192/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, κατά το άρθρο 190 του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλος του έτους, καθ' ο ενηργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".
Legislator headnote
AI generated192/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν.2915/2001, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Full text
Απόφαση 192 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 192/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πιέρρου. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Μονίμων Αξιωματικών Αεροπορίας Ο ΙΚΑΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9206/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2005 αίτησή του και τον από 5-10-2007 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 12-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του από 5-10-2007 (μοναδικού) πρόσθετου λόγου αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 190 του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλος του έτους, καθ' ο ενηργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".
Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι η πιο πάνω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του Κώδικα των Δικηγόρων περιπτώσεων, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από το δικαιούχο άσκηση αγωγής. Ενόψει τούτων χρόνος ενάρξεως της πιο πάνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν". Ειδικότερα, η ένσταση παραγραφής, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, για να μπορεί να κριθεί αν από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος της και, συγκεκριμένα, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και να περιλαμβάνει σχετική αίτηση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 247 σε παραγραφή υπόκειται η αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη. Η αναγνωριστικά επομένως αγωγή, με την οποία δεν ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται αυτή καθεαυτή σε παραγραφή, πλην όμως δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς έγερση αυτής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ και γι' αυτό απορριπτέα από το λόγο αυτόν καθίσταται, αν η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή, εφόσον υφίσταται τέτοια, υπέπεσε σε παραγραφή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν.2915/2001, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...".Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ'αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων...".
Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ.1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση παραγραφής, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ.1 Κ, ΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠολΔ) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.σχ.ΟλΑΠ 2/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 5-1-2000 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι αυτός κατόπιν εντολές του αναιρεσιβλήτου προέβη υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου στη διεξαγωγή των εξής εξώδικων εργασιών και διαδικαστικές πράξεως: α) Σε έλεγχο τίτλων, σύνταξη εκθέσεως, σύνταξη σχεδίου προσυμφώνου και παράσταση κατά την υπογραφή του προσυμφώνου συμβολαίου, μέσα στο χρονικό διάστημα από το Μαϊο του έτους 1988 έως το Μάρτιο του έτους 1989, για την αγορά του αναφερόμενου ακίνητου, κειμένου στη θέση ".......
Αττικής" αξίας 1.333.800.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 20.007.000 δραχμών, β)Σε έλεγχο τίτλων, σύνταξη εκθέσεως και σύνταξη σχεδίου προσυμφώνου, μέσα στο χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 1986 έως το Φεβρουάριο του έτους 1987, για την αγορά του αναφερόμενου ακινήτου, κειμένου στην .......Λιβαδειάς, αξίας 320.000.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 1.600.000 δραχμών, γ) Σε σύνταξη κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1987 σχεδίου αγωγής με αίτημα την καταβολή ποσού 800.000.000 δραχμών και σε σύνταξη κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1989 νέας αγωγής, που κατατέθηκε το ίδιο έτος, για καταβολή ποσού 120.000.000 δραχμών, κατά περιορισμό του αμέσως πιο πάνω αιτήματος της προηγούμενης αγωγής, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 16.000.000 δραχμών, δ) Σε έλεγχο τίτλων και σύνταξη εκθέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα από το τέλος του έτους 1987 έως τον Αύγουστο του έτους 1988, για την αγορά του αναφερόμενου ακινήτου, κειμένου στην Κοινότητα Καλυβίων Αττικής, αξίας 525.000.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 3.500.000 δραχμών, ε) Σε έλεγχο τίτλων και σύνταξη εκθέσεως, κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1987, για την αφορά του αναφερόμενου ακινήτου, κειμένου στο Νομό Αργολίδας, στη θέση "........", του τέως Δήμου Διδύμων, αξίας 332.000.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 1.610.000 δραχμών, στ) Σε έλεγχο τίτλων και σύνταξη εκθέσεως, κατά το έτος 1987, όπως δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, για την αγορά του αναφερόμενου ακινήτου, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια .......
Αττικής, αξίας 217.350.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 1.086.000 δραχμών, ζ) Σε έλεγχο τίτλων και σύνταξη εκθέσεως, κατά το Θέρος του έτους Ι986, για την αγορά του αναφερόμενου ακινήτου, κειμένου στην περιοχή ...... Εύβοιας, αξίας 600.000.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 3.000.000 δραχμών και η) Σε έλεγχο τίτλων και σύνταξη εκθέσεως, κατά το θέρος του έτους 1986, για την αγορά κινητού, κειμένου στην .......
Λουτρακίου, αξίας 360·000.000 δραχμών, για την οποία εργασία δικαιούται αμοιβή 1.800.000 δραχμών. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν ο αναιρεσείων, όπως το καταψηφιστικό από τα αιτήματά της περιορίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αφενός να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος του οφείλει, κυρίως για τις ως άνω αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 43.630.000 δραχμών και αφετέρου να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει από το αμέσως πιο πάνω ποσό το ποσό των 37.607.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στην ένδικη αγωγή διαλαμβανόμενα.
Ο αναιρεσίβλητος κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) συζήτηση της υποθέσεως, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δικαζόταν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 ΚΠολΔ) προέτεινε προφορικά κατά της ως άνω ένδικης αγωγής την ένσταση της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, προφανώς με την έννοια του ότι, ειδικότερα, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, λόγω της παραγραφής αυτής δεν υφίσταται το πλέον έννομο συμφέρον προς έγερση της αγωγής αυτής κοιτά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, ώστε εξαιτίας τούτου η αγωγή αυτή κατά το εν λόγω (αναγνωριστικό) αίτημά της να ήταν απορριπτέα.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά της συνεδριάσεως, που συντάχθηκαν από τη γραμματέα, η ένσταση αυτή καταχωρίστηκε στα εν λόγω πρακτικά συνοπτικά, ενώ συγχρόνως περιεχόταν και στις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, έχοντας κατά λέξη, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, ως εξής : "όλες οι απαιτήσεις του ενάγοντα (αναιρεσείοντος), ενόψει των χρόνων που κατά την αγωγή φέρονται ότι εξετελέσθησαν οι εργασίες και κατέστησαν οι αμοιβές απαιτητές υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή" και η αγωγή είναι απορριπτέα και για το λόγο αυτό.
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, εφόσον τα επικληθέντα και ειδικότερα αναπτυχθέντα στις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου (έστω και συνοπτικώς) περιστατικά τη θεμελιώνουν στο άρθρο 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, δεδομένου ότι περιέχονται στην ένσταση οι χρόνοι ενάρξεως και συμπληρώσεως της παραγραφής, τα είδη των δικηγορικών εργασιών που παρασχέθηκαν, αλλά και ορισμένο αίτημα για απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής των ένδικων αξιώσεων.
Ειδικότερα, από τα αναφερόμενα στην ένσταση, όπως αυτή πιο πάνω διατυπώθηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως αναπτύχθηκε στις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει και ο χρόνος ενάρξεως της προταθείσας παραγραφής για κάθε μία από τις προαναφερόμενες δικηγορικές εργασίες που παρέσχε ο αναιρεσείων, που, αναφορικά μεν με τις ανωτέρω υπό τα στοιχεία α', β', δ', ε', στ', ζ' και η' εξώδικες εργασίες είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε κάθε μία σχετική πράξη, αναφορικά δε με την υπό το στοιχείο γ' εργασία (σύνταξη αγωγών) το τέλος του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η παροχή της εργασίας αυτής, σύμφωνα με όσα σχετικώς αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, το σχετικό περιεχόμενο της οποίας, όπως εκτιμάται, υιοθέτησε ο αναιρεσίβλητος, για να στηρίξει την εν λόγω ένστασή του, εφόσον κατά τα εκάστοτε κρίσιμα σχετικά χρονικά σημεία ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των σχετικών, αντίστοιχα, αξιώσεων του αναιρεσείοντος, αλλά και ο χρόνος συμπληρώσεως της παραγραφής, ο οποίος είναι εκείνος που τοποθετείται στο χρονικό σημείο κατά το οποίο συμπληρώθηκε πενταετία από τον κατά τα πιο πάνω χρόνο ενάρξεως της παραγραφής για κάθε μία από τις παραπάνω εργασίες, έτσι ώστε ήδη κατά την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αγωγής, που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε κατά το έτος 2000, οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείόντος να έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Εξάλλου, η εν λόγω ένσταση παραδεκτώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, εφόσον και προτάθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταχωρισθείσα στη συνέχεια στα πρακτικά της συνεδριάσεως, που συντάχθηκαν από το γραμματέα, αλλά και περιλήφθηκε στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως ορισμένη την ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως, αφού δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως αόριστης της προαναφερόμενη ενστάσεως του παραγραφής, στη συνέχεια δέχτηκε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν κατά της υπ'αριθ.135/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση.
Ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως δέχτηκε ότι, αναφορικά μεν με τις ανωτέρω υπό τα στοιχεία α', β', δ', ε', στ', ζ' και η' εξώδικες εργασίες ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος για αμοιβές από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε κάθε μία σχετική πράξη, αναφορικά δε με την από την ως άνω υπό το στοιχείο γ' εργασία (σύνταξη αγωγών) αξίωση του ίδιου (αναιρεσείοντος) για αμοιβή από το τέλος του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η παροχή της εργασίας αυτής παρήλθε πενταετία ήδη πριν ασκηθεί κατά το έτος 2000 η ένδικη αγωγή και έτσι όλες αυτές οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Με βάση δε την παραδοχή του αυτήν το Εφετείο, αφού δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή, απέρριψε με βάση την ένσταση αυτήν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση της, προφανώς, ειδικότερα, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής με την έννοια του ότι λόγω της παραγραφής αυτής δεν υφίστατο πλέον έννομο συμφέρον προς έγερση της αγωγής αυτής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, ώστε εξαιτίας τούτου η αγωγή αυτή κατά το εν λόγω (αναγνωριστικό) αίτημα της να ήταν απορριπτέα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: ·α) Δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη "πράγματος", δηλαδή της ως άνω ενστάσεως παραγραφής, που δεν προτάθηκε, αφού επιτρεπτώς έλαβε υπόψη την ένσταση αυτήν, η οποία, κατά τα παραπάνω και προτάθηκε και η πρόταση αυτής είχε γίνει νομίμως.
Επομένως ο πρώτος (υπό τα στοιχεία Ι1) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, β) Δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απορρίψεως ως απαράδεκτης και αόριστης της αμέσως πιο πάνω για παραγραφή ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου εφόσον η ένσταση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω και παραδεκτώς προτάθηκε και ορισμένη ήταν.
Επομένως ο δεύτερος (υπό τα στοιχεία Ι2) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολο του. Και γ) δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ και 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, εφόσον με το να κρίνει και νομικώς ορισμένη την προαναφερόμενη ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τα εν λόγω άρθρα στοιχεία.
Επομένως ο τρίτος (υπό τα στοιχεία Ι3) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το υπόλοιπο, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 249 του ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι, "εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", καθώς και του άρθρου 253 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο ορίζεται ότι "η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία είχε πράγματι εφαρμογή και ορθώς εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, κατά τα προαναφερόμενα. 2.
Επειδή, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν παραβιάζεται εκ πλαγίου κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική διάταξη, όπως προδήλως είναι η ως άνω διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η ένσταση, για να είναι ορισμένη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (υπό τα στοιχεία Ι4) λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί η απόφασή του αυτή δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας του ότι έχει ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος που αφορά το ορισμένο της ως άνω ενστάσεως παραγραφής, την οποία προέτεινε ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, είναι δικονομική, έτσι ώστε και υπό την εκδοχή ότι αυτή έχει παραβιαστεί, να μη στοιχειοθετείται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. 3.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα εγγράφου. Τέτοια έγγραφα δεν είναι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι η αγωγή και οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, που υποβλήθηκαν κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη.
Επομένως ο πέμπτος (υπό τα στοιχεία Ι5) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή ήταν ορισμένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός των εγγράφων από 3-4-2001 προτάσεων, που ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε κατά την πρωτόδικη ίδια δίκη, και αφετέρου της ένδικης, κατά τα ειδικότερα στο ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως διαλαμβανόμενα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολο του, εφόσον, συμφωνά με τα παραπάνω, τα εν λόγω έγγραφα, ως διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, δεν είναι αποδεικτικά υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ έγγραφα.
4. Επειδή με τον έκτο και τελευταίο (υπό το στοιχείο II) λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ως άνω αναγνωριστικό αγωγικό αίτημα με την αιτιολογία ότι μετά την παραδοχή της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος δεν υπάρχει πλέον έννομο συμφέρον προς έγερση σχετικής αγωγής υπέπεσε στις από τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 (κατά την αληθινή έννοια του λογού αναιρέσεως και του αριθμού 20, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 247 και 443 του ΑΚ και του άρθρου 70 του ΚΠολΔ.
Και αυτό γιατί, κατά το λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων "είχε και έχει άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί και π παραγεγραμμένη κατά του αντιδίκου (του) απαίτησή του, προκειμένου να την προτείνει σε συμψηφισμό κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) απαιτήσεως...(του αναιρεσιβλήτου)", δεδομένου ότι ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) είχε προτείνει, επικουρικώς, συμψηφισμό προς τις ένδικες αξιώσεις του πρώτου (αναιρεσείοντος).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με το να κρίνει ως παραγεγραμμένες όλες τις μερικότερες ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε οΰτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, εφόσον από αυτές, τις μεν διατάξεις του άρθρου 247 του ΑΚ και του άρθρου 70 του ΚΠολΔ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα"τη δε διάταξη του άρθρου 443 του ΑΚ, κατά την οποία "σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της", ορθά δεν την εφάρμοσε, ακριβώς διότι αντικείμενο της δίκης που ανοίχτηκε με την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος δεν ήταν απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, κατά της οποίας προτάθηκε σε συμψηφισμό, κατά το άρθρο 443 του ΑΚ, η συνολική παρα-γεγραμμένη ως άνω ανταπαίτηση του αναιρεσείοντος, αλλά στην πραγματικότητα αντικείμενο της δίκης εκείνης ήταν αποκλειστικά και μόνο, όπως ήδη προαναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η αναγνώριση της υπάρξεως, για τις στην εν λόγω αγωγή αναφερόμενες αιτίες, οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα συνολικού ύψους 43.630.000 δραχμών, καθώς και η επιδίκαση στον τελευταίο από το εν λόγω χρηματικό ποσό εκείνου των 37.607.000 δραχμών. 5.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με το μοναδικό, όπως εκτιμάται, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ως άνω στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου ήταν ουσιαστικά βάσιμη χωρίς απόδειξη, εφόσον δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για το ότι η εν λόγω ένσταση ήταν και ουσιαστικά βάσιμη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε, όπως εκτιμάται, ύστερα από τη λήψη υπόψη αυτεπαγγέλτως δικαστικής ομολογίας του αναιρεσείοντος, που περιεχόταν στην ένδικη από 5.1.2000 αγωγή τούτου αναφορικά με τους χρόνους κατά τους οποίους ενεργήθηκε κάθε μια σχετική πράξη, για την οποία ζητήθηκε με την εν λόγω αγωγή η νόμιμη δικηγορική αμοιβή του.
Τέτοια έννοια (παραδοχής δηλαδή δικαστικής ομολογίας) έχει η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση και δη στη δεύτερη σελίδα του δεύτερου φύλλου αυτής φράση "στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη απαίτηση προέρχεται από νόμιμη αμοιβή από δικηγορικές υπηρεσίες, τις οποίες ο ενάγων (αναιρεσείων) προσέφερε στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) και οι οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αναλύονται ως εξής...".
Με βάση δε τα με τη δικαστική αυτήν ομολογία του αναιρεσείοντος αποδεικνυόμενα δέχτηκε περαιτέρω ότι από το τέλος τους έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε κάθε μία σχετική πράξη είχε παρέλθει πενταετία ήδη πριν ασκηθεί κατά το έτος 2000 η ένδικη αγωγή (πραγματικό γεγονός γνωστό στο δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη κατά το άρθρο 336 παρ. 2 ΚΠολΔ) και συνεπώς όλες αυτές οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, κατά τα στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στη σχετική παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου (δικαστικής ομολογίας του αναιρεσείοντος), δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι'' αυτό ο αμέσως πιο πάνω μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 9206/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τον από 5 Οκτωβρίου 2007 μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ