αν και από μόνο του δεν αρκεί για την απόδειξη των ανωτέρω), αλλά ούτε και οποιαδήποτε έγγραφα (π.χ.

θεωρημένες από την Επιθεώρηση Εργασίας καταστάσεις με τα στοιχεία των τεχνικών και των ωρών εργασίας τους, που χρησιμοποίησε η υπεργολάβος εταιρία "..." για την εκτέλεση του έργου για λογαριασμό της ενάγουσας, βάσει των οποίων, εξάλλου, υπολογίστηκε η αμοιβή της υπεργολάβου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 29-7-2004 προσφορά της, σε συνδυασμό με τα από 6-8-2004 και 5-1-2005 συμφωνητικά υπεργολαβίας), ή άλλα αποδεικτικά μέσα, από το συνδυασμό των οποίων να προκύπτουν τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την περαιτέρω απόδειξη της απασχόλησης τεχνικού/ών πέραν του κανονικού ωραρίου σε εβδομαδιαία βάση, υπό καθεστώς υπερεργασίας, κατά τη διατύπωση της από 1-12-2004 "επέκτασης ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης".

Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται ότι κατά την εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα στα πιο πάνω χρονικά διαστήματα χρησιμοποιήθηκαν συγχρόνως (στην ίδια βάρδια) περισσότεροι του ενός τεχνικοί υγραερίου, ούτε ότι πραγματοποιήθηκε υπερεργασιακή απασχόληση και μάλιστα από ένα τεχνικό που εργαζόταν επί 24ώρου βάσεως (8 ώρες κανονικά και 16 ώρες υπερεργασία), όπως κατά κανόνα εμφαίνεται στις συνταχθείσες από την ενάγουσα "πιστοποιήσεις", αλλά κρίνεται ότι απασχολήθηκαν διαδοχικά (όχι συγχρόνως) δύο ή τρεις τεχνικοί ημερησίως υπό συνθήκες κανονικής (μη υπερεργασιακής) εργασίας και για το λόγο τούτο δεν ανακύπτει ζήτημα υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας με προσαύξηση 75% επί της ωριαίας συμφωνηθείσας αμοιβής των 38 ευρώ για υπερεργασία, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, της οποίας η έρευνα παρέλκει.

Υπολογίζεται, όμως, για την εξεύρεση του ύψους της αμοιβής της ενάγουσας η συμφωνηθείσα προσαύξηση του 75% επί του ωρομισθίου για εργασία κατά τις αργίες, σύμφωνα με την κείμενη εργατική νομοθεσία, με την επισήμανση ότι σ' αυτές δεν περιλαμβάνεται το Σάββατο, που η ενάγουσα εσφαλμένα θεωρεί ως αργία, ενώ, επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι κάποιος από τους απασχοληθέντες τεχνικούς υγραερίου απασχολήθηκε πέραν του πενθημέρου, την ημέρα του Σαββάτου, κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εργασίας.

Για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως 9-2-2006 η ενάγουσα προσκομίζει επτά (7) φύλλα ημερολογίου έργου, υπογεγραμμένα τόσο από την ίδια όσο και από την ειδικώς εξουσιοδοτηθείσα προς τούτο από την εναγομένη Α. Μ., από τα οποία προκύπτει ότι για τον έλεγχο της λειτουργίας του δικτύου υγραερίου απασχολούνταν ημερησίως δύο (2) τεχνικοί υγραερίου, οι οποίοι μοιράζονταν το 24ωρο είτε ισομερώς (12 ώρες ο καθένας) είτε ανισομερώς (13 ώρες ο ένας και 11 ώρες ο άλλος), με εξαίρεση τις 6-2-2006, που απασχολήθηκαν διαδοχικά τρεις (3) τεχνικοί υγραερίου από 8 ώρες ο καθένας.

Ωστόσο, από μόνα τα παραπάνω έγγραφα δεν αποδεικνύεται και πάλι ότι, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η ενάγουσα εκτέλεσε το έργο με παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης από τους προστηθέντες της, αφού δεν προσκομίζει προσθέτως κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο, αξιολογούμενο σε συνδυασμό με τα επίμαχα φύλλα ημερολογίου έργου, να αποδεικνύει ότι οι απασχοληθέντες τεχνικοί υγραερίου, ή έστω κάποιος εξ αυτών, παρείχαν υπερεργασιακή εργασία πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα.

Αντιθέτως, τα ίδια έγγραφα αποτελούν πρόσφορο αποδεικτικό μέσο για τη διάψευση του αγωγικού ισχυρισμού περί απασχόλησης ενός (1) μόνο τεχνικού υγραερίου κατά τις ημερομηνίες, στις οποίες αφορούν, όπως και το περιεχόμενο της αντίστοιχης "πιστοποίησης" για τις ίδιες ημερομηνίες, και επιπλέον χρησιμεύουν για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι για την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου η ενάγουσα δεν χρησιμοποιούσε μόνο έναν τεχνικό υγραερίου επί 24ώρου βάσεως, αλλά περισσότερους, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας Α.

Μ.. Η ανωτέρω κρίση συμπορεύεται, άλλωστε, με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που επιβάλλουν να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί συνεχούς απασχόλησης ενός μόνο τεχνικού υγραερίου επί 24 ώρες ημερησίως, τυχόν δε αποδοχή μίας τέτοιας εκδοχής θα αντίκειτο επιπλέον όχι μόνο στον εργατικό νόμο, αλλά και στα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το αληθές περιεχόμενο της συμφωνίας της με την εναγομένη και η αντίστοιχη αληθής έννοια των όρων 6.1 και 1.3 των από 9-8-2004 και 1-12-2004 συμφωνητικών, αντίστοιχα, ήταν οι πρώτες 8 ώρες εργασίας του 24ώρου να αμείβονται με € 38/ώρα και οι υπόλοιπες 16 ώρες του ίδιου 24ώρου να αμείβονται με προσαύξηση 75%, ανεξαρτήτως αν αυτές χαρακτηρίζονται νομικά ως υπερεργασία ή όχι, δε βρίσκει δικαιολογητικό έρεισμα στη νομική διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη των πιο πάνω όρων και εν γένει αμφοτέρων των συμφωνητικών, που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω του σημαντικού ύψους του οικονομικού αντικειμένου τους, κρίνεται ότι συντάχθηκαν κατόπιν νομικής επεξεργασίας του κειμένου τους από τους νομικούς σύμβουλους των διαδίκων εταιριών, οι οποίοι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι χρησιμοποίησαν το νομικό όρο "υπερεργασία" για την προσφερόμενη εργασία πέραν των 8ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 24 ωρών ημερησίως και μάλιστα χωρίς να ενδιαφέρει αν η εργασία αυτή παρέχεται σε ημερήσια βάση από έναν ή περισσότερους εργαζόμενους διαδοχικά.

Αντιθέτως, αν η βούληση των συμβληθέντων μερών ήταν αυτή που διατείνεται η ενάγουσα, τότε στους σχετικούς όρους των δύο συμφωνητικών θα είχε προσδιοριστεί εξ αρχής το ωρομίσθιο για καθεμία από τις 8 ώρες του 24ώρου σε € 38 και για καθεμία από τις υπόλοιπες 16 ώρες σε € 66.50 (38 Χ 75%) και εν τέλει θα είχε οριστεί ότι η ημερήσια αμοιβή της ενάγουσας κατά τις εργάσιμες ημέρες θα ανερχόταν σε € 104,50, αφού όλες οι εργάσιμες ημέρες θα αμείβονταν με το ίδιο ποσό.

Επιπλέον, δεν θα χρειαζόταν η τήρηση ημερολογίου έργου για την καταγραφή των στοιχείων των ανά βάρδια απασχολούμενων τεχνικών και των εργατοωρών τους και συνεπώς δε θα υπήρχε λόγος να τεθούν οι συναφείς όροι 2.2 του από 9-8-2004 "ιδιωτικού συμφωνητικού" και 1.4 της από 1-12-2004 "επέκτασης συμφωνητικού", ο τελευταίος των οποίων ρητά εξαρτά τον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας από τις εγγραφές του ημερολογίου έργου.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, η αμοιβή της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 28-2-2006, κατά το οποίο αποδείχθηκε ότι αυτή παρείχε στην εναγομένη - και η τελευταία αποδεχόταν αναντίρρητα - το συμφωνηθέν έργο του ελέγχου λειτουργίας και συντήρησης του εγκατεστημένου στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της εναγομένης δικτύου υγραερίου, επί 24ώρου βάσεως, με παροχή εργασίας από ένα τεχνικό υγραερίου ανά βάρδια και χωρίς υπερεργασιακή απασχόληση αυτού, υπολογίζεται, στα κάτωθι ποσά: 1) για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 5-9-2004 στο ποσό των € 30.000, κατ' αποκοπή, 2) για το χρονικό διάστημα από 6-9-2004 έως και 30-9-2004 στο ποσό των € 24.852, το οποίο αντιστοιχεί σε 22 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 22 ημέρες = € 20.064) και σε 3 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 3 ημέρες = € 4.788), 3) για τον Οκτώβριο 2004 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 4) για το Νοέμβριο 2004 στο ποσό των € 30.096, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 5) για το Δεκέμβριο 2004 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 6) για τον Ιανουάριο 2005 στο ποσό των € 32.376, το οποίο αντιστοιχεί σε 25 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 25 ημέρες = € 22.800) και σε 6 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 6 ημέρες € 9.576), 7) για το Φεβρουάριο 2005 στο ποσό των € 28.272.

το οποίο αντιστοιχεί σε 24 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 24 ημέρες = € 21.888) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 8) για το Μάρτιο 2005 στο ποσό των € 31.008, το οποίο αντιστοιχεί σε 27 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 27 ημέρες = € 24.624) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 9) για τον Απρίλιο 2005 στο ποσό των € 30.096, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 10) για τον Μάιο 2005 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 11) για τον Ιούνιο 2005 στο ποσό των € 30.780, το οποίο αντιστοιχεί σε 25 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 25 ημέρες = € 22.800) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 12) για τον Ιούλιο 2005 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 13) για τον Αύγουστο 2005 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 14) για το Σεπτέμβριο 2005 στο ποσό των € 30.096, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 15) για τον Οκτώβριο 2005 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 16) για το Νοέμβριο 2005 στο ποσό των € 30.096, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 4 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 4 ημέρες = € 6.384), 17) για το Δεκέμβριο 2005 στο ποσό των € 31.692, το οποίο αντιστοιχεί σε 26 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 26 ημέρες = € 23.712) και σε 5 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 5 ημέρες = € 7.980), 18) για τον Ιανουάριο 2006 στο ποσό των € 32.376, το οποίο αντιστοιχεί σε 25 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 25 ημέρες = € 22.800) και σε 6 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 6 ημέρες = € 9.576), 19) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 έως 2-2-2006 και από 10-2-2006 έως 28-2-2006 στο ποσό των € 21.204, το οποίο αντιστοιχεί σε 18 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 18 ημέρες = € 16.416) και σε 3 ημέρες αργίας (24 ώρες Χ € 38 Χ 75% Χ 3 ημέρες = € 4.788) και 20) για το χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως 9-2-2006 στο ποσό των € 7.068, το οποίο, σύμφωνα με τις εγγραφές των οικείων φύλλων ημερολογίου έργου, αντιστοιχεί σε 6 εργάσιμες ημέρες (24 ώρες Χ € 38 Χ 6 ημέρες = € 5.472) και σε 1 ημέρα αργίας (24 ώρες Χ 38 Χ 75% = € 1.596).

Επομένως, η συνολική αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των € 580.164 και όχι στο αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των € 981.547,50, στο οποίο, σημειωτέον, περιλαμβάνεται και το επιμέρους κονδύλιο των € 880 (βλ. την ενσωματωμένη στην αγωγή πιστοποίηση για το μήνα Δεκέμβριο 2004), που φέρεται ότι δαπανήθηκε από την ενάγουσα για αγορά ανταλλακτικών και συγκεκριμένα 2 ασφαλιστικών βαλβίδων SBV 1'', αξίας € 400 και 4 flexible, αξίας € 480, χωρίς όμως να αποδεικνύεται η πραγματοποίηση της συγκεκριμένης δαπάνης.

Από το πιο πάνω ποσό αμοιβής των € 580.164 η εναγομένη έχει καταβάλει προς ολοσχερή εξόφληση των εκδοθέντων από την ενάγουσα υπ' αριθ. 8/14-6-2005 και ... τιμολογίων και σε συμμόρφωση προς την εκδοθείσα, βάσει των τιμολογίων αυτών (και άλλων τιμολογίων που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης), υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ποσό των € 159.251, που αντιστοιχεί σε μέρος της παραπάνω συνολικής απαίτησης της ενάγουσας, ως προς το οποίο και μόνο υφίσταται δεδικασμένο, παραχθέν από την ως άνω διαταγή πληρωμής, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο III σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, το ανεξόφλητο υπόλοιπο της αμοιβής της ενάγουσας, ως προς το οποίο δεν υφίσταται δεδικασμένο, ανέρχεται στο ποσό των € 420.913 (580.164-159.251), το οποίο η εναγομένη αρνείται να καταβάλει. Με τον 3° λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα-εναγομένη επαναφέρει στην έκκλητη δίκη την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση, ισχυριζόμενη ότι από την επομένη της υπογραφής της αρχικής σύμβασης (10-8-2004), άλλως από τη λήξη της ορισμένης διάρκειάς της (5-9-2004), άρχισε να τρέχει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία συμπληρώθηκε πριν την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 14-1-2010, με συνέπεια να έχει παραγραφεί η ένδικη αξίωση, άλλως και όλως επικουρικώς να έχει παραγραφεί το μέρος της ένδικης αξίωσης που αφορά σε αμοιβή της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 31-12-2004.

Κρίσιμο εν προκειμένω, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης αυτής, στην έκταση που προτείνεται και συμπίπτει με το μέρος της απαίτησης της ενάγουσας που δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο (δηλαδή ως προς το ποσό των € 420.913), είναι το ζήτημα προσδιορισμού του χρόνου, κατά τον οποίο γεννήθηκε η απαίτηση της ενάγουσας για την αμοιβή της και μπορούσε αυτή να επιδιωχθεί δικαστικά (άρθρο 251 ΑΚ), αφού από τη λήξη του έτους αυτού αρχίζει να τρέχει η πενταετής παραγραφή (άρθρο 253 ΑΚ) της αξίωσης της ενάγουσας (άρθρο 250 αρ. 1 ΑΚ).

Από τη διατύπωση του όρου 6.2 του από 9-8-2004 "ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης", σύμφωνα με την οποία "το παραπάνω ποσό θα τιμολογηθεί στο τέλος της παρούσας σύμβασης" προκύπτει ότι η κατ' αποκοπή συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας (€ 30.000) για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 5-9-2004 κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στις 5-9-2004 και επομένως μετά την ημερομηνία αυτή η ενάγουσα μπορούσε να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της εν λόγω αξίωσής της, η οποία και ικανοποιήθηκε, κατ' άρθρο 422 εδ.

β' ΑΚ, με την καταβολή που έλαβε χώρα σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα έρευνας της ένστασης παραγραφής ως προς την αξίωση της ενάγουσας για το πιο πάνω ποσό, αφού η εν λόγω ένσταση δεν προβάλλεται ως προς αυτό, ανεξαρτήτως του ότι, σε κάθε περίπτωση, η ίδια ένσταση θα ήταν απορριπτέα ως καλυπτόμενη από το δεδικασμένο (άρθρο 330 εδ.

α' ΚΠολΔ). Για το υπόλοιπο, όμως, χρονικό διάστημα της σύμβασης, δηλαδή από 6-9-2004 έως και 28-2-2006, επειδή ούτε με την από 1-12-2004 "επέκταση ιδιωτικού συμφωνητικού λειτουργίας και συντήρησης", αλλά ούτε και με προφορική συμφωνία των διαδίκων ρυθμίστηκε το ζήτημα του χρόνου καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας σε συγκεκριμένη ημερομηνία ή τμηματικά ή κατ' άλλο τρόπο και δεδομένου ότι η υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας απορρέει από μια ενιαία σύμβαση (ανεξαρτήτως των διαδοχικών της παρατάσεων), που διήρκεσε μέχρι και τις 28-2-2006, κρίνεται ότι η αμοιβή της ενάγουσας ήταν καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου (άρθρο 694 εδ.

α' ΑΚ), που συμπίπτει χρονικά με την τελευταία ημέρα εκτέλεσής του, δηλαδή την 28-2-2006. Σημειώνεται ότι η προσπόριση του έργου στην εναγομένη εργοδότρια ολοκληρώθηκε την ως άνω ημερομηνία χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη ενέργεια της εργολήπτριας ενάγουσας, λόγω της φύσης του παραχθέντος αποτελέσματος (συντήρηση του δικτύου υγραερίου) σε πράγματα που βρίσκονταν διαρκώς στην κατοχή της εναγομένης (δίκτυο υγραερίου στις ξενοδοχειακές της εγκαταστάσεις)..., η δε παραλαβή του έργου από την εναγομένη, το οποίο εκτελέστηκε πλήρως, αποδεικνύεται από μόνη την αναντίρρητη και δίχως οποιαδήποτε επιφύλαξη ανοχή της για τη συντήρηση του δικτύου υγραερίου στα ξενοδοχεία της από τους προστηθέντες της ενάγουσας, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της ένδικης σύμβασης.

Επομένως, ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 6-9-2004 έως και 28-2-2006 άρχισε να τρέχει από την επομένη της λήξης του έτους εντός του οποίου παραδόθηκε ολοκληρωμένο το έργο, δηλαδή από την 1-1-2007 και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης της υπό κρίση αγωγής (14-1-2010) δεν είχε παρέλθει πενταετία, ώστε να έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση της ενάγουσας για το ποσό των € 420.913, απορριπτόμενης για το λόγο τούτο ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης και του συναφούς λόγου έφεσης.

Περαιτέρω, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας κρίνονται και οι επίσης προταθέντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμοί της εναγομένης, που επαναφέρονται προς κρίση στην έκκλητη δίκη με τον 7° λόγο της έφεσης και συγκεκριμένα: α) περί μείωσης της αμοιβής της ενάγουσας, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν συνοδεύεται από πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο νόμιμος λόγος για τον οποίο συντρέχει περίπτωση μείωσης της αμοιβής της ενάγουσας, παρά μόνο παρατίθενται οι διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 371 ΑΚ και β) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση της εργολαβικής αμοιβής της, λόγω αποδυνάμωσής του, οφειλόμενης στην άπρακτη πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση του αρχικού συμφωνητικού (Αύγουστος 2004) μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιανουάριος 2010), καθόσον για τη θεμελίωση της ομώνυμης ένστασης στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν αρκεί μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά απαιτείται η συνδρομή και ειδικών περιστάσεων, που συνδέονται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και οδηγούν σε ανατροπή της διαμορφωθείσας και παγιωθείσας κατάστασης με ταυτόχρονη επέλευση δυσμενών συνεπειών σε βάρος του υπόχρεου...προϋποθέσεις που δεν επικαλείται η εναγομένη.

Σημειώνεται ότι παρέλκει η έρευνα της ίδιας ένστασης (καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος), κατά το μέρος που αυτή αφορά στον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας με βάση την απασχόληση ενός (1) τεχνικού υγραερίου επί 8 ώρες κανονικής εργασίας και 16 ώρες υπερεργασίας, αφού η αγωγή δεν αποδείχθηκε κατά το μέρος τούτο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αγώγιμη αξίωση κατά της εναγομένης για υπόλοιπο αμοιβής της από την ένδικη σύμβαση έργου, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των € 420.913. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και αναγνώρισε την αξίωση της ενάγουσας για ολόκληρο το αιτηθέν ποσό αμοιβής των € 822.296,50, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις και 5 λόγων έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των € 420.913, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Λόγω της εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης αναγκαίως και ως προς τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα, παρέλκει η έρευνα του σχετικού λόγου έφεσης (τρίτο σκέλος του 7ου λόγου)".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ και 694 ΑΚ και 18 και 22 του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή τους με το ν. 4548/2008, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της κατ' άρθρο 681 ΑΚ αμοιβής της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση εκ μέρους της του αναφερόμενου έργου αναφέρεται ότι κατά τη σχετική συμφωνία αυτή (αμοιβή) καθοριζόταν ως προς το ύψος της για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως και 28-2-2006, κατά το οποίο αυτή παρείχε στην αναιρεσίβλητη και η τελευταία αποδεχόταν αναντίρρητα το συμφωνηθέν έργο του ελέγχου λειτουργίας και συντήρησης του εγκατεστημένου στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της τελευταίας δικτύου υγραερίου, επί 24ώρου βάσεως, με βάση την παροχή εργασίας από ένα τεχνικό υγραερίου ανά βάρδια και χωρίς υπερεργασιακή απασχόληση αυτού.

Περαιτέρω, όσον αφορά στην υπογραφή από την υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Α. Μ. των αναφερομένων εγγράφων (μηνιαίων εκκαθαρίσεων αμοιβής) αναφέρεται ότι αυτή δεν συνιστά πράξη αναγνώρισης για λογαριασμό της τελευταίας της ακρίβειας των καταχωρημένων σ' αυτές στοιχείων ούτε του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής προς την αναιρεσείουσα, αλλά αυτή (υπάλληλος) έθετε την υπογραφή της επ' αυτών απλώς και μόνο προς απόδειξη της παραλαβής τους προς γνώση της αναιρεσίβλητης για τις οικονομικές απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως βασιμότητας ή μη αυτών και μάλιστα χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε έλεγχο της ακρίβειας των εγγραφών τους και της συμβατότητάς τους με τα αντίστοιχα φύλλα του "ημερολογίου του έργου", που η ίδια (υπάλληλος) υπέγραφε σε ημερήσια βάση μαζί με τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των 18 και 22 του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4548/2008 και ειδικότερα περί εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας και αρμοδιότητας του διοικητικού συμβουλίου αυτής, δεχόμενο κατά τα ως άνω και με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του ότι δεν υφίστατο ζήτημα εκπροσώπησης με οποιονδήποτε τρόπο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας από την ως άνω υπάλληλο αυτής για την κατάρτιση σύμβασης για λογαριασμό της (εταιρείας) ή για τη δημιουργία και ανάληψη υποχρεώσεων από τις ενέργειές της για λογαριασμό αυτής (εταιρείας), αλλά ότι ανέκυπτε θέμα εκτίμησης της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω ενεργειών της ως άνω αρμοδίας υπαλλήλου και των εγγράφων που αυτή υπέγραψε.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ανεπάρκεια, ασάφεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες αυτής.

Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης από το ότι αυτή απέρριψε το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί επίδειξης εκ μέρους της αναιρεσείουσας των αναφερομένων εγγράφων (θεωρημένων από την Επιθεώρηση Εργασίας καταστάσεων προσωπικού αυτής [αναιρεσείουσας], καταστάσεων ενσήμων του ΙΚΑ και αποδείξεων μισθοδοσίας για το προσωπικό που απασχολούσε αυτή για την εκτέλεση του ενδίκου έργου), ενώ αξιολόγησε αποδεικτικά τη μη προσκόμιση από την τελευταία προς απόδειξη της βάσης της αγωγής της τα εν λόγω έγγραφα, δηλαδή δεν δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) για την πλήρη απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής της όφειλε να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά.

Τούτο δε διότι η απόρριψη του ως άνω αιτήματος της αναιρεσείουσας και η κατά τα ως άνω αξιολόγηση της μη προσκόμισης τέτοιων εγγράφων εκ μέρους της έγινε για τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και συγκεκριμένους διαφορετικούς λόγους. Περαιτέρω, δεν δημιουργείται αντίφαση από την πιο πάνω παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι για το χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως 9-2-2006, για το οποίο η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) προσκομίζει επτά (7) φύλλα ημερολογίου του έργου, υπογεγραμμένα τόσο από την ίδια ότι και από την ως άνω υπάλληλο της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) Α.

Μ., δεν αποδεικνύεται και πάλι ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα εκτέλεσε το έργο με παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης από τους προστηθέντες της, εν σχέσει με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής. Τούτο δε διότι στις τελευταίες ναι μεν περιλαμβάνεται και παραδοχή περί του ότι κατά τη ρητή συμφωνία των διαδίκων τα ημερολόγια του έργου είναι το μοναδικό αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη του αριθμού των τεχνιτών που απασχολούσε στις ως άνω εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης η αναιρεσείουσα, πλην όμως κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποκλείεται η απόδειξη των γεγονότων αυτών και με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η 1-3-2006 αποτέλεσε την καταληκτική ημερομηνία παροχής από την αναιρεσείουσα των υπηρεσιών της από την ένδικη σύμβαση έργου προς την αναιρεσίβλητη από το ότι στις παραδοχές αυτής περιλαμβάνεται και το ότι η 1-3-2006 ήταν μεταξύ των καθορισμένων από την αναιρεσείουσα ημερών για την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των τεχνικών της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι η εν λόγω ημέρα (1-3-2006) ήταν και η τελευταία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πιο πάνω εκπαίδευση.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Επίσης, αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής και των αιτημάτων της περιστατικά. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτής περί του ότι η ένδικη σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και την 12-5-2006, ενώ η αμοιβή αυτής είχε καθοριστεί σε 38 ευρώ ανά εργατοώρα για τις πρώτες 8 ώρες του 24ώρου και με προσαύξηση 75% ανά εργατοώρα για τις υπόλοιπες 16 ώρες του 24ώρου, καθώς και για την εργασία των τεχνικών υγραερίου για τα Σάββατα και αργίες, ανεξαρτήτως του αν αυτές χαρακτηρίζονταν νομικά ως υπερεργασία.

Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό αυτής ότι στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης έργου τηρούνταν ημερολόγια έργου που υπέγραφε η εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης Α. Μ., η οποία συνέτασσε και μηνιαίες πιστοποιήσεις-καταστάσεις ωρών απασχόλησης του προσωπικού της, έγγραφα από τα οποία συνάγεται η βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων αυτής.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα έλαβε υπόψη του ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνουν θεμελιωτικά της αγωγής της πραγματικά περιστατικά και τους απέρριψε ρητά ως αβάσιμους. VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη, χωρίς ή με δυνατότητα ανταπόδειξης, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα, καθώς και αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 732/2017, ΑΠ 168/2015).

Ως ισοδύναμα δε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 1168/2019, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 265/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα πιο κάτω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η ίδια, την αποδεικτική δύναμη που προβλέπει ο νόμος, δηλαδή δεν έκρινε ότι αυτά ως πληρούντα τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 432 και 445 ΚΠολΔ αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αποδοχή του περιεχομένου τους από την αναιρεσίβλητη, δια της εκπροσώπου της, και ως εκ τούτου απ' αυτά προκύπτει πλήρης και όχι μερική απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της σχετικά με ύψος των απαιτήσεών της από την αναιρεσίβλητη, ήτοι τους πίνακες ημερήσιας απασχόλησης και παροχής υπηρεσιών (πιστοποιήσεις εργατοωρών) για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως 12-5-2006 και το απόσπασμα του ημερολογίου του έργου για το χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως 9-2-2006.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τρίτος) είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τις προαναφερόμενες αντίστοιχες παραδοχές της, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), χωρίς να παραβιάσει την αρχή του ισοδύναμου τούτων ή να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση ως προς τα εν λόγω έγγραφα που δεν περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση, δεν τίθεται ζήτημα πλήρους απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι κατ' άρθρ. 445 ΚΠολΔ αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη μόνο ως προς την προέλευση της δήλωσης από τον εκδότη τους και κατά τα λοιπά εκτιμώνται ελεύθερα.

V

ΙΙ. Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 & 2 του ιδίου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 108/2019, ΑΠ 2046/2017, ΑΠ 1459/2003).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Επομένως, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης απόφασης (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 57/2020, ΑΠ 108/2019, ΑΠ 274/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα της ένστασης περί δεδικασμένου που προβλήθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εφεσίβλητης-ενάγουσας) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη εταιρία προβάλλει παραδεκτώς...ένσταση δεδικασμένου, που απορρέει τόσο από την υπ' αριθ. 4442/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής της εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω παρόδου τριετίας από την έκδοσή της χωρίς ν' ασκηθεί ένδικο μέσο κατ' αυτής, όσο και από αυτήν καθ' εαυτή την παραπάνω διαταγή πληρωμής.

Από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι κατόπιν αίτησης της εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εκκαλούσα να καταβάλει στην εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των € 306.708,23, πλέον τόκων, που προέκυπτε από υπογεγραμμένα από την εφεσίβλητη τιμολόγια, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονταν και τα μόνα αφορώντα την ένδικη σύμβαση έργου υπ' αριθ. ...

και ... τιμολόγια, αντίστοιχου ποσού € 73.067 και 86.184 και συνολικού ποσού € 159.251, πλέον ΦΠΑ 19%. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής η εκκαλούσα άσκησε την από 29-1-2007 ανακοπή, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 4442/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω μη άσκησης κατ' αυτής ενδίκου μέσου εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015), ως προς μεν τους 1°, 2° και 3° λόγους της, που αφορούσαν το επιδικασθέν κεφάλαιο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς δε τον 4° λόγο της, που αφορούσε τους επιδικασθέντες τόκους του κεφαλαίου, ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα να μην απορρέει απ' αυτήν δεδικασμένο για την ουσία της απαίτησης αναφορικά με το επιδικασθέν κεφάλαιό της, που σχετίζεται με την ένδικη σύμβαση έργου, αφού αυτό δεν ερευνήθηκε, παρά μόνο για το επιλυθέν δικονομικό ζήτημα της αοριστίας των λόγων της ανακοπής.

Περαιτέρω, ενόψει της μη προσβολής της ως άνω διαταγής πληρωμής με μεταγενέστερη ανακοπή του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ (για το παραδεκτό αυτής όταν η ανακοπή του άρθρου 632 § 1 ΚΠολΔ απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους...) η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια αφενός μεν να μην μπορεί να αμφισβητηθεί πλέον η βεβαιούμενη με αυτήν απαίτηση και αφετέρου να καλύπτονται από το δεδικασμένο, μεταξύ άλλων, οι μη προταθείσες καταχρηστικές ενστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ένσταση παραγραφής.

Επειδή, όμως, το δεδικασμένο που απορρέει από την επίμαχη διαταγή πληρωμής - σημειώνεται ότι στο περιεχόμενό της δεν γίνεται μνεία του είδους και των κατ' ιδίαν στοιχείων της έννομης σχέσης που αποτέλεσε τη βάση έκδοσης των αναφερόμενων σ' αυτήν τιμολογίων, αλλά ούτε και αναφέρεται κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που να παραπέμπει έστω εννοιολογικά σ' αυτήν - καθ' ο μέρος αφορά την υπό κρίση υπόθεση, εκτείνεται μόνο στο κριθέν ουσιαστικό ζήτημα για το μέρος της απαίτησης που επιδικάστηκε (€ 159.251) και όχι και στην υπόλοιπη απαίτηση, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της διαταγής πληρωμής, έπεται ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να ερευνήσει την επίδικη σύμβαση έργου ως προς τα κατ' ιδίαν στοιχεία της σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης, που ούτως ή άλλως δεν ερευνήθηκαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και δεν αποτέλεσαν περιεχόμενο της....".

Ήδη δε με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε κατά τα ως άνω την ένσταση αυτής περί δεδικασμένου, ενώ αν είχε εφαρμόσει ορθά τις σχετικές διατάξεις θα είχε διαπιστώσει ότι πράγματι η εγκυρότητα της μεταξύ τους σύμβασης, η χρονική της διάρκεια, η παροχή των υπηρεσιών της προς την αναιρεσίβλητη, η υποχρέωσή της να πληρώσει την αμοιβή της και τα λοιπά θεμελιωτικά των απαιτήσεών της περιστατικά καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω υπ' αριθ. 44442/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα ότι καλύπτεται η ύπαρξη και ο χαρακτηρισμός της ένδικης σύμβασης έργου, η διάρκειά της από 9-8-2004 έως και την 12-5-2006, η συμφωνηθείσα αμοιβή καθώς και όλα τα λοιπά ιστορικά και πραγματικά στοιχεία αυτής και ως εκ τούτου θα έπρεπε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 10873/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. 4442/2006 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν απορρέει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, λόγω έλλειψης ταυτότητας αντικειμένου, καθώς και ιστορικής και νομικής αιτίας στις δύο περιπτώσεις.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα στην ένδικη από 18-12-2009 αγωγή της (σελ. 390 αναφέρει ότι : "Από τη συνολική αξία των υπηρεσιών χωρίς ΦΠΑ εισπράξαμε από την αντίδικο το ποσό των 159.251ευρώ για το οποίο εκδώσαμε τα υπ' αριθ. 8 και 9 τιμολόγιά μας, ήτοι : 1. Το από 14-6-2005 υπ' αριθ. 8 τιμολόγιο ποσού 73.067 ευρώ.....2. Το από 11-7-2005 υπ' αριθ. 9 τιμολόγιο ποσού 86.184 ευρώ....Τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων εισπράξαμε λόγω εκδόσεως με βάση και αυτά της υπ' αριθ.

της υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνολικού ποσού 306.708,23 ευρώ, διότι στο ποσό της διαταγής πληρωμής περιλήφθηκαν και απαιτήσεις από την εκτέλεση του έργου της κατασκευής και εγκατάστασης των δικτύων φυσικού αερίου στα ξενοδοχεία της αντιδίκου "..." και "...."".

Με τα πιο πάνω δεδομένα είναι σαφές ότι το ως άνω αντικείμενο καθώς και νομική και ιστορική αιτία στην τελευταία περίπτωση της διαταγής πληρωμής είναι διαφορετικά απ' αυτά της παρούσας δίκης, στην οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις σχετικές παραδοχές του Εφετείου ερευνάται η δυνάμει σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, εκτέλεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του έργου της επίβλεψης και τακτικής συντήρησης, επί 24ώρου βάσεως, των εσωτερικών και εξωτερικών εγκαταστάσεων υγραερίου των ευρισκομένων στη ...

ξενοδοχείων της αναιρεσίβλητης "...." και "...", όπως και του εστιατορίου της "...", καθώς και του ελέγχου της λειτουργίας του μηχανοστασίου-λεβητοστασίου και ψυχροστασίου του ξενοδοχείου της "....". Εξάλλου, δεν απετέλεσαν αντικείμενο της ως άνω διαταγής πληρωμής, εκτός από το γεγονός της έκδοσης των πιο πάνω δύο τιμολογίων υπ' αριθ. 8 και 9 για τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ως σχετικών με αυτήν και της ύπαρξης της οφειλής αυτής ύψους 159.251 ευρώ από την εν λόγω σύμβαση, τα κατ' ιδίαν στοιχεία αυτής και ήδη επίδικης στην παρούσα δίκη σύμβασης έργου και μάλιστα ο τρόπος καθορισμού της αμοιβής της αναιρεσείουσας εργολάβου.

Ανεξαρτήτως τούτων δε το δεδικασμένο από την ως άνω διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να καλύψει αυτοτελώς λαμβανόμενα μεμονωμένα στοιχεία της προαναφερόμενης σύμβασης έργου και συγκεκριμένα την εγκυρότητα αυτής, τη χρονική της διάρκεια, την παροχή των υπηρεσιών αυτής (αναιρεσείουσας) προς την αναιρεσίβλητη, την υποχρέωση της τελευταίας να πληρώσει την αμοιβή της πρώτης και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις απαιτήσεις της (αναιρεσείουσας), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη από την πιο πάνω διαταγή πληρωμής, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321-324 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. V

ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 585/2021, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως, ήτοι:

α) πίνακες ημερήσιας απασχόλησης και παροχής υπηρεσιών (πιστοποιήσεις εργατοωρών) για το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 έως 12-5-2006, β) πίνακες που αφορούν την οικονομική ανάλυση του κόστους των εργατοωρών, γ) απόγραφο της υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) την υπ' αριθ. 4442/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) την από 3-8-2004 επιστολή αυτής (αναιρεσείουσας) προς την αναιρεσίβλητη, στ) την από 5-1-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία αυτής (αναιρεσείουσας) με τις υπ' αριθ. 2246, 2291, 2292, 2293/2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ.

Μ., ζ) την από 3-5-2006 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, με τις υπ' αριθ. 3316 και 3317/10-5-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Μ., η) την από 10-4-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία αυτής (αναιρεσείουσας) με τις υπ' αριθ. 3056, 3059, 3060, 3062 και 3120/2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ.

Μ., θ) την από 18-9-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία αυτής (αναιρεσείουσας) με την υπ' αριθ. 3789Β'/22-9-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ. Ρ. για την πληρωμή των υπ' αριθ. ... και ... τιμολογίων της ίδιας, ι) την από 21-2-2006 επιστολή αυτής (αναιρεσείουσας) προς την αναιρεσίβλητη, ια) την από 21-2-2006 επιστολή αυτής (αναιρεσείουσας) προς την αναιρεσίβλητη, ιβ) την από 17-3-2006 επιστολή αυτής (αναιρεσείουσας) προς την αναιρεσίβλητη, ιγ) την από 17-4-2006 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την "...", με κοινοποίηση προς αυτήν (αναιρεσείουσα), ιδ) την υπ' αριθ. 3385/24-4-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.-Ε.

Κ. του Δ. Ν., ο οποίος κατέθεσε μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης κατά της συζήτηση της αγωγής αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1732/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιε) το υπ' αριθ. 9819/2014 πιστοποιητικό τελεσιδικίας από το Τμήμα Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την υπ' αριθ. 4442/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστ) την από 29-1-2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 10873/2006 διαταγής πληρωμής, ιζ) τα υπ' αριθ. 10923/1-9-2004, 333/19-1-2005, 7167/8-7-2005 και 11854/20-20-2006 ΦΕΚ-τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, που αφορούν καταχωρήσεις στοιχείων της αναιρεσίβλητης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και ιη) απόσπασμα του ημερολογίου του έργου για το χρονικό διάστημα από 3-2-2006 έως 9-2-2006.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ρητά (όγδοο φύλλο, δεύτερη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω επικαλούμενα και νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πιο πάνω (πέμπτος) λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "...".

ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α'-γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 978/2020, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 966/2017). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 571/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα (εναγομένη-εκκαλούσα) ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίστηκε από την αναιρεσίβλητη το φυσικό πρόσωπο που συνεβλήθη μαζί της στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (αναιρεσείουσας) κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης για επ' αόριστον ανανέωση της προηγούμενης και την οποία αρνήθηκε ρητά και κατηγορηματικά αρνήθηκε η ίδια.

Από την επιτρεπτή όμως κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 12-10-2013 έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αυτής δεν είχε προταθεί από την τελευταία ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και νόμιμο και μάλιστα ως προς την ήδη αναφερόμενη αοριστία για το ζήτημα της ανανέωσης της ένδικης σύμβασης, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Χ. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα της σιωπηρής παράτασης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης έργου και μετά την 10-1-2005 και μέχρι την 1-3-2006 δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ.

και 361 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι συντρέχουν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της κρίσης του περί σιωπηρής παράτασης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης έργου και μετά την 10-1-2005 και μέχρι την 1-3-2006, ενώ ουδεμία ασάφεια, έλλειψη ούτε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

XΙ. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται, περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (AΠ 68/2021, AΠ 615/2019, AΠ 115/2011, AΠ 1908/2008, AΠ 1703/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες το αίτημά της για επίδειξη των πιο πάνω αναφερομένων από την αναιρεσίβλητη εγγράφων. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) είναι απαράδεκτος, αφού τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ αποτελούν δικονομικούς κανόνες, που προβλέπουν τις περιπτώσεις που ο διάδικος, μετά από απόφαση του δικαστηρίου, οφείλει να επιδείξει τα αναφερόμενα έγγραφα. Χ

ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς θεμελιωτικούς των ένδικων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης που δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή και ειδικότερα έλαβε υπόψη και δέχθηκε σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων για επ' αόριστο παράταση της ένδικης σύμβασης έργου, παρά το ότι δεν διαλαμβανόταν τέτοιος ισχυρισμός στην αγωγή, όπου γινόταν μνεία μόνο για τη σύναψη ρητής συμφωνίας παράτασης.

Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη σιωπηρή συμφωνία όχι μόνο για την παράταση της διάρκειας της ένδικης σύμβασης, αλλά και για κατάργηση της προηγούμενης μεταξύ των μερών συμφωνίας για τήρηση εγγράφου τύπου, παρά το ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) δεν προέβαλε παραδεκτά τέτοιο ισχυρισμό περί σιωπηρής συμφωνίας για κατάργηση του εγγράφου τύπου.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι είναι σαφές ότι στον μείζονα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) περί ρητής συμφωνίας των διαδίκων για επ' αόριστο χρόνο παράταση της διάρκειας της ένδικης σύμβασης έργου περιλαμβάνεται ο ελάσσων σχετικός ισχυρισμός αυτής περί σιωπηρής κατάρτισης τέτοιας συμφωνίας.

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα περί μη προβολής από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμού περί κατάργησης της προηγούμενης μεταξύ των μερών συμφωνίας για τήρηση εγγράφου τύπου με νεότερη σιωπηρή συμφωνία, ενόψει της προβολής εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) ισχυρισμού περί ακυρότητας της συμφωνίας παράτασης, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Χ

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393 επ. ΚΠολΔ δέχθηκε άτυπη-σιωπηρή παράταση της ένδικης σύμβασης με βάση την οποία επιδικάστηκαν απαιτήσεις κατά πολύ ανώτερες του τασσομένου στο νόμο ορίου της εμμάρτυρης απόδειξης (30.000 ευρώ), με βάση δικαστικά τεκμήρια και μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εξαίρεσης από τον ως άνω απαγορευτικό κανόνα. Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 12-10-2013 έφεσης αυτής, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις X

ΙV. Με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως, ήτοι:

α) την από 27-6-2005 επέκταση του από 23-4-2004 συμφωνητικού ανάθεσης κατασκευής, β) την από 10-2-2006 επιστολή του Α. Μ., εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και γ) το από 2-12-2005 έγγραφο της υπαλλήλου αυτής (αναιρεσείουσας) Α. Μ.. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ρητά (όγδοο φύλλο, δεύτερη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ γίνεται και ειδική μνεία του τελευταίου ως άνω εγγράφου, του οποίου και παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω επικαλούμενα και νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πιο πάνω (έκτος και έβδομος) λόγοι αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ : α) την από 23-9-2019 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) την από 4-6-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 2066/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αυτές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει καθεμία από τις αναιρεσείουσες στις πιο πάνω αιτήσεις. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ