Legislator Case Law & Legislation
192/2020 AI generated

192/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 192/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

192/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους της προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, το οποίο θεωρεί μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
supplementary work deficit working hours unpaid leave conditions of employment fixed-term work part-time employees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 192 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Μ.Σ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 192/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. - Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρού, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε. - ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1630/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2459/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4-10-2018 και με αριθ. κατάθεσης 7677/727/5-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2457/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19-6-2014 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 1630/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την από 27-12-2007 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ως λογίστρια από το Σεπτέμβριο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2005 με την εναγομένη "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕ-ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", την οποία στη συνέχεια διαδέχθηκε ως οιονεί καθολική διάδοχος η εκκαλούσα -αναιρεσίβλητη και μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, των δώρων εορτών και των επιδομάτων-αποδοχών αδειών, ζήτησε να της επιδικαστούν αυτά, όπως τα σχετικά ποσά προσδιορίζονται στην αγωγή, νομιμοτόκως, κύρια με βάση τη σύμβαση και επικουρικά με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/2018).

Περαιτέρω κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλομΑΠ 26/2004).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολομ ΑΠ 1/1999, Ολομ ΑΠ 24/1992).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "... Η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Συμμετοχών" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε" εδρεύει στο ..., όπου ευρίσκονται τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του ομίλου "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ".

Η εναγόμενη με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε. - ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" είναι εταιρεία του Ομίλου, εδρεύει στη .... και εξυπηρετεί 104 νήπια ηλικίας από 2,5 ετών έως την εγγραφή τους στο Δημοτικό Σχολείο. Ήδη από 16.6.2011 οι δύο εταιρείες συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη [ΦΕΚ 4465/21.6.2011/τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ], η οποία και συνεχίζει τη δίκη στη θέση της, ως καθολική της διάδοχος.

Η ενάγουσα είναι λογίστρια και με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 10.9.2001 (μεταξύ της ίδιας) και της εταιρείας "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.", που εδρεύει στο ..., προσλήφθηκε για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως λογίστρια στο κατάστημά της στις ... στο ... Κατά τη συμφωνία θα απασχολείτο 5νθήμερο, 8 ώρες ημερησίως από 08.00 έως 16.00, με μηνιαίο μισθό 369.090 δραχμές [1083,16 ευρώ] υπό τους όρους αμοιβής και εργασίας της Σ.Σ.Ε.

των λογιστών και βοηθών λογιστών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Η εργοδότρια εταιρεία κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως εργασίας εκπροσωπήθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλό της, όπως αναφέρεται σε αυτή, Ε. Γ.. Το έτος 2004 και συγκεκριμένα την 1.9.2004 με νέα συμφωνία η ίδια εταιρεία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.", εκπροσωπούμενη και πάλι από τον διευθύνοντα σύμβουλό της καθόρισε το μηνιαίο μισθό της ενάγουσας σε 1.808 ευρώ μηνιαίως και υπογράφηκε η από 1.9.2004 σύμβαση μεταξύ της εργοδότριας και της ενάγουσας.

Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην πιο πάνω εταιρεία μέχρι την 8.9.2005, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της... Η ενάγουσα ουδέποτε υπήρξε εργαζομένη του Βρεφονηπιακού Σταθμού στη Γλυφάδα με εργοδότη το Βρεφονηπιακό Κέντρο. Ούτε έγγραφη συμφωνία προσκομίζεται, ούτε οιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με την προφορική συμφωνία που επικαλείται.

Ειδικότερα η ενάγουσα υποστηρίζει ότι από την πρόσληψή της στην εταιρεία στο Κορωπί παράλληλα συμφωνήθηκε να απασχολείται από ώρα 16.00 έως 20.00 στην εναγομένη στη Γλυφάδα. Όμως πέρα από τις καταθέσεις του μάρτυρος και των ενόρκως βεβαιούντων που επικαλείται εξ ουδενός άλλου αποδεικτικού στοιχείου επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός αυτός.

Ούτε λογαριασμοί μισθοδοσίας της προσκομίζονται ούτε το όνομά της περιλαμβάνεται στο προσωπικό της εναγομένης, παρότι ως λογίστρια, όπως υποστηρίζει, συνέτασσε τα σχετικά έγγραφα και τις συμβάσεις των εργαζομένων. Επί πλέον ουδεμία όχληση ή διαμαρτυρία της προς την εναγομένη αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας, που επικαλείται, από 10.9.2001 έως 8.9.2005.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη (ενν. η εργοδότρια) στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος εντός του νομίμου ωραρίου της απασχόλησης της ανέθετε λογιστικές εργασίες της εναγομένης. Πολλές φορές μάλιστα, όπως αναφέρει στην αναφορά της η ενάγουσα προς την Επιθεώρηση Εργασίας, που έγινε αμέσως μετά την απόλυσή της, ορισμένες από αυτές τις λογιστικές εργασίες διεκπεραίωνε στην οικία της...

Επομένως, η ενάγουσα δεν συμπεριλαμβάνετο στο προσωπικό της εναγομένης, γι' αυτό και όταν απολύθηκε δεν έλαβε αποζημίωση από αυτή παρά μόνο από την εταιρεία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.". Δεν μπορεί να παραβλεφθεί άλλωστε ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε δύο έτη μετά την απόλυσή της από την "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.".

Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της ενασχόλησής της με λογιστικές υποθέσεις της εναγομένης είναι εντελώς διαφορετικό από τη σχέση εξαρτημένης εργασίας που ισχυρίζεται ότι τις συνέδεε. Είναι γεγονός ότι μετά την πρόσληψή της στην "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε." της ανατίθεντο εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας, που ανήκε στον ίδιο Όμιλο με την εναγομένη, και λογιστικές εργασίες της εναγομένης, τις οποίες διεκπεραίωνε είτε στα γραφεία της εργοδότριάς της είτε στο σπίτι της ενίοτε και εκτός του οκταώρου της.

Όμως, γι' αυτή την πρόσθετη εργασία υπεύθυνη ήταν η εργοδότριά της και όχι η εναγομένη, που είναι μεν ιδίων συμφερόντων με την "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε." αλλά αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο. Ούτε θα μπορούσε να απασχολείται επί τέσσερα και πλέον έτη σε ανώνυμη εταιρεία ως λογίστρια χωρίς να εμφανίζεται στις καταστάσεις προσωπικού, που περνούσαν από τον έλεγχό της.

Επομένως για οιαδήποτε πρόσθετη εργασία που παρείχε λόγω ανάθεσης λογιστικών εργασιών της εναγομένης είτε εντός είτε πέραν του συμφωνημένου ωραρίου υπεύθυνη απέναντι της δεν είναι η τελευταία αλλά η εταιρεία που αποδεδειγμένα την προσέλαβε, "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε...". Και με τις σκέψεις αυτές (το Εφετείο), δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή ως βάσιμη, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί από την εναγομένη, η οποία δεν της είχε καταβάλει το συμφωνημένο μισθό με τα δώρα και επιδόματα για την απασχόλησή της, τα οποία και της επιδίκασε, και απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν.

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652 και 361 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ουδεμία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καταρτίστηκε μεταξύ αναιρεσείουσας και αρχικώς εναγομένης εταιρείας "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕ- ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ", διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς την μη κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, όσο και ως προς το ότι μόνη εργοδότρια της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν η αναιρεσίβλητη, ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την αρχικώς εναγομένη, στην οποία (αναιρεσίβλητη) η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και ότι στα πλαίσια της σύμβασης αυτής της αναθέτονταν και πρόσθετες εργασίες και εκτός του συμφωνηθέντος ωραρίου, για τις οποίες όμως υπεύθυνη ήταν η αναιρεσίβλητη ως εργοδότριά της. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, τα δε λοιπά υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα στον λόγο αυτό αναίρεσης πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε την ανάγκη ερμηνείας της δήλωσης βουλήσεώς της δεν εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο το Εφετείο, βάσει των άνω παραδοχών της απόφασής του, που δεν ελέγχονται αναιρετικά σχετικά με το τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε, δεχόμενο τη μη ύπαρξη συμβατικού δεσμού μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εναγομένης (ανύπαρκτη κατά τις αποδείξεις συμφωνία), δεν απαιτήθηκε να προσφύγει στους κανόνες των ΑΚ 173 και 200, διότι δεν διαπίστωσε ότι υπήρχε κενό ή ασάφεια στη βούληση των δύο πλευρών, ώστε να χρειαστεί συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης (2ος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολομ ΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 16602/2015 απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την οποία νομότυπα προσκόμισε ενώπιόν του μετ' επικλήσεως, με την οποία όλοι οι μάρτυρές της, ήτοι οι Ν.

Γ. (βλ. 1258/2010 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι. Σ. (βλ. 207/2010 ένορκη βεβαίωση), Θ. Σ. (βλ. 208/2010 ένορκη βεβαίωση), Κ. Κ. (βλ. 209/2010 ένορκη βεβαίωση) και Κ. Τ. (βλ. 210/2010 ένορκη βεβαίωση) αθωώθηκαν της αποδιδόμενης μετά από έγκληση της εναγομένης ψευδορκίας μάρτυρα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαίτερα από τις περικοπές αυτής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπ' αριθ. 1258/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ' αριθ. 207, 208, 209 και 210/12.1.2010 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομότυπα υπέρ της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών...

αποδεικνύονται τα ακόλουθα...", "...Αυτά προκύπτουν από την κατάθεση της ιδίας, ως μάρτυρος ανταποδείξεως [Α. Π.], τις καταθέσεις των υπέρ της εναγομένης βεβαιούντων, που συνεπικουρούνται από τις καταστάσεις υπηρεσίας των λογιστών και βοηθών λογιστών της εναγομένης και δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα...", "...Όμως πέρα από τις καταθέσεις του μάρτυρος και των ενόρκως βεβαιούντων που επικαλείται (η ενάγουσα) εξ ουδενός άλλου αποδεικτικού στοιχείου επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός αυτός...", αλλά και του γεγονότος ότι ουδεμία επιφύλαξη κρατεί ως προς τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων της αναιρεσείουσας λόγω της ποινικής δίωξης αυτών για ψευδορκία μάρτυρα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αρχικώς εναγομένης εταιρίας "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕ - ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ" που εδρεύει στη ...

και ότι ουδέποτε υπήρξε εργαζόμενη αυτής, αφού η εναγομένη δεν την είχε προσλάβει και δεν ήταν εργοδότρια αυτής, αλλά είχε προσληφθεί από την εταιρία του ίδιου Ομίλου "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕΜΕ" που εδρεύει στο ..., η οποία στο πλαίσιο του διευθυντικού της δικαιώματος της ανέθετε λογιστικές εργασίες και της εναγομένης, όμως γι' αυτή την εργασία υπεύθυνη ήταν η εργοδότριά της και όχι η εναγομένη, που είναι μεν ιδίων συμφερόντων με αυτή αλλά αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο, έλαβε υπόψη του και την περί ου ο αναιρετήριος λόγος αθωωτική της ψευδορκίας ποινική απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτή.

Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους της προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, το οποίο θεωρεί μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως και ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 & 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την παραδεκτή προβολή ενός λόγου αναιρέσεως είναι η συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, εννόμου συμφέροντος, το οποίο υπάρχει όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να επιφέρει τη σκοπούμενη έννομη συνέπεια, να οδηγήσει δηλαδή στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετήριο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την κύρια εκ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας βάση της αγωγής δεν ασχολήθηκε με την επικουρική σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή ουδέποτε παρείχε την εργασία της στην αρχικώς εναγομένη εταιρία, στοιχείο αναγκαίο κατά τα άνω, για την επιδίκαση των αιτουμένων ποσών και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 75 § 1 εδ. α' του κ.ν. 2190/1920, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία υπεισήλθε στη θέση της αρχικώς εναγομένης εταιρείας "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕ- ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ" και συνέχισε τη δίκη ως καθολική διάδοχος αυτής, υποχρεούται σε καταβολή σ' αυτή την (αναιρεσείουσα-ενάγουσα) των αιτούμενων ποσών για μισθούς, δώρα και επιδόματα, τα οποία δικαιούται από την παροχή στην αναιρεσίβλητη πρόσθετης εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και αυτό διότι, τυχόν αξιώσεις της αναιρεσείουσας από πρόσθετη εργασία που παρείχε στην αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εργασίας θα έπρεπε να τις επιδιώξει με αγωγή που θα έστρεφε κατ' αυτής και όχι με αγωγή κατά της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας, την οποία στήριζε σε αξιώσεις της από σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ τους.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2018 και με αριθμό καταθέσεως 8677/727/5-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2459/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ