192/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated192/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: " Από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύεται ότι την 5-12-1984 ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που συνήψε με το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπό της, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός λεωφορείων της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 192 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 192/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος κατά το επικουρικό μέρος του και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσεως εργασίας. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δε μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο.
Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.
Αν ο εργοδότης κατά τη συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ' ένσταση τη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ο ισχυρισμός του μισθωτού περί ακυρότητας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζητήσεως στον πρώτο βαθμό (ή και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ), χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα αυτού να επικαλεσθεί την ακυρότητα και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφορά), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της συμβάσεως.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: " Από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύεται ότι την 5-12-1984 ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που συνήψε με το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπό της, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός λεωφορείων της.
Την 26-5-1996 η εναγομένη, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αρνήθηκε τις υπηρεσίες του λόγω της συνδικαλιστικής του δραστηριότητας και για το λόγο αυτό ο ενάγων ζητεί μισθούς υπερημερίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Η άρνηση αυτή εκτιμώμενη ως καταγγελία της επίδικης σύμβασης γέννησε την αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή μισθών υπερημερίας, από την επομένη αυτής (27-5-1996) άρχισε να τρέχει η προθεσμία για τη δικαστική τους επιδίωξη (άρθρο 241 ΑΚ) και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που κατατέθηκε στο Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 28-4-1999 (υπ' αριθμ. 2935/28-4-1999) και επιδόθηκε στους εναγομένους την 2-7-1999 (υπ' αριθμ. ......
και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ......), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 του ν.3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, μέσα στην οποία έπρεπε ο μισθωτός- ενάγων να ασκήσει τις προερχόμενες από την ακυρότητα της αρνήσεως της εναγομένης στην προσφορά των υπηρεσιών του αξιώσεις, για τον ανωτέρω λόγο και αληθούς υποτιθεμένου.
Συνεπώς, η αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή μισθών υπερημερίας έχει αποσβεσθεί και πρέπει για τον ανωτέρω λόγο να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής". Το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατάγγειλε τη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος εργασιακή σύμβαση, χωρίς να προβληθεί σχετική ένσταση από την πλευρά των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων δηλαδή ισχυρισμός τους ότι κατήγγειλαν τη σύμβαση, και να θεωρήσει ως αποσβεσθείσα την απαίτηση του αναιρεσείοντος λόγω της παρόδου της τρίμηνης, ως άνω, αποσβεστικής προθεσμίας, έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, πρέπει ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1046/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ