Legislator Case Law & Legislation
192/2018 AI generated

192/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 192/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

192/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
property ownership intention to appropriate constitutum possessorium domicile agent action for exclusion from co-ownership previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 192 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 192/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ. - Β. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ζαμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Α. Β. του Χ., κατοίκου ομοίως, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καζαντζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1353/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 1η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο β της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013) συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, μεταξύ των περισσοτέρων διαδίκων στους οποίους περιλαμβάνεται και ο απών, οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται νόμιμα ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο.

Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (OΛ.ΑΠ 4/1994, 2/1992, ΑΠ 1427/2009), κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 3 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ β’ ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση συζητήθηκε η από 5 Νοεμβρίου 2016 αίτηση για αναίρεση της 1353/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που έχει ασκηθεί από τους Δ. Χ. - Β. και Α. Β.. Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, Α.

Β., ενώ η πρώτη των αναιρεσειόντων, Δ. Χ. - Β., εκπροσωπήθηκε με δήλωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ζαμπίτη. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων κλήθηκε από την ομόδικο του ή τον νομίμως παριστάμενο αναιρεσίβλητο. Από την .../16-2-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ.

Δ., προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης έγινε από αμφότερους τους αναιρεσείοντες, πλην όμως, από τα .../8-12-2016 και .../7-11-2017 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Μοιρών Τυμπακίου Κρήτης, Α. Κ., δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος διορισθείς με τα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης των αναιρεσειόντων, Ε.

Ζ., είχε την πληρεξουσιότητα να υπογράψει την ένδικη αίτηση και να επισπεύσει την συζήτησή της και από τον απολειπόμενο αναιρεσειόντα. Επομένως και εφόσον οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας (λόγω της από κοινού εναγωγής τους από τον ήδη αναιρεσίβλητο ως υπόχρεοι καταβολής εις ολόκληρον καθένας αποζημίωσης λόγω επικαλούμενης τέλεσης αδικοπραξίας σε βάρος του (ΑΠ 1227/2007), πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, να χωριστεί η υπόθεση ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία, να χωρήσει νόμιμα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ’ αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην (ΑΠ 166/2011, 716/2002).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη των αναιρεσειόντων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρά το νόμο θεώρησε παραδεκτή την με σχετική δήλωση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά της απόφασης αυτού) μερική παραίτηση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του, αντί να τη θεωρήσει απαράδεκτη, αφού δεν έγινε με τις ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου προτάσεις, με δικονομική συνέπεια την απαράδεκτη εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ αντιμωλία, αντί να θεωρηθεί ο τελευταίος ερήμην δικαζόμενος, λόγω της μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, είναι απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, εφόσον, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ.1, 223 παρ.1 και 295 παρ.1 ΚΠολΔ, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς το καταψηφιστικό αίτημα και πραγματοποιείται και με δήλωση του παραιτούμενου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία καταχωρίζεται στα οικεία πρακτικά αυτού (ΑΠ 652/2003).

Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.

εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 145/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 650/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται, ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε ένσταση του εναγομένου, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (αντένστασης) του ενάγοντος, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο εναγόμενος, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την ένσταση, όσο και ως προς την αντένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο ενάγων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (σχ.

ΑΠ 279/2015, 1470/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη των αναιρεσειόντων, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 14 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αντί να κηρύξει απαράδεκτη την από το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ αντένσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή του, ενέργεια της πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων περιείχε τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ προέκυπτε και σκοπός εξύβρισής του, διότι δεν είχε υποβληθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού η από 5-9-2008 προσθήκη - αντίκρουση των ενώπιον του δικαστηρίου αυτού προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ήταν εκπρόθεσμη, ούτε και είχε επαναφερθεί κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, την έλαβε υπόψη και κατ’ αποδοχή της, απέρριψε την ένστασή της από το άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ, ότι δηλαδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου: α) της από 8-4-2008 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η προαναφερθείσα αντένσταση περιείχε το στο δικόγραφο αυτής, καθ’ υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης της εναγομένης και β) της 214/2008 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης), η προαναφερθείσα ένσταση της πρώτης των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή ενήργησε στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, απορρίφθηκε, με την παραδοχή ότι "η πράξη των εναγομένων (μία από τους οποίους είναι η ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων) δεν τελέστηκε από αυτούς στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφού το να αποκαλούν τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) "εμφανώς τελούντα εν συγχύσει άνθρωπο" ή "δικομανή" ή ότι "η Υπηρεσία υπόκειται στους εκβιασμούς του κ.

Ν." εκφεύγει από τα όρια του δικαιώματος της αναφοράς προς τις Αρχές, ουδεμία σχέση έχουν οι φράσεις αυτές με το θέμα που φέρεται να ερευνά ακόμη η αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας, όπως, επίσης το να αποκαλούν στην ουσία τον αντίδικο τους "εκβιαστή" αποτελεί βαρύτατη κατηγορία για το πρόσωπο του", κατ’ αποδοχή της καθ’ υποφορά περιεχόμενης στην αγωγή, ανωτέρω αντένστασης του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτού.

Επομένως, με την άσκηση της από 10-11-2011 έφεσης με την οποία η εναγομένη (ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων), ζητούσε την απόρριψη αυτής, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολο της, ήτοι και ως προς την άνω αντένσταση, χωρίς να απαιτείται να επαναφερθεί από τον αναιρεσίβλητο, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν, το Εφετείο, που την έλαβε υπόψη, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί το οποίο αντίκειται προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. (ΑΠ 599/2016, 265/2015, 1455/2014, 720/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) και η 1η των εναγόμενων (ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων) αντιδικούν τουλάχιστον από το έτος 2000 για το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενός ακινήτου που βρίσκεται στον ..., εντός του οποίου οι εναγόμενοι επιθυμούν να ανεγείρουν συγκρότημα κατοικιών, και για τον λόγο αυτό υπέβαλαν στην αρμόδια υπηρεσία την υπ’ αριθμ.

πρωτοκόλλου .../25-11- 2005 αίτηση προς έκδοση οικοδομικής αδείας. Σημειωτέον ότι η, αιτηθείσα από τους εναγομένους, ως άνω άδεια, αφορούσε το επενδυτικό σχέδιο με της εταιρίας υπό την επωνυμία "... Ο.Ε.", συμφερόντων των εναγομένων, με τίτλο "... - Ίδρυση και λειτουργία επιπλωμένων παραδοσιακών κατοικιών στον ..." που είχε ενταχθεί με την υπ’ αριθμ. ...10-2007 απόφαση της Ε.Δ.Π.

στο πρόγραμμα "...", προϋπολογισμού 343.976,00 €, με δημόσια δαπάνη μετά τον έλεγχο 189.186,80 € (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ... δελτίο αξιολογήσεως επενδυτικής προτάσεως της εταιρίας "... Α.Ε.", που προσκομίζουν οι εναγόμενοι). Σημειώνεται ότι άδεια αυτή δεν έχει εκδοθεί, ο δε Νομικός Σύμβουλος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας με το, από 20-6-2007, έγγραφο του προς το Τμήμα Έκδοσης Αδειών της Διευθύνσεως Οικισμού - Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πιερίας, αναφέρει επί λέξει "...Επαφίεται λοιπόν στην Υπηρεσία σας, κρίνοντας παρεμπιπτόντως, να προβεί στην έκδοση της οικοδομικής άδειας...

Στα πλαίσια της αντιδικίας τους ο ενάγων και η 1η των εναγόμενων, πέραν της των Δικαστικών Αρχών, αναφέρονται και σε Διοικητικές Αρχές, αποστέλλοντας πληθώρα εγγράφων". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εκθέτει τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ήτοι δικαστικές αποφάσεις, αναφορές του αναιρεσιβλήτου, κλητήρια θεσπίσματα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κατερίνης κ.λ.π. ,συνεχίζει, "Επίσης, τόσο ο εναγών όσο και η 1η των εναγόμενων έχουν αποστείλει εξώδικες δηλώσεις (πλην της επίμαχης) και στο παρελθόν προς το Τμήμα Οικοδομικών Αδειών της Διευθύνσεως Οικισμού - Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πιερίας...

Η ως άνω αντιδικία τους είναι σφοδρή οι δε διάδικοι αναλώνουν μέγα μέρος των, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατατεθέντων δικογράφων τους με την εν λόγω αντιδικία τους, που όμως δεν αφορά την κρινόμενη υπόθεση, πάντως είναι ενδεικτική της εντάσεως στις σχέσεις τους. Μεταξύ των αναφορών που υπέβαλε ο ενάγων σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες είναι και αυτή της 18ης-1-2006 προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας Ν.

Πιερίας - Τμήμα Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών, στην οποία, υπό τον τίτλο: "ΠΡΟΣΟΧΗ - ΕΠΕΙΓΟΝ", ζήτησε να μην χορηγηθεί άδεια ανοικοδομήσεως αναφορικώς με την, από 25-11-2005, αίτηση των εναγόμενων, διότι εκκρεμούσε δικαστική διερεύνηση, περί του εάν υπάρχουν δημοτικοί δρόμοι στον συγκεκριμένο χώρο, καθώς και διοικητική διερεύνηση του χώρου από το Υπουργείο Οικονομικών.

Οι εναγόμενοι, εξάλλου, επειδή καθυστερούσε η αιτηθείσα ως άνω έκδοση οικοδομικής αδείας, έδωσαν εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους να συντάξει και αποστείλει προς το Τμήμα ..., το, από 14-3-2007, έγγραφο, με τίτλο "... ΟΕ" το οποίο όντως συνετάγη και επεδόθη στην ως άνω υπηρεσία την 22α-3-2007... Στις δέκα πέντε (15) σελίδες αυτού του εγγράφου οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι υφίστανται οικονομική ζημία από την καθυστέρηση εκδόσεως της οικοδομικής αδείας, επειδή το έργο οικοδομήσεως του οικοπέδου είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα "..." και υπήρχε κίνδυνος να απενταχθεί λόγω της καθυστερήσεως.

Αυτή η ενέργεια των εναγόμενων, δηλαδή το να αναφέρονται στις Αρχές, είναι κατ’ αρχήν καθ’ όλα νόμιμη, θεμιτή και συνταγματικώς κατοχυρωμένη Όμως, στο•εν λόγω έγγραφο, οι εναγόμενοι διέλαβαν και τις κάτωθι φράσεις: I. στην 2η σελίδα, αναφερόμενοι στην καθυστέρηση της εκδόσεως οικοδομικής αδείας: "...λόγω ανυπόστατων παρεμβάσεων και προσκομμάτων κάποιων όψιμων αντιδίκων ενδιαφερομένων να οικειοποιηθούν με κάθε μέσο την πατρογονική ιδιοκτησία μας, (των αντιδίκων μου κ, κ.

Ν. - εδώ ενάγοντος - και Χ....)". II. στο τέλος της 2ης σελίδος και στην αρχή της 3ης σελίδος: "...ως πρόσφατα (2000-2001) οπότε προέκυψε αιφνιδίως αυθαίρετη παρέμβαση και προσπάθεια παραπλάνησης αρχών και Δικαστηρίων για καταπάτησή της από τους εν λόγω αντιδίκους...". III. Στο μέσον της 3ης σελίδος: "...αλλά αντιθέτως διαπιστώσαμε πρόσφατα ότι έχουν απολεσθεί (;) από τον αντίστοιχο φάκελο - αρχείο της Υπηρεσίας σας σημαντικά έγγραφα και σχέδια, ακόμη και η έγγραφη αίτηση οικοδομικής αδείας με αρ.

Πρωτοκόλλου .../25.11.05 (!) που παρεμπιπτόντως βρίσκεται στα χέρια και τη γνώση του αντιδίκου κ. Ν. ο οποίος χρησιμοποιώντας τα διαιωνίζει, με την ανοχή σας, τις ασύστολες και δόλια ψευδείς καταγγελίες του αποσκοπώντας αποκλειστικά στην καθυστέρηση της αξιοποίησης της ιδιοκτησίας μας προς ίδιον και μόνον κέρδος, και όχι βεβαίως του Δημοσίου, ταλαιπωρώντας επί χρόνια πολίτες και Υπηρεσίες,..", IV.

Στην 9η σελίδα: "...μετά από καταγγελία και πάλι του δικομανούς κ. Ν....". V. Στην 12η σελίδα: "...Ποιό είναι λοιπόν το νόημα ή ο λόγος για τον οποίο δεν εκδίδεται η οικοδομική άδεια και αναμένει η υπηρεσία σας επί ζημία μου την έκβαση αυτής της δίκης του Εφετείου, που ούτως ή άλλως δεν αφορά καν στην οικοδόμηση του επίμαχου σημείου;

Εκτός και αν η Υπηρεσία σας υπόκειται στους εκβιασμούς του κ. Ν. όπως ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί αλλά και ο οποιοσδήποτε μπορεί να συμπεράνει από τη αβελτηρία και την ανοχή των συνεχιζόμενων ανυπόστατων συκοφαντικών απαράδεκτων και εκβιαστικών καταγγελιών του VI. Στην 13η σελίδα: "...Δυστυχώς βέβαια κανείς δεν μπορεί να παρεμποδίσει έναν δικομανή και εμφανώς τελούντα εν συγχύσει άνθρωπο από το να απευθύνει έγγραφα προς αρμοδίους και αναρμόδιους και να υποβάλει ανεδαφικές καταγγελίες ...

Άλλωστε η ασέβεια του κ. Ν. προς τα Δικαστήρια (με πετάγματα της Αγίας Γραφής κ.ά. παρόμοια)...." και VII. Στην 14η σελίδα: "...0 κ. Ν., με την νέα αγωγή του, που καμία ελπίδα ευδοκίμησης δεν έχει, επιχειρεί ουσιαστικά να παρατείνει την εκκρεμότητα όσο μπορεί... Εν κατακλείδι θεωρώ ότι είναι σαφής η πρόθεση του κ. Ν. και των αφων Χ.

να καθυστερήσουν την έκδοση οικοδομικής αδείας, διότι η μόνη τους πρόθεση είναι να βλάψουν εμένα, αντεκδικούμενοι για τις δικαστικές τους ήττες...". Εκ των ανωτέρω φράσεων, που διαλαμβάνονται στο προμνησθέν, από, 14-3-2007, δεκαπεντασέλιδο έγγραφο των εναγομένων, η, υπό στοιχ. (I), φράση αναφέρεται στην, μεταξύ των διαδίκων, δικαστική κυρίως διαμάχη και στην, εκ μέρους του ενάγοντος (και άλλου προσώπου ονόματι "Χ." και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ιδιοκτησία που οι εναγόμενοι θεωρούν ότι ανήκει στην 1η εξ αυτών από κληρονομιά, και συνιστά αξιολογική κρίση, μη προσβλητική για την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθ’ όσον δεν υποκρύπτει συμβάντα και αντικειμενικώς εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος του ενάγοντος.

Με την, υπό στοιχ. (II) φράση, οι εναγόμενοι, αναφερόμενοι ωσαύτως στην αντιδικία του ενάγοντος και του προμνησθέντος "Χ." αφενός, και της 1ης των εναγομένων αφετέρου, εμφανίζουν τον ενάγοντα να αποπειράται να παραπλανήσει τις Διοικητικές και τις Δικαστικές Αρχές, ενώ από τις ως άνω προσκομιζόμενες αναφορές του ενάγοντος και τις δικαστικές αποφάσεις προκύπτει ότι ο τελευταίος άσκησε τα, εκ των άρθρων 10 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρωμένα δικαιώματά του να αναφέρεται στις Αρχές και να ζητήσει έννομη προστασία από τα αρμόδια Δικαστήρια, αντιστοίχως, μη ερευνωμένου του τελικού αποτελέσματος των ενεργειών του.

Επομένως το γεγονός που οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων (ήτοι των υπαλλήλων της υπηρεσίας προς την οποία απευθυνόταν το, από 14-3-2011, έγγραφο και αυτών των Γραφείων του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ, και Οικονομίας, του Συνηγόρου Δημοσίας Διοικήσεως, του Συνηγόρου του Πολίτη και της ..., προς τους οποίους κοινοποιήθηκε, ότι δηλαδή ο ενάγων έκανε "...προσπάθεια παραπλάνησης αρχών και Δικαστηρίων...", εντασσόμενο στο πλαίσιο της σφοδρής αντιδικίας που προαναφέρθηκε και εξεταζόμενο αντικειμενικώς, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και είναι, εν γνώσει των εναγόμενων, ψευδές.

Το, υπό στοιχ. (Ill), γεγονός που οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν, ομοίως ενώπιον τρίτων (βλ. ανωτέρω), αναφερόμενοι στην απώλεια του φακέλου προς έκδοση οικοδομικής αδείας από το αρχείο της Δημοσίας Υπηρεσίας στην οποία απευθύνθηκε το, από 14-3-2007, έγγραφο τους (με ερωτηματικό ";") και ότι ο φάκελος μετά της αιτήσεώς τους προς έκδοση οικοδομικής αδείας "...βρίσκεται στα χέρια και τη γνώση του αντιδίκου κ.

Ν. (!!)...", συνιστά σαφή υπαινιγμό ότι ο ενάγων απέκτησε τον φάκελο και την αίτησή τους με παράνομο τρόπο και, εξεταζόμενο αντικειμενικώς, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ενώ είναι, εν γνώσει των εναγομένων, ψευδές, καθ’ όσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων, ακόμη και αν έχει στην κατοχή του τα στοιχεία του ως άνω φακέλου, τα απέκτησε με παράνομο τρόπο.

Οι, υπό στοιχ. (IV) και (VI), φράσεις των εναγομένων, που διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο, με τις οποίες ο ενάγων χαρακτηρίζεται "δικομανής" και ως άτομο "εμφανώς τελούν εν συγχύσει...", δεν συνιστούν συκοφαντική δυσφήμιση του ενάγοντος, καθώς δεν πρόκειται για ισχυρισμό γεγονότος, ήτοι για συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως...

αλλά για προσωπική κρίση των εναγομένων, που συνιστά εξύβριση... Το γεγονός όμως που ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων οι εναγόμενοι και που διαλαμβάνεται στην αυτή ως άνω, υπό στοιχ. (VI), φράση: "...Άλλωστε η ασέβεια του κ. Ν. προς τα Δικαστήρια (με πετάγματα της Αγίας Γραφής κ.ά. παρόμοια)....", μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και είναι, εν γνώσει των εναγομένων, ψευδές, καθ’ όσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων προέβη στην ως άνω ασεβή ενέργεια (πέταγμα της Αγίας Γραφής) ενώπιον Δικαστηρίου.

Το, διαλαμβανόμενο την, υπό στοιχ. (V), φράση, γεγονός που ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων οι εναγόμενοι, εμφανίζον τον ενάγοντα ως εκβιάζοντα την Δημόσια Υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται το, από 14-3-2007, έγγραφο των εναγομένων, με την άσκηση νομίμου δικαιώματός του, του "αναφέρεσθαι στις αρχές", μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και είναι, εν γνώσει των εναγομένων, ψευδές, καθ’ όσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ως άνω υπηρεσία καθυστερούσε στην έκδοση της αιτηθείσας οικοδομικής αδείας, εκβιαζόμενη από τον ενάγοντα, ενόψει μάλιστα του ότι οι εναγόμενοι στην 6η σελίδα του ως άνω εγγράφου τους αναφέρουν ότι ο αντίδικος τους στηρίζεται στη "Γνωμοδότηση αριθμ. 30α του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων μας, του ιδίου και του δικού μας...", δηλαδή οι ενέργειες του ενάγοντος έχουν, ακόμη και κατά την γνώμη των εναγομένων, ως βάση τους την προμνησθείσα γνωμοδότηση, ασχέτως αν, αμέσως κατωτέρω, στην αυτή σελίδα, την αμφισβητούν ως εκδοθείσα βάσει ψευδών καταγγελιών του ενάγοντος και των συγγενών του προμνησθέντος "Χ.".

Το αν, πράγματι, οι καταγγελίες του ενάγοντος δημιούργησαν αμφιβολίες στο Τμήμα Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών ως προς το εμβαδόν του οικοπέδου ή αν οι υπάλληλοι του άνω Τμήματος δεν είναι σε θέση να κρίνουν - έστω παρεμπιπτόντως - το ζήτημα αυτό, δεν δικαιολογεί την, εκ μέρους των εναγομένων, υποτιμητικών εκφράσεων εις βάρος του ενάγοντος.

Τέλος η, υπό στοιχ. (VII), φράση, αναφερόμενη επίσης στην συνεχιζόμενη αντιδικία της 1ης των εναγομένων με τον ενάγοντα και τους, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, αδελφούς "Χ.", συνιστά αξιολογική κρίση, μη προσβλητική για την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθ’ όσον δεν υποκρύπτει συμβάντα και αντικειμενικώς εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος του ενάγοντος.

Επειδή, ενόψει των προεκτεθέντων, οι εναγόμενοι προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτώς την τιμή του ενάγοντος, κατά τις προμνησθείσες διακρίσεις, ήτοι με εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμηση, εκτός των περιπτώσεων που το παρόν Δικαστήριο απέκρουσε τον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό... ο δε ισχυρισμός των εναγομένων, που προέβαλαν κατ’ ένσταση (αρθρ. 367 παρ.1 εδ.γ περ.δ ΠΚ) περί του ότι δηλαδή ενήργησαν ως ανωτέρω για την διαφύλαξη (προστασία) της ιδιοκτησίας τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί εξυβρίσεως καθώς και όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, όπως εν προκειμένω, κατά παραδοχή της, εκ του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, σχετικής αντενστάσεως που προέβαλε ο ενάγων...

Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο ποσό των 2.500,00 €, το οποίο κρίνει εύλογο και δίκαιο, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του τον τρόπο και την ένταση της προσβολής, το μέσο με το οποίο τελέσθηκε, την υπαιτιότητα των εναγομένων (δόλος), την δημοσιότητα την οποία έλαβε η προσβολή, την επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, οι οποίοι είναι οικογενειάρχες, πτυχιούχοι πανεπιστημιακών σχολών και ενδιαφέρονται για την διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής του ...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο, ως προς την παραδοχή της για μία από τις φράσεις που αυτό είχε κρίνει ότι περιείχε ισχυρισμό γεγονότος που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση, ενώ συνιστούσε εξύβριση και ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή αυτού και υποχρέωσε την πρώτη των αναιρεσειόντων να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 2.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ορθή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις διατάξεις αυτές, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμοστή καν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.

Η πρώτη των αναιρεσειόντων, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι με τις παραδοχές της, ότι στο από 14-3-2007 έγγραφο που και η ίδια απέστειλε προς το Τμήμα Οικοδομικών Αδειών και Διευθύνσεως Οικισμού - Χωροταξίας & Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας:

Α) εμφανίζεται ο αναιρεσίβλητος, με την αποστολή από τον ίδιο προς την ανωτέρω δημόσια υπηρεσία, της από 18-1-2006 αναφοράς του, να αποπειράται να παραπλανήσει τις Διοικητικές και Δικαστικές Αρχές, γεγονός, εν γνώσει της τελευταίας, ψευδές, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, ευθέως και εκ πλαγίου διότι αφενός μεν "η επίμαχη φράση δεν ήταν ψευδής και δεν θέλησε να ισχυρισθεί ψευδές γεγονός βλαπτικό της τιμής και υπόληψης του αναιρεσιβλήτου", αφετέρου δε "παρέλειψε να αποφανθεί επί ουσιώδους στοιχείου της υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 363", διότι δεν διέλαβε παραδοχή για το τελικό αποτέλεσμα των ενεργειών του τελευταίου, με αποτέλεσμα να στερήσει το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα από επαρκή αιτιολογία.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, είναι απαράδεκτος, εφόσον, με επίφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας περί απόδειξης του ψευδούς και εν γνώσει αυτού από την πρώτη των αναίρεσειόντων ισχυρισμού του ανωτέρω γεγονότος.

Εξάλλου, το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκώς αιτιολογημένο, εφόσον η παραδοχή ότι ο ισχυρισμός περί απόπειρας του αναιρεσιβλήτου να παραπλανήσει τις αρχές αποδείχθηκε ψευδής και εν γνώσει της αναιρεσείουσας, αρκούσε για την επαρκή αιτιολογία της υποκειμενικής υπόστασης της συκοφαντικής δυσφήμησης, χωρίς να απαιτείται επιπλέον παραδοχή για το αποτέλεσμα των ενεργειών του αναιρεσιβλήτου, εφόσον αυτές δεν σχετίζονται με τον περιεχόμενο στο επίμαχο έγγραφο ισχυρισμό για απόπειρα εξαπάτησης, Β) υφίσταται σαφής υπαινιγμός ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε τον φάκελο και την αίτηση της αναιρεσείουσας με παράνομο τρόπο, γεγονός που ήταν εν γνώσει της πρώτης των αναιρεσειόντων ψευδές, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση "έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε γνώση του ψεύδους, ούτε η βούλησή της ήταν να ισχυριστεί εν γνώσει της ψευδές γεγονός βλαπτικό της τιμής και υπόληψης του αναιρεσίβλητου".

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, είναι απαράδεκτος, εφόσον και πάλι με την κατ’ επίφαση επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Η επικαλούμενη ως προς το ίδιο αποδεικτικό πόρισμα ανεπάρκεια στην αιτιολογία της ίδιας ως άνω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου, ότι είναι ψευδής και εν γνώσει της αναιρεσείουσας ο ισχυρισμός του γεγονότος, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αποκτήσει τον φάκελο και την αίτησή της με παράνομο τρόπο, είναι σαφές.

Γ) υφίσταται ισχυρισμός γεγονότος για τον αναιρεσίβλητο, με την έννοια ότι εμφανίζεται ως εκβιάζων την Δημόσια Υπηρεσία, ο οποίος ήταν ψευδής και εν γνώσει της αναίρεσείουσας και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, διότι. α) δεν επρόκειτο περί γεγονότος, β) δεν ήταν πρόσφορο να προκαλέσει βλάβη της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσιβλήτου και γ) δεν γνώριζε η αναιρεσείουσας το ψεύδος αυτού ούτε και ήθελε να το ισχυρισθεί προκειμένου να βλάψει την τιμή και υπόληψη του αναιρεσιβλήτου.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, ως προς τις υπο στοιχεία α και β αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, αφού η αναφορά στο επίμαχο έγγραφο, ότι "...Ποιό είναι λοιπόν το νόημα ή ο λόγος για τον οποίο δεν εκδίδεται η οικοδομική άδεια... Εκτός και αν η Υπηρεσία σας υπόκειται στους εκβιασμούς του κ. Ν. όπως ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί αλλά και ο οποιοσδήποτε μπορεί να συμπεράνει από την ανοχή των συνεχιζόμενων ανυπόστατων συκοφαντικών απαράδεκτων και εκβιαστικών καταγγελιών του...", εμπεριέχει τον ισχυρισμό γεγονότος, εφόσον άμεσα με αυτή εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος εκβιάζει την δημόσια υπηρεσία με τις συκοφαντικές καταγγελίες του, ο οποίος ήταν πρόσφορος και ικανός να προκαλέσει βλάβη στην τιμή και υπόληψη του τελευταίου.

Ο ίδιος λόγος ως προς την υπό στοιχείο γ’ αιτίαση, είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Η επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας στο αποδεικτικό πόρισμα της ίδιας παραδοχής, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας εφόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων αντιφάσεων σ’ αυτή και Δ) υφίσταται αναφορά εν γνώσει της πρώτης των αναιρεσειόντων, ψευδούς γεγονότος, συνισταμένου στο πέταγμα της Αγίας Γραφής από τον αναιρεσίβλητο ικανό να πλήξει την τιμή και υπόληψή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, διότι, α) δεν επρόκειτο περί γεγονότος και β) δεν γνώριζε η αναιρεσείουσας το ψεύδος αυτού ούτε ήθελε να ισχυρισθεί το ψευδές αυτό γεγονός.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, ως προς την υπό στοιχείο α αιτίασή του είναι αβάσιμος, εφόσον το εκτιθέμενο "πέταγμα της Αγίας Γραφής" παριστά σαφώς γεγονός, ενώ ως προς την υπό το στοιχείο β αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι κατ’ επίκληση της από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλειας επιχειρείται να πληγεί η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Εξάλλου, το Εφετείο, δεχόμενο ότι στο επίμαχο έγγραφο περιέχονταν στοιχεία συνιστώντα συκοφαντική δυσφήμηση, αλλά και άλλα από τα οποία προέκυπτε σκοπός εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ.2γ ΠΚ, απορρίπτοντας την στηριζόμενη σ’ αυτή ένσταση της πρώτης των αναιρεσειόντων. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την πρώτη των αναιρεσειόντων παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5 Νοεμβρίου 2016 αίτησης του Α. Β. για αναίρεση της 1353/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει τον χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την ίδια ανωτέρω αίτηση της Δ. Χ.-Β. για αναίρεση της προαναφερθείσας απόφασης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο.

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ