192/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2008 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην και τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated192/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται αδιαστίκτως χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό μέσο.
Full text
Απόφαση 192 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 192/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μαουσίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δαβάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" πρώην ("TIM HELLAS ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε."), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σοφία Χανιωτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2008 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην και τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 22/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως κατά της 525/2013 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 96 αρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά το νόμο 3994/2011 ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Δηλαδή εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγο της σοβαρότητας του εκδικαζόμενου ή διατιθέμενου αντικειμένου επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο.
Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται αδιαστίκτως χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό μέσο.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας δια συμβολαιογραφικού εγγράφου έχει ως αποτέλεσμα να μην γίνεται δεκτός ο εμφανιζόμενος ως δικαστικός πληρεξούσιος και ο διάδικος, που φέρεται ως εκπροσωπούμενος από αυτόν να θεωρείται δικονομικώς απών, με όλες τις συνέπειες τέτοιας απουσίας. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου χωρίς όμως να προσκομίζει και το σχετικό πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο ώστε αυτή είναι δικονομικώς απούσα, πλην όμως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, αφού κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη με επίκληση με αριθμό 5106Γ/6-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ..
II) Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ολ ΑΠ 7/2000, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής η των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι, ή αν, κατά παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή ένσταση κλπ έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ολ ΑΠ 27-28/1998).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 ΚΑΙ 933 του ΚΠολΔ, αρθ. 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο Δημόσιο δίκαιο αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ολ ΑΠ 49/2005).
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμω να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 1248/2010).
III) Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το Δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ολ ΑΠ3/97, 13/95).
IV) Κατά το άρθρο 559 αριθμό 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεση πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Σχετικά με τον λόγο αυτό όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης και των πρακτικών, τόσο η κατάθεση του μάρτυρος που εξέτασε η αναιρεσίβλητη-ανακόπτουσα λήφθηκε υπόψη, αφού αυτή περιέχεται στα 135/2008 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Λάρισας, τα οποία αναφέρει η αναιρεσιβαλλόμενη ότι έλαβε υπόψη.
Επίσης έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μάλιστα ως προς το ζήτημα υγείας που επικαλείται με τον λόγο αναιρέσεως, αυτός απορρίφθηκε με την αιτιολογία "ότι τα προβλήματα υγείας που επικαλείται και τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της την εμπόδιζαν να επιμεληθεί της περιουσίας της, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν", ήτοι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμηση το περιεχόμενο των εγγράφων εκ των οποίων προέκυψε, κατά την κρίση του, ότι δεν εμπόδιζαν αυτή από την επιμέλεια της περιουσίας της.
Συνακόλουθα ο εκ του άρθρου 559 αρθ. 11 λόγος αναιρέσεως και κατά τις δύο αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έγιναν ανελέγκτος δεκτά τα κάτωθι: " Με επίσπευση της τράπεζας "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" κατασχέθηκε αναγκαστικά με την 1581/18-5-2004 έκθεση του δικ. Επιμελητή Λάρισας Θ. Θ. ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, εμβαδού 92,19 τ.μ που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής στην οδό Κεφαλληνίας 2 στην συνοικία Ανθούπολη της Λάρισας.
Η κατάσχεση έγινε με βάση την 1328/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για συνολική οφειλή της ανακόπτουσας ύψους 1977,37 Ευρώ, πλέον τόκων. Η αξία του εν λόγω διαμερίσματος εκτιμήθηκε από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή στο ποσό των 50.000 Ευρώ και ο πλειστηριασμός ορίσθηκε αρχικά για την 14-7-2004, στη συνέχεια (μετά από συναινετικές αναστολές) για την 25-5-2005, 2-11-2005, 22-2-2006, 28-6-2006, χωρίς τελικά να γίνει μέχρι τότε.
Στη συνέχεια, η πρώτη καθής (WIND ΕΛΛΑΣ) επέδωσε στην ανακόπτουσα την 14-5-2007, την από 19-4-2007 αναγγελία της στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο-συμβολαιογράφο Λάρισας Σ. Μπάση-Γιαννακοπούλου και την 9-7-2007 με την 5995/9-7-2007 πράξη της εν λόγω Συμβολαιογράφου δήλωσε ότι συνεχίζει αυτή τον πλειστηριασμό σε βάρος της ανακόπτουσας δυνάμει της 1555/2007 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για οφειλή της συνολικού ύψους 2.115,05 Ευρώ πλέον τόκων.
Ο πλειστηριασμός ορίσθηκε για την 26-9-2007 με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 25.000 Ευρώ (το ήμισυ της κατά τα άνω εκτιμηθείσας αξίας) οπότε το ακίνητο κατακυρώθηκε στον δεύτερο των καθών, υπερθεματιστή. Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού ανήγγειλαν στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο τις απαιτήσεις τους κατά της οφειλέτιδος-ανακόπτουσας και άλλοι δανειστές της και μάλιστα η "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και ήδη "PROTON BANK AE" (αρχική επισπεύδουσα) για απαίτηση ύψους 2.058,53 Ευρώ, καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση ύψους ύψους 1.016,07 Ευρώ, ενώ τα έξοδα της εκτελέσεως ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 2.305,06 Ευρώ (βλ.
την 6439/26-9-2007 πράξη της ως άνω Συμβ/φου). Ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η επίσπευση του ένδικου πλειστηριασμού και κατά συνέπεια η διενέργειά του είναι καταχρηστική διότι η πρώτη των καθών μπορούσε να επιτύχει την ικανοποίηση της απαίτησή της από την κατάσχεση των κινητών πραγμάτων της που βρισκόταν στο διαμέρισμα (σαλόνι, δυο σύνθετα, ένα στερεοφωνικό συγκρότημα συνολικής αξίας άνω 3.000 Ευρώ) ή από την κατάσχεση των μισθωμάτων που εισέπραττε από τη μίσθωση αυτού, αφού τούτο ήταν μισθωμένο από το 1999 με μηνιαίο μίσθωμα 330 Ευρώ, και όχι από την δυσανάλογη με την απαίτησή της κατάσχεση του ακινήτου της ανακόπτουσας.
Ο ισχυρισμός της αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, η ύπαρξη και η αξία του ως άνω κινητών δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Όσον αφορά τη μίσθωση του εκπλειστηριαθέντος ακινήτου, η ανακόπτουσα προσκομίζει σχετικά το από 4-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με το οποίο φαίνεται να έχει εκμισθώσει το ένδικο διαμέρισμα στον Θ.
Π., κάτοικο ..., με μηνιαίο μίσθωμα 330 Ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 1-7-2007 δηλαδή για χρονικό διάστημα προγενέστερο και ήδη έχον λήξει, κατά το ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά το χρόνο της δήλωσης της πρώτης των καθών με την οποία αυτή συνέχισε την επίσπευση της εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας. Όπως προεκτέθηκε εξάλλου το ένδικο διαμέρισμα είχε ήδη κατασχεθεί σε χρόνο προγενέστερο της μίσθωσης (18-5-2004) από την τρίτη μη διάδικο "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ".
Η ύπαρξη της μίσθωσης αυτής η οποία συνεχίσθηκε και μετά ατύπως, όπως προκύπτει από την 241/20-11-2007 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Κ. Δ. αποβολής του μισθωτή και εγκατάστασης του δεύτερου των καθών-υπερθεματιστή στο μισθίο δεν προέκυψε ότι ήταν γνωστή στους καθών, δεν αναφερόταν αυτή στην ως άνω έκθεση κατάσχεσης ούτε σε κάποια από τις πέντε περιλήψεις της κατασχετήριας έκθεσης αλλά ούτε και προέκυψε σχετική ενημέρωση αυτών από την ανακόπτουσα όπως θα μπορούσε η τελευταία ευχερώς να κάνει (τα προβλήματα υγείας που επικαλείται και τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της την εμπόδιζαν να επιμεληθεί της περιουσίας της, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν).
Επομένως, όπως δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας, δεν μπορεί να καταλογισθεί στην επισπεύδουσα του πλειστηριασμού (μετά από δήλωση συνέχισής του) καταχρηστική συμπεριφορά, ούτε κατά συνέπεια γνώση αυτής εκ μέρους του δευτέρου-καθού υπερθεματιστού, όπως απαιτείται για να καθίσταται η διενέργεια του πλειστηριασμού καταχρηστική.
Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, η πρώτη των καθών δεν ήταν η μοναδική δανείστρια της ανακόπτουσας αλλά υπήρχαν και άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, ενώ το εκπλειστηριασθέν ακίνητο ήταν το μοναδικό ακίνητο της ανακόπτουσας".
Με τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε στον ισχυρισμό που προτάθηκε με την κρινόμενη ανακοπή ότι τόσο η ύπαρξη κινητών πραγμάτων (στο μίσθιο διαμέρισμα που διαμένει η αναιρεσείουσα στη Θεσσαλονίκη, όπως αναφέρει τούτο στην ανακοπή της) όσο και η αξία αυτών δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, όπως επίσης και ότι η επικαλούμενη ασθένειά της, ούσα ενεργεία αστυνομικός, την εμπόδιζε να επιμεληθεί της περιουσίας της, ισχυρισμός που επίσης δεν αποδείχθηκε.
Αντιθέτως προέκυψε ότι υπήρχαν και άλλοι αναγγελθέντες δανειστές μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο. Ως προς το ότι το εκπλειστηριασθέν ακίνητο ήτο μισθωμένο και μπορούσε να ικανοποιηθεί η επισπεύδουσα και οι λοιποί αναγγελθέντες δανειστές με την κατάσχεση του μισθώματος εις χείρας τρίτου κατ' άρθρ. 951 παρ. 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μισθωτική σχέση είχε λήξει, όπως προέκυπτε από τα προσκομισθέντα μισθωτήρια, δεν ήταν γνωστό ότι εξακολουθούσε ατύπως και αορίστως η μίσθωση στην υποκατάστατη στην εκτέλεση, ούτε τούτο είχε περιληφθεί στην έκθεση κατάσχεσης, ούτε στις πέντε περιλήψεις που προηγήθηκαν περιελήφθη αλλά και ούτε προέκυψε ότι έγινε ενημέρωση εκ μέρους της ανακόπτουσας, όπως μπορούσε να είχε κάνει δια της ασκήσεως της κατ' άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής.
Με τα' ανωτέρω δεκτά γενόμενα, δεν έγινε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς αναγκαστική εκτέλεση, περιλαμβάνει δε η απόφαση σαφείς, μη αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες που να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφαση έχει νόμιμη βάση και δεν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ούτε τέλος παραβιάσθηκε το άρθρο 17 παρ. 1,2 του Συντάγματος που προστατεύει την περιουσία, όχι μόνο του οφειλέτη αλλά και του δανειστή που πρέπει να ικανοποιήσει την απαίτησή του, που έχει κριθεί με εκτελεστό τίτλο, ούτε επίσης με την γενόμενη αναγκαστική εκτέλεση παραβιάστηκε το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, καθόσον τα ως άνω άρθρα του ΚΠολΔ οδηγούν σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τις περιουσίας υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου όρους, τους οποίους έχει θεσπίσει η Ελληνική Πολιτεία ως αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης των αγαθών και δη προς ικανοποίηση των απαιτήσεών από εκτελεστούς τίτλους, όταν μάλιστα, ως εν προκειμένω, δεν αποδέχθηκε ότι υφίσταται άλλη περιουσία της οφειλέτιδος, προς ικανοποίηση των δανειστών της.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης και αυτή στο σύνολό της, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου που παρέστη νομίμως χωρίς να καταθέσει προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας κατ' άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 525/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παρέστη νομίμως τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ