192/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 192 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated192/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 192 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 192 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές. Εξόφληση. Προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξόφλησης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε μια απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Αναιρείται απόφαση Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά αποδοχών άδειας κα επιδομάτων άδειας καθώς πόσες και ποιες ημέρες έλαβε αυτός την ετήσια άδεια αναψυχής.
Αριθμός 192/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Κ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", με ΑΡ.Μ.ΑΕ 49833/01ΑΤ/Β/01/342 η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2507/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6836/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς όλα του τα μέρη, καθώς και του δεύτερου λόγου της ως άνω αίτησης ως προς όλα επίσης τα μέρη του, πλην του πρώτου, ως προς το οποίο εισηγήθηκε την απόρριψη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευoμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' αρθρ. 904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ' απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές και επιδίκαση αμοιβής κατά τα Σάββατα και κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, για τις οποίες υπάρχει παράπονο του αναιρεσείοντος, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "Κοινοπραξία Σήραγγας Καλλιδρόμου, Εργοτάξιο Κάτω Τιθορέας Φθιώτιδας", της οποίας οι από τις αναιρεσίβλητες, δεύτερη και τρίτη απoτελούν κοινοπρακτούντα μέλη, στις 14-4-1998 έως 25-10-2002 που απολύθηκε, και εργάστηκε, από 14-4-1998 έως 31-10-1998 ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ωφέλιμου φορτίου άνω των 25 τόννων από 1-11-1998 έως 31-12-2001 ως οδηγός βαρέλας μπετόν και από 1-1-2002 έως 25-10-2002 ως οδηγός τετραξονικού φορτηγού άνω των 30 τόνων, μεταφέροντας αδρανή υλικά από τα νταμάρια της Λειβαδιάς στο εργοτάξιο, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, κατά τις ο ποίες άλλοτε στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση και άλλοτε όχι και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% για όσες Κυριακές δεν στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση, για όσες δε Κυριακές στερήθηκε αυτής, έλαβε ως προσαύξηση και αποζημίωση, λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το 1,75 του μισθού του, και για τα Σάββατα που εργάσθηκε έλαβε απλό ημερομίσθιο χωρίς προσαύξηση. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι oι εναγόμενες εταιρείες τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθείσα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ μέρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάϊο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιο ποσό εδικαιούτο και ποιο ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α)για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές τον μήνα που απασχολείτο, β)για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και γ) για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το άρθρ.559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι ως άνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ως προς όλα τα μέρη του.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983, και στη συνέχεια από την παρ 1 άρθρ.1 Ν.3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966 του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν.549/1977,έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4. 2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιαδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Επίσης, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερη, όπως έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερη εργασία, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνεχώς από 14-4-1998 μέχρι 25-10-2002 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, από Δευτέρα έως και Σαββάτο δηλ. με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, αυτή δεν του χορηγούσε την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωνε ούτε τις αποδοχές άδειας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας και επιδόματος των ετών 1999, 2000, 2001 και αποζημίωσης άδειας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές άδειας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας του από υπαιτιότητα της. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλι ο της αγωγής του και με τον 5° λόγο της έφεσης του, ο ενάγων αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας δέχθηκε τα εξής:"... Περαιτέρω, με βάση τις άνω μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθαριστικά), αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε ...για επίδομα άδειας 1999 το ποσό των 138.512 δρχ. ... για επίδομα άδειας 2000 το ποσό των 138.512 δρχ. ... για επίδομα άδειας 2001 το ποσό των 151.815 δρχ. .. και για επίδομα άδειας 2002 466,46 ευρώ, ήτοι έλαβε ποσά μεγαλύτερα των ως άνω δικαιουμένων νομίμως, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό αυτών (... επιδομάτων άδειας) λαμβάνονται ως βάση οι τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός του και τα επιδόματα, ενώ οι πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ουδέν του οφείλεται. Και τέλος από τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα (μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε ετησίως και τη δικαιούμενη νομίμως άδεια αναψυχής εξ 22 εργασίμων ημερών, ως απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας την οποία και πληρώθηκε''. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000, 2001 και 2002, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας και τα δικαιούμενα ποσά για τα επιδόματα άδειας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από τη σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής και πότε επήλθε αυτή (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε σε ποιες ημεροχρονολογίες και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό άδειας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας), προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων αυτού, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τις 14-4-1998 έως 25-10-2002. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, και κατά τα μέρη του, με τα οποία ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι ενώ το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν σταθερά δύο Σάββατα κάθε μήνα και ότι τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Οκτώβριο 1999, Απρίλιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2000, Μάρτιο, Ιούνιο 2001 και Φεβρουάριο 2002 εργάσθηκε τρία Σάββατα και ότι ως εκ τούτου εξάγεται το συμπέρασμα από τις ως άνω παραδοχές ότι αυτός παρείχε την εργασία του Σαββάτου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό και συνεπώς με το σύστημα της εργασίας έξι ημερών, δεν δέχθηκε ότι δικαιούνταν αυτός για το 1999 για άδεια τις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών, για το 2000 τις αποδοχές 25 εργασίμων ημερών και για τα επόμενα έτη τις αποδοχές 26 εργασίμων ημερών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, με την κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο απασχόληση του εργαζόμενου με το πενθήμερο σύστημα εργασίας κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν μεταβάλλεται το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας, σε εξαήμερο, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, ενόψει του ότι αυτή η απασχόληση είναι άκυρη.
Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ.1,183 Κ.Πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την 6.836/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος, της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ