192/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 192 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated192/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 192 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 192 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 192/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εμπορικής Εταιρίας Αυτοκινήτων με την επωνυμία "ΣΤΑΚΟΡ ΑΒΕΕΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μακριδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., 2. ..... και 3..... Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λεοντιάδη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3297/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 412/2005 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με το γενόμενο δεκτό αίτημα της αγωγής των εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων για απόδοση του μισθίου καταστήματος, το οποίο, αίτημα, είχε ως βάση την εκ μέρους της μισθώτριας - αναιρεσειούσης κακή χρήση του μισθίου και παράβαση του όρου της μισθωτικής συμβάσεως περί μη διενέργειας σ' αυτό οποιασδήποτε επισκευής ή προσθήκης χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση των εκμισθωτών, δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".......... Στη συνέχεια .......... αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του έτους 2003 η μισθώτρια - εκκαλούσα προέβη στη διενέργεια πληθώρας εργασιών στο μίσθιο κατάστημα. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, πραγματοποιήθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας εκκαλούσας στο μίσθιο κατάστημα οι ακόλουθες εργασίες, επισκευές και αντικαταστάσεις: 1) Αποξηλώθηκε όλο το δάπεδο του καταστήματος, το οποίο ήταν στρωμένο με λευκά πλακίδια γρανίτη και με μάρμαρα, το οποίο επιστρώθηκε με πλακίδια σκούρα, εκτός από ένα τμήμα, επιφανείας 30 τ.μ. περίπου, 2) Αποξηλώθηκε η εξωτερική μαρμάρινη επένδυση και από τις έξι κολώνες της προσόψεως και αντ' αυτής οι κολώνες απλά σοβαντίσθηκαν, 3) Αποξηλώθηκαν τα παλαιά φωτιστικά στο εξωτερικό του καταστήματος, 4) Εσωτερικά του καταστήματος τοποθετήθηκαν ψευδοροφές σε τρία επίπεδα μειώνοντας το ύψος του καταστήματος από το δάπεδο έως την οροφή κατά 0,30 μέτρα, 5) Εσωτερικά του καταστήματος επενδύθηκαν με γυψοσανίδες όλοι οι τοίχοι και οι κολώνες. Όμως, έχει αφεθεί μεταξύ τοίχων και επενδύσεως κενό με συνέπεια να έχει μειωθεί η ωφέλιμη επιφάνεια του καταστήματος κατά 10 τ.μ. περίπου, 6) Τοποθετήθηκε τοίχος από γυψοσανίδες, επιφάνειας 40 τ.μ. περίπου, ο οποίος κλείνει τον ημιώροφο στο εσωτερικό της προσόψεως, με αποτέλεσμα το μίσθιο κατάστημα από ισόγειο με εμφανή ημιώροφο να έχει μετατραπεί σε ισόγειο μόνο και να μηδενίζεται ο φωτισμός και εξαερισμός του ημιώροφου, 7) Αποξηλώθηκε ο κεντρικός ηλεκτρολογικός πίνακας του καταστήματος και αντ' αυτού τοποθετήθηκαν δύο μικρότεροι. Επίσης, εγκαταστάθηκαν νέες ηλεκτρολογικές γραμμές στις γυψοσανίδες και στις ψευδοροφές. 8) Τα αλουμίνια των προθηκών βάφτηκαν με αλουμινομπογιά (με πινέλο) και 9) Στην πρασιά και στο πεζοδρόμιο καταστράφηκαν αρκετές πλάκες, οι οποίες καλύφθηκαν με τσιμεντοκονία (βλ. την από 9.9.2003 έκθεση του πολιτικού μηχανικού ...., που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως και τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση περί των αυθαίρετων ενεργειών της εκκαλούσας του μάρτυρα αποδείξεως). Στο μίσθιο κατάστημα δηλαδή πραγματοποιήθηκαν ευρείας εκτάσεως εργασίες, επισκευές και αντικαταστάσεις και όχι μόνο αναβαθμιστική, προστατευτική και διακοσμητική επένδυση τμημάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ..........". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως, διότι, αφενός μεν δεν προσδιορίζονται ποιές από τις προαναφερόμενες εργασίες στο μίσθιο συνιστούν επισκευές αυτού, αφετέρου δε δεν αιτιολογείται γιατί δεν πρόκειται μόνο για αναβαθμιστική, προστατευτική και διακοσμητική επένδυση τμημάτων. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αφορούν στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όσον αφορά τον χαρακτήρα γενομένων εργασιών ως επισκευών και αντικαταστάσεων, εκτίθεται σαφώς με βάση την παρατιθέμενη στην αναιρεσιβαλλομένη περιγραφή τους.
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Έτσι, πράγματα είναι και η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν τέτοιους ισχυρισμούς. Αλλά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ότι για την διενέργεια των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη εργασιών και επισκευών του μισθίου η αναιρεσείουσα δεν έλαβε την απαιτούμενη από τον όγδοο όρο του μισθωτηρίου προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών αναιρεσιβλήτων. Ότι δεν αποδείχθηκε πως εχώρησε σιωπηρή συναίνεση για τις ανωτέρω εργασίες εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ή έστω έγκριση αυτών από τους τελευταίους, αφού από τη συμπεριφορά τους δεν συνάγεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο κάτι τέτοιο, ώστε να γίνει λόγος περί συνάψεως νέας άτυπης συμφωνίας των συμβληθέντων διαδίκων, της οποίας οι νέοι όροι, είτε αμέσως είτε εμμέσως, αναθεωρούν, τροποποιούν ή και καταργούν τους προϋφισταμένους, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου περί μη προηγουμένης, έστω και προφορικώς δοθείσης, συγκαταθέσεως των εκμισθωτών ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ήδη τεταμένες, διότι υπήρξε τον Απρίλιο 2003 ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων ως και η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε πως οι εκμισθωτές αναιρεσίβλητοι, ευθύς ως αντιλήφθησαν την εκ μέρους της αναιρεσειούσης παραβίαση του ως άνω όρου της μισθωτικής συμβάσεως διαμαρτυρήθηκαν σ' αυτήν για την εκ μέρους της κακή χρήση του μισθίου και την παραβίαση ρητώς συμφωνηθέντος όρου της συμβάσεως, πλην ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσειούσης, παρά τη διαμαρτυρία των εκμισθωτών, ενέμεινε στην αντισυμβατική συμπεριφορά του. Ότι η έγερση της αγωγής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα η εν γένει συμπεριφορά των εκμισθωτών δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, διότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση αυτών "περί εκμεταλλεύσεως δι' ίδιον όφελος του μισθίου ως ανακαινίσθη", τα δε εκτεθέντα από την αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό περιστατικά, ότι η διωκόμενη υπό των αναιρεσιβλήτων απόδοση της χρήσεως του μισθίου, συνεπεία της λόγω παραβιάσεως των συμβατικών όρων καταγγελίας της μισθωτικής σχέσεως, δεν είναι νόμιμη, γιατί υπήρχε προφορική συναίνεση των εκμισθωτών, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του προς απόδοση της χρήσεως του μισθίου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε προφορική συναίνεση και δεν γίνεται επίκληση άλλων γεγονότων, ικανών να θεμελιώσουν αυτήν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με λόγο εφέσεως επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκμισθωτής όχι μόνο συναίνεσε προφορικώς για τις επίμαχες εργασίες στο μίσθιο, αλλά και είχε διαμηνύσει στη διοίκηση της αναιρεσειούσης, ότι προτίθεται να καλύψει ο ίδιος τη δαπάνη, στη συνέχεια δε παρακολούθησε αδιαμαρτύρητα την εκτέλεση των εργασιών και στο τέλος τις ενέκρινε ρητώς και εμπράκτως, μη διαμαρτυρηθείς εξωδίκως ή δικαστικώς, αλλά και εκδηλώσας αυτοπροσώπως και δια της αδελφής του την ευαρέσκειάν του γι' αυτές, και τον απέρριψε δια της περί του αντιθέτου παραδοχής. Αναφορικώς δε με την κρίση του αυτή διέλαβε στην απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα προσδιορίζεται η συμπεριφορά των εκμισθωτών αναιρεσιβλήτων απέναντι στην εκ μέρους της μισθώτριας αναιρεσειούσης διενέργεια των επίμαχων εργασιών στο μίσθιο, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν προκύπτει συναίνεση ή έγκριση αυτών από τους αναιρεσιβλήτους. Επίσης εκτίθενται οι περιστάσεις βάσει των οποίων το Εφετείο έκρινε μη καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως περαιτέρω αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει τον τρόπο, κατά τον οποίο θα θεωρούσε αποδεικνυόμενη την προβληθείσα ως τεκμαιρόμενη μόνο πρόθεση των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών να εκμεταλλευθούν για δικό τους λογαριασμό το μίσθιο όπως ανακαινίσθηκε από την αναιρεσείουσα μισθώτρια, είναι απαράδεκτη, διότι αφορά στην πληρέστερη ανάλυση του σαφώς εκτιθεμένου πορίσματος περί μη αποδείξεως τέτοιας προθέσεως των αναιρεσιβλήτων. Συνακόλουθα, οι πιο πάνω δύο λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που στηρίζονται ο πρώτος στις πλημμέλειες των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος στη δεύτερη αυτή πλημμέλεια (αριθ. 19), πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των καθοριζομένων μαρτύρων, που με επίκληση είχαν προσκομιστεί σε αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητώς αναφέρεται σε αυτή, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις πιο πάνω έννομες βεβαιώσεις. Τέλος, ο ίδιος λόγο, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, καίτοι δέχθηκε πως από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών δεν συνάγεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο σιωπηρή συναίνεση αυτών για τις γενόμενες από την αναιρεσείουσα μισθώτρια στο μίσθιο εργασίες ή έγκριση αυτών, δεν προσέφυγε στις διατάξεις περί ερμηνείας της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως του άρθρου 200 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν αναφέρονται σε ρητές δηλώσεις βουλήσεως, που έχουν ανάγκη ερμηνείας λόγω ασάφειας, στις οποίες και μόνο αφορούν οι ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά δε πράξεις και παραλείψεις των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες δεν συνάγονται σιωπηρώς δηλώσεις βουλήσεως περί συναινέσεως ή εγκρίσεως των πιο πάνω εργασιών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2005 αίτηση της ανώνυμης βιομηχανικής εμπορικής εμπορικής εταιρίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "ΣΤΑΚΟΡ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 412/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ