Legislator Case Law & Legislation
192/2019 AI generated

192/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 192/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

192/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα ] οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017), όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ"(ΑΠ 477/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 192 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 192/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Δ. , 2. Μ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Κασιμάτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στυλιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (Μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 186/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε:

α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα ] οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017), όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ"(ΑΠ 477/2016).

Ειδικότερα, στην κατηγορία "μουλκ", ανήκουν εξ αντιδιαστολής, μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (πρβ.

ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). Περαιτέρω, οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".

Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι- τρόποι-κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα^ τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947) .

Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685,686,2105,2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο.

Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία,με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού ΑΚ διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος.

Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' ν. 2100/1952 που ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α' του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε σε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 477/2016,ΑΠ 822/2013, ΑΠ 1814/2012).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώςκρίσητου ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

"Το επίδικο ακίνητο, κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., αποτελούμενο από δυο τμήματα, μεταξύ των οποίων διέρχεται η επαρχιακή οδός .... Τούτο αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Γ., τοπογράφου - μηχανικού : α) το μικρότερο τμήμα, έκτασης 3.665,89 τμ, εμφανίζεται με τους αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 69 και συνορεύει βόρεια με παλαιά επαρχιακή οδό, νότια, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά με επαρχιακή οδό ...

και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Ρ. και β) το μεγαλύτερο τμήμα, έκτασης 52.663,62 τμ, εμφανίζεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 48, 49, 50 και 1, και συνορεύει βόρεια με επαρχιακή οδό ..., δυτικά με ιδιοκτησία Η. Λ., ανατολικά με ιδιοκτησίες Ε. Ρ. και Μ. Σ., νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Γεωργίου Ο.. Δυνάμει του από 26-7-1938 προικοσυμφώνου, που καταχωρίστηκε με αριθμό 3….4/30-9-1938 στα σχετικά βιβλία της Ιεράς Μητροπόλεως …., ο Δ.

Ρ. του Ι. προίκισε τη θυγατέρα Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Ρ. - μητέρα των εναγόντων - το ήμισυ "χωράφιον" στη θέση ... της περιφέρειας ..., "υποχρεούμενος όπως διανείμη τούτο εις δυο ίσα μέρη και λάβη η θυγάτηρ του το αρεστόν αυτής μέρος. Τα εν τω χωραφίω τούτω ευρισκόμενα συκόδενδρα θα ανήκουσι εξ ημισείας εις αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη".

Ο Δ. Ρ. του Ι. αποβίωσε στις 5-12-1967 και δια της …10/11-3-1952 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογραφούντος - ειρηνοδικούντος γραμματέως Α. Π., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε τα κάτωθι ακίνητα, στην άνω θυγατέρα του - μητέρα των εναγόντων - η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά δυνάμει της ..55/16-8-1983 αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Η.

Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η κληρονομιά περιλάμβανε: α) "εν χωράφιον εις ...ν ..., μετ' ελαιοδένδρων και οικίας (στάβλου) εκτάσεως ενός περίπου στρέμματος, πλησίον ομοίου ιδίας κληρονόμου ως και Π. Μ." και β) "χωράφιον εις ...ν (κοινώς ...) δυο περίπου στρεμμάτων και εξ ολοκλήρου συνεχώμενης χέρσου εκτάσεως πλησίον ομοίων Η.

Ν. Λ., Ι. Ν. Σ., Παντώς χήρας Ο., Μ. Μ. Μ. και Ε. Ν. Μ.". Ο αποβιώσας Δ. Ρ. του Ι. (παππούς των εναγόντων) είχε αγοράσει τα παραπάνω τρία ακίνητα (χωράφια) από τον Ι. Μ. το έτος 1916. Έκτοτε αυτός καλλιεργούσε (στάρι και κριθάρι) τα ακίνητα αυτά μέχρι το θάνατο του (το έτος 1967), ενώ την καλλιέργεια του προικώου ακινήτου εξακολούθησε η μητέρα των εναγόντων Ε.

συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Ρ.. Η τελευταία μετανάστευσε στον …, και μετά την επιστροφή της επέβλεπε και φρόντιζε τα ακίνητα, τόσο το προικώο, όσο και τα έτερα δυο που κληρονόμησε από τον πατέρα της. Έτσι τα μεν τελευταία δυο ακίνητα (χωράφια) αφορούν καλλιεργήσιμη έκταση τριών στρεμμάτων, μετά όμορης έκτασης, χέρσου, που δεν προσδιορίζεται κατά την επιφάνειά της, όπως επίσης δεν προσδιορίζεται η ακριβής έκταση του τρίτου (προικώου) ακινήτου (επίσης χωράφι).

Το μήνα Μάρτιο 1986 εκχερσώθηκε τμήμα του επιδίκου, έκτασης 16.727, τμ. Για την εκχέρσωση εκδόθηκε σε βάρος της μητέρας των εναγόντων, Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Ρ., το …..1/25- 9-1986 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και καταλογισμού της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου για έκταση 16.727τμ, μέσης κλίσης 8%, ως δημόσιας δασικής.

Η εκχερσωθείσα έκταση ήταν καλυμμένη κατά ποσοστό 60% με δασική βλάστηση, ήτοι πεύκα, άρκευθους, σχίνα, ασπάλαθους και ερείκη - τα υπάρχοντα 41 δένδρα πεύκης, ηλικίας 30 έως 60 ετών, δεν ξεριζώθηκαν - και κατά ποσοστό 40% με φρυγανώδη βλάστηση, ήτοι θυμάρια, φασκομηλιές και λαδανιές. Η έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με την 4209/19-9-1986 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου.

Η καθ' ης το πρωτόκολλο ήγειρε την από 10-11-1986 ανακοπή (αριθμ. εκθ. καταθ. …./11-11-1986) που απορρίφθηκε με τις 25/1987 και 92/1997 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Καρπάθου. Στο δικόγραφο της ανακοπής η ανακόπτουσα (μητέρα των εναγόντων Ε. συζ. Δ. Μ. το γένος Δ. Ρ.) επικαλέστηκε ότι είχε περιέλθει σ' αυτήν το ακίνητο στη θέση "...ς" της κτηματικής περιφέρειας ..., έκτασης 30 στρεμμάτων, από τα οποία δέκα στρέμματα είναι χορτολιβαδική έκταση, με την από 11-3-1952 δημόσια διαθήκη του συζύγου της που αποβίωσε στις 5-12-1967.

Οι νυν ενάγοντες ήγειραν την από 14-12-1993 αγωγή, αναγνωριστική του δικαιώματος κυριότητας αυτών με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, κατά της μητέρας τους Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Ρ.. Με βάση την ομολογία της τελευταίας εκδόθηκε η 18/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι νυν ενάγοντες είναι κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ακινήτου, που κείται στη θέση "... ..." της κοινότητας ..., εμβαδού 60 στρεμμάτων, με παλαιό στάβλο 30 τμ, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.

Σ. και Σ. Κ., δυτικά με επαρχιακή οδό και ιδιοκτησία Η. Λ., βόρεια με δρόμο και ιδιοκτησία Ι. Ρ. και νότια με ιδιοκτησίες Ο. Γ. και ρεματιά. Η απόφαση μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ….. Επί της από 20-4-2004 αίτησης των ενάγοντων προς το Δασονομείο …. για το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής των 52.663,62τμ, κατόπιν αυτοψίας της υπηρεσίας, εκδόθηκε το ….1/8-4-2004 έγγραφο αυτής, στο οποίο, ως προς την άνω έκταση που στο ίδιο ως άνω από Νοέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ.

Γ., τοπογράφου μηχανικού, αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5,... 47, 48, 49, 50, 1, έκτασης 52,663,62 τμ και κείται νότια της επαρχιακής οδού ..., διαπιστώθηκε: α) έκταση, επιφάνειας 7.053,92 τμ που στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται με τους αριθμούς 34, 35,36, 37, 57, 56, 55, 54, 53, 52, 51, 61, 60, 59, 58, και 34 και είναι καλλιεργημένος αγρός, β) έκταση, επιφανείας 32.515,98 τμ, π στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 58, 59, 60, 61, 51, 49, 50 και 1, καλύπτεται από δασική βλάστηση (άρκευθους, σχίνα, ασπάλαθους, ερείκη), που εντοπίζεται κυρίως στο βορειοανατολικό όριο του τμήματος και εκτιμάται σε ποσοστό 20% και φρύγανα (λαδανιές, θυμάρι, φασκομηλιές), καθώς και μερικές χαρουπιές.

Κατά μήκος του τμήματος με τους αριθμούς 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23 διέρχεται ρέμα. Το τμήμα χωρίζεται με τοίχους και έχουν φυτευθεί τεχνητά δέκα ελιές νεαρής ηλικίας. Υπάρχουν τοίχοι ανατολικά, δυτικά και νότια της έκτασης. Η έκταση αυτή κάηκε στις 25-6-1990 και κηρύχθηκε αναδασωτέα το ίδιο έτος. Σύμφωνα με φωτοερμηνεία φωτογραφιών της έκτασης αμέσως πριν την πυρκαγιά, στις 21-6- 1990 η έκταση καλυπτόταν από δασική βλάστηση σε ποσοστό 30% και φρύγανα και γ) έκταση 13.093,72 τμ, που στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται με τους αριθμούς 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57 και 37 και περιλαμβάνεται στην άνω έκταση που εκχερσώθηκε το Μάρτιο 1986 και κηρύχθηκε αναδασωτέα, καλύπτεται δε από δασική βλάστηση (τραχεία πεύκη, σχίνα, ασπάλαθους, άρκευθους) που εκτιμάται σε ποσοστό 4%-5% και διάσπαρτα φρύγανα (θυμάρι, λαδανιές, αστριβίδα, φασκομηλιές).

Όπως προαναφέρθηκε, πριν την εκχέρσωση (Μάρτιος 1986), η έκταση ήταν καλυμμένη κατά ποσοστό 60% με δασική βλάστηση, ήτοι πεύκα, άρκευθους, σχίνα, ασπάλαθους και ερείκη (διατηρήθηκαν 41 δένδρα πεύκης, ηλικίας 30 έως 60 ετών) και κατά ποσοστό 40% με φρυγανώδη βλάστηση, ήτοι θυμάρια, φασκομηλιές και λαδανιές. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στη μητέρα των εναγόντων Ε.

συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Ρ. είχαν περιέλθει τρία αγροτεμάχια (χωράφια) στη θέση "... - ..." ... από τον πατέρα της Δ. Ρ. του Ι., το πρώτο, περιήλθε σ' αυτή με το προικοσύμφωνο το έτος 1938, όπου δεν προσδιορίζονται η έκταση και τα όρια, παρά μόνο η θέση του και ότι υπήρχαν σ' αυτό δένδρα συκιάς, το δεύτερο και τρίτο με την εγκατάστασή της ως κληρονόμου με τη δημόσια διαθήκη του ιδίου (πατρός αυτής, που αποβίωσε το έτος 1967) και την αποδοχή της κληρονομιάς το έτος 1983, ήτοι χωράφι, έκτασης περίπου ενός στρέμματος με ελαιόδενδρα και στάβλο, και χωράφι, έκτασης περίπου δυο στρεμμάτων μετά της συνεχόμενης χέρσου εκτάσεως με τα όρια που προαναφέρθηκαν.

Τα τρία αυτά ακίνητα δεν είναι δυνατόν να αποτελούν την όλη επίδικη έκταση, συνολικής επιφάνειας μεγαλύτερης των 56 στρεμμάτων (52.663,62 και 3.665,89τμ), την οποία οι ενάγοντες επικαλούνται ότι καλλιεργούσε ο πάππος αυτών από το έτος 1916 και μέχρι το θάνατο του το 1967 και το προικώο ακίνητο η μητέρα τους από το έτος 1938.

Ούτε τα υλικοτεχνικά μέσα της εποχής, από τις αρχές του 1900 μέχρι και τα πρώτα έτη μετά τη λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, επέτρεπαν τέτοιας έκτασης καλλιέργειες στην Ελλάδα, και δη στη Δωδεκάνησο, που ήταν υπό τουρκική και κατόπιν ιταλική κατοχή. Είναι ενδεικτικό ότι στην προαναφερόμενη ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποβολής η ανακόπτουσα (μητέρα των εναγόντων) επικαλέστηκε ότι τυγχάνει κυρία έκτασης 30 στρεμμάτων, από τα οποία τα δέκα στρέμματα είναι χορτολιβαδική έκταση.

Έτσι, η μεν μητέρα των εναγόντων από 30-9-1938 καλλιεργούσε απρόσκοπτα το προικώο ακίνητο, ήτοι το τμήμα του επιδίκου βόρεια του επαρχιακού δρόμου ..., έκτασης 3.665,89 τμ, που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 69 στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Από την έτερη, μεγαλύτερη έκταση του επιδίκου, επιφάνειας 52.663,62 τμ, που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 48, 49, 50 και 1 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, το τμήμα, έκτασης 7.053,92 τμ, το οποίο στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώνεται με τους αριθμούς 34, 35,36, 37, 57, 56, 54, 53, 52, 51, 61, 60, 59, 58, και 34, το καλλιεργούσε απρόσκοπτα ο πάππος των εναγόντων από το έτος 1916 μέχρι το θάνατό του (1967).

Οι εκτάσεις αυτές δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δασικές - ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές - αλλά ήταν καλλιεργήσιμοι αγροί (χωράφια) και ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ - ή αρζί - μιρί). Λόγω δε της συνεχούς, απρόσκοπτης και αδιαμφισβήτητης καλλιέργειας των άνω εκτάσεων τουλάχιστον για μια δεκαετία πριν την 10.1.1949 - οπότε τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 - οι άνω μητέρα και πάππος των εναγόντων είχαν αποκτήσει δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ), σε κάθε ένσταση αντίστοιχα έκαστο),.

Τούτο διατήρησαν στη συνέχεια και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 του ν. 2100/1952, που προαναφέρθηκε, απέκτησαν αυτοδικαίως, χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα έκαστος του κάθε άνω ακινήτου και αποσβέστηκε το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου ελληνικού δημοσίου, στο οποίο είχε περιέλθει όλη η ακίνητη περιουσία του ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, σύμφωνα με τις σκέψεις πού προεκτέθηκαν.

Περαιτέρω ο πάππος των εναγόντων και η μητέρα τους εξακολούθησαν αδιατάρακτα να ενεργούν υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου, όπως προαναφέρθηκε. Οι δε ενάγοντες από το έτος 1968 ανέλαβαν από κοινού τα ακίνητα, επιβλέπουν και καλλιεργούν αυτά με διάνοια κυρίου, ώστε κατέστησαν κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία.

Συνακόλουθα οι ενάγοντες είναι κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, των ακινήτων στη θέση "... - ..." της κτηματικής περιφέρειας της νήσου …. όπως αποτυπώνονται στο από Νοέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Γ., τοπογράφου - μηχανικού: α) έκτασης 3.665,89 τμ, που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 69 και συνορεύει βόρεια με παλαιά επαρχιακή οδό, νότια, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά με επαρχιακή οδό ...

και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Ρ. και β) έκτασης 7.053,92 τμ, που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 34, 35,36, 37, 57, 56, 55, 54, 53, 52, 51, 61, 60, 59, 58, και 34, και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Σ. και βόρεια, δυτικά και νότια με την υπόλοιπη έκταση, που αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 48, 49, 50 και 1 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα.

Αντίθετα οι έτερες εκτάσεις στην ίδια θέση, α) επιφανείας 32.515,98 τμ, που στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 58, 59, 60, 61, 51, 49, 50 και 1, και β) επιφάνειας 13.093,72 τμ, που στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται με τους αριθμούς 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57 και 37 δεν αποδείχθηκε ότι έτυχαν ποτέ καλλιέργειας μέχρι το έτος 1948.

Ήδη το έτος 2004 καλύπτονταν από δασική βλάστηση και φρύγανα, όπως προαναφέρθηκε, ενώ εμφάνιζαν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό δασικής βλάστησης πριν την εκδήλωση πυρκαγιάς, το έτος 1990, η πρώτη και πριν την εκχέρσωση, το έτος 1986, η δεύτερη. Οι τοίχοι που υπάρχουν στην πρώτη έκταση (32.515,98τμ) δεν αποδείχθηκε ότι έχουν κατασκευαστεί πριν το 1948, τα δε υπάρχοντα δέκα ελαιόδενδρα έχουν φυτευθεί τεχνητά και είναι νεαρής ηλικίας.

Αντίθετα τα 41 δένδρα πεύκης, που υπήρχαν το 1986 στη δεύτερη έκταση (13.093,72 τμ), πριν εκχερσωθεί, ήταν ήδη τότε ηλικίας 30-60 ετών. Δεν αποδείχθηκε ότι καλλιεργήθηκαν από τους πάππο και μητέρα των εναγόντων, ώστε αυτοί δεν απέκτησαν δικαίωμα εξουσιάσεως μέχρι τις 10-1-1949 - οπότε τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938.

Έκτοτε οι τυχόν πράξεις νομής του πάππου και της μητέρας των εναγόντων ή των ιδίων των εναγόντων δεν αποδίδουν δικαίωμα κυριότητας σ' αυτούς, διότι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1939/1938 δεν επιτρέπεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος του δημοσίου επί ακινήτων. Κατά συνέπεια πρέπει να αναγνωριστούν οι ενάγοντες κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, των προαναφερομένων εκτάσεων 3. 665, 89 τμ και 7.053,92 τμ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους σε ολόκληρη την έκταση (3.665,89 τμ και 52.663,62 τμ) εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας δύο επίδικων εδαφικών εκτάσεων αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (3.665,89 τμ και 52.663,62 τμ) και δή ως προς τις εκτάσεις των 3.665.89 τμ και 7.053,92 τμ αντίστοιχα,, ενώ απέρριψε την αγωγή κατά την υπόλοιπη έκταση, και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη που είχε δεχθεί στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή τους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει και δη ως προς την έκταση των 45.609,60 (52.663,62 - 7.053,92) τμ ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ότι η επίδικη αυτή έκταση, κείμενη στη νήσο …., ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζί- εμιριέ ή αρζί μιρί), ως δασική έκταση ,επί της οποίας δεν χωρούσε χρησικτησία, μέχρι το έτος 1932, και όχι καλλιεργήσιμη έκταση (καλλιεργήσιμο αγρό), που ουδέποτε καλλιεργήθηκε, ώστε στην περίπτωση αυτή να έχουν έτσι αποκτήσει με συνεχή καλλιέργεια οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης -ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) επί μία δεκατεία πριν τις 10-1-1949 και, ακολούθως, την πλήρη κυριότητα (όπως δέχθηκε αντίθετα ως προς τις εκτάσεις που έκανε δεκτή την αγωγή) ,ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσον αφορά τα ανωτέρω και ιδία , ως προς τη διάκριση και στη Δωδεκάνησο των γαιών κατά το Οθωμανικό δίκαιο, τα ανήκοντα σε κάθε κατηγορία γαιών ακίνητα κλπ, καθώς και το είδος (χαρακτήρα) της επίδικης έκτασης και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στο ίδιο λόγο αιτιάσεις με την επίκληση της παραβίασης των διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί Γαιών της 17ης Ραμαζάν , με τη αποδιδόμενη, ως πλημμέλεια, τη μη παραδοχή από την προσβαλλόμενη ότι η επίδικη εδαφική είναι νομικής φύσης " μούλκ", ελεύθερης ιδιοκτησίας, με συνέπεια την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης , που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚποΔ).

Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές, είναι αντίθετες και με το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης που οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της αγωγής τους προσέδωσαν σε ολόκληρη την έκταση που ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητας, ως έκταση καλλιεργήσιμη, στην οποία καλλιεργούντες θεμελίωσαν δικαίωμα εξουσιάσεως, που τράπησε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τις διατάξεις του ν. 2100/1952 και επομένως δημόσια καλλιεργούμενη γαία (εραζί-εμιριέ ή αρζί- μιρί), και όχι ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψην της "πασίδηλο γεγονός, άλλως γνωστό στο δικαστήριο" και, ειδικότερα, ότι γαίες φύσης "εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί" ήτοι δημόσιες γαίες και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα, εκτός Ρόδου και Κώ , ώστε όλα τα κτήματα που κατείχαν οι κάτοικοι να ανήκουν στην κατηγορία των "μουλκ", όπως τούτο δέχθηκαν αποφάσεις του δικαστηρίου τούτου που αφορούν και τις Κυκλάδες, αλλά και συγγραφείς, ώστε έτσι προσέδωσε διαφορική έννοια στις αναφερόμενες διατάξεις περί γαιών του Οθωμανικού νόμου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε κάποιο άλλο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 646/2005). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το κρίσιμο ζήτημα ποιες γαίες χαρακτηρίζονται "ως μούλκ" δεν διέλαβε αιτολογία, άλλως διέλαβε ελλείπουσα "η ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η προσβαλλόμενη δεν δέχθηκε το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως "μούλκ".

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως ισχύει.Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2016 αίτηση των 1)Ι. Δ.Μ. και 2) Μ. Δ. Μ. για αναίρεση της 186/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ