Supreme Court dismisses appeal against consumer loan judgment citing lack of evidence for fraud and inadmissibility of common sense arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding a consumer loan dispute involving multiple banks. The appellant argued that the lower court erred by not applying the principle of responsible lending and failed to consider the banks' joint liability for fraud. The court rejected these claims, ruling that the appellant's reliance on 'common sense' facts was inadmissible as it concerns the evaluation of evidence, which is exclusively within the lower court's jurisdiction. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's costs were remitted to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 § 1 final paragraph of Law 3869/2010; Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the factual evaluation of evidence or the application of the principle of responsible lending by the lower court, as such matters fall within the exclusive jurisdiction of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1929/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "POSTCREDIT", μέλος του ομίλου ΤΤ HELLENIC POSTBANK Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ AE" (όπως προέκυψε από την συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "MARFIN BANK ΑΕ" και "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ) ΑΕ"), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και δ.τ. "HELLENIC POSTBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 14-11-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1935/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και, το 1ο και η 3η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στη δίκη, δε, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1711/2025,ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022).
β. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης (αριθμ.καταθ.3632/364/16-3-2021) κατά της υπ'αριθμ.201/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 3-3-2023.
Από τις υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ..., ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-3-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο αυτή (15-11-2024) οι ως άνω δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα, όπως και το πρώτο και η τρίτη των αναιρεσίβλητων. Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ.
γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ. 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (αριθμ.καταθ. 3632/364/16-3-2021) προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 201/2020 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"),ερήμην της δεύτερης, τρίτης, έκτης και έβδομης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025,ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3. Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 201/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης από 20-3-2013 αίτησή της (αριθμ. καταθ.6686/2-4-2013) απευθυνόμενη κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας που της ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ.1935/2017 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 201/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ'ουσίαν.
4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.
Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
β. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου, δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ1071/2024,ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 40/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες .
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε , του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή ,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).
5. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ.201/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Η εκκαλούσα γεννήθηκε το έτος 1959, είναι έγγαμη, τελούσα, ωστόσο, σε διάσταση με το σύζυγό της τουλάχιστον από το έτος 2010 και έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ήδη ενήλικα, εκ των οποίων το ένα εξακολουθεί να συνοικεί με αυτήν. Είναι δημόσιος υπάλληλος, απασχολείται δε στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης παίδων με αναπηρία, σε θέση βοηθού Νοσοκόμων της ΔΕ κατηγορίας, με καθαρό μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά μήνα Δεκέμβριο του 2016, ύψους 996,90 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ.Ο.Υ. Νεάπολης Θεσσαλονίκης: α) το οικονομικό έτος 2010 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 19.578,52 ευρώ και ο σύζυγός της δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες και ελευθέρια επαγγέλματα) 33.434,11 ευρώ, β) το οικονομικό έτος 2011 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 17.128,50 ευρώ, γ) το οικονομικό έτος 2012 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 16.346,62 ευρώ, δ) το οικονομικό έτος 2013 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 12.463,14 ευρώ, ε) το φορολογικό έτος 2014 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 14.049,85 ευρώ, στ) το φορολογικό έτος 2015 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 13.617,64 ευρώ, ζ) το φορολογικό έτος 2016 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 14.622,38 ευρώ και η) το φορολογικό έτος 2017 η εκκαλούσα δήλωσε εισόδημα (από μισθωτές υπηρεσίες) 15.303,26 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η εκκαλούσα ανέλαβε τις ακόλουθες οφειλές, που κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και ως ανέγγυες υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο της ως άνω κοινοποίησης αξία τους και συγκεκριμένα, οφείλει 1) στο ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ, οι απαιτήσεις του οποίου, κατά την άποψη που, ως ορθότερη, υιοθετεί το Δικαστήριο, υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3.869/2010, δυνάμει των με αριθμούς .../2009 και .../2010 συμβάσεων δανείου το συνολικό ποσό των 20.286,63 ευρώ, 2) στην POST CREDIT δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
πιστωτικής κάρτας το ποσό των 3.665,44 ευρώ, 3) στη EUROBANK ERGASIAS ΑΕ (ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ Α.Τ.Ε) α) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 46.864,95 ευρώ και β) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 5.293,03 ευρώ, 4) στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε (ατομικά αλλά και ως διάδοχο της CITIBANK INTERNATIONAL LPC) α) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 25.303,79 ευρώ και β) δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου το ποσό των 26.648,78 ευρώ, 5) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης ρύθμισης οφειλών (με την οποία εξοφλήθηκε με αναχρηματοδότηση η από τη με αριθμό .../2010 σύμβαση ρύθμισης παλαιοτέρων υποχρεώσεων από δάνεια και πιστωτικές κάρτες οφειλή της εκκαλούσας) το ποσό των 20.000,73 ευρώ και 6) στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε (ως ειδικής διαδόχου της MARFIN EGNATIA BANK) δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2012 σύμβασης ρύθμισης παλαιότερων οφειλών το ποσό των 12.417,95 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 155.193,6 ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω δανείων χορηγήθηκε από το έτος 2010 και εφεξής, ήτοι κατά χρόνο που η έγγαμη συμβίωση της εκκαλούσας με το σύζυγό της είχε ήδη διασπαστεί οριστικά με συνέπεια τη συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος αλλά και οι ατομικές της αποδοχές είχαν μειωθεί σημαντικά, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα και συνεπώς η εκκαλούσα, στερούμενη εισοδημάτων από άλλη πηγή, δεν ανέμενε δικαιολογημένη βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης.
Παρά ταύτα, όπως αποδεικνύεται από το είδος και τον αριθμό των ως άνω τραπεζικών προϊόντων καθώς και το ύψος των οφειλομένων ποσών, η εκκαλούσα προέβαινε σε συνεχή δανεισμό, προκειμένου να ανακυκλώσει παλαιότερες οφειλές καταναλωτικής πίστης, που ήδη δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει, αλλά και να συμπληρώσει το εισόδημά της εξασφαλίζοντας επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που το εισόδημά της επέτρεπε, δεδομένου ότι το σύνολο των τελευταίων μηνιαίων ενήμερων δόσεων που έπρεπε να καταβάλει, ανέρχονταν - όπως και η ίδια συνομολογεί- στο ποσό των 1.150 ευρώ περίπου, τις οποίες ήδη από το χρόνο ανάληψης των σχετικών υποχρεώσεων η εκκαλούσα αδυνατούσε να αποπληρώσει καθόσον οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν, μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της ιδίας και της σπουδάστριας κατά τον ανωτέρω χρόνο δεύτερης θυγατέρας της.
Συνεπώς, η εκκαλούσα, η οποία εκτέθηκε σε υπερβολικό για το ύψος των εισοδημάτων της δανεισμό και, μάλιστα, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, καταναλωτικής πίστης, τον οποίο και παρά την ανακύκλωσή του δεν περιόρισε, είχε κατά το χρόνο ανάληψης των ως άνω δανείων ενδεχόμενο δόλο ως προς την μη αποπληρωμή των ένδικων τραπεζικών προϊόντων, καθώς είχε συμφωνήσει με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ορισμένη και νόμιμη ένσταση των άρθρων 330 ΑΚ και 1 του ν. 3869/2010 που προέβαλαν στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας οι μετέχουσες πιστώτριες, και επαναφέρουν οι παριστάμενες σε αυτό το βαθμό δικαιοδοσίας, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας, ήδη εκκαλούσας, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων.
Εξάλλου, η αντένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλε η εκκαλούσα κατά της ένστασης αυτής, την οποία και επαναφέρει με την κρινόμενη έφεσή της, ισχυριζόμενη ότι οι ήδη εφεσίβλητες πιστώτριες επέδειξαν αμέλεια στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, τυγχάνει απορριπτέα, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν, όμως, παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση των αιτούσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ'αριθμ. 1935/2017 (πρωτόδικης) οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη η αίτηση της αναιρεσείουσας κρίνοντας ότι περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών κατά παραδοχή της σχετικής προβληθείσας ένστασης.
6.α. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα -αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την προταθείσα ένσταση δόλου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των νομίμως κατατεθέντων προτάσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και της τέταρτης των καθ' ών η αίτηση - εφεσίβλητων ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη τέταρτης των αναιρεσίβλητων, προκύπτει ότι οι ως άνω παραδεκτά επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την επίσης παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως ένστασή τους περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Η ένσταση αυτή προτάθηκε από τους ως άνω αναιρεσίβλητους κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση.
Πιο συγκεκριμένα, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι- πιστωτές στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές της αιτούσας - οφειλέτριας και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή ] διαλαμβάνουν, ότι η αιτούσα συμφώνησε με τους καθ' ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους δέκα (10) τραπεζικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά δάνεια κλπ) συνολικού ύψους 142.000 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της αυτός , ενόψει αφενός των οικονομικών της δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών της και των μηνιαίων δόσεων, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
β. Περαιτέρω, απορριπτέοι κρίνονται και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας αποσπασματικές και όχι πλήρεις τις παραδοχές της απόφασης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο αυτής το αφορών την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης δόλιας περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμών, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων.
Οι λόγοι αυτοί, πέραν του ότι κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον αναφέρονται αποσπασματικές μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας και όχι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, είναι και αβάσιμοι. Διότι, αφενός μεν τα περιστατικά που δέχθηκε, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1εδ.
α', β' του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με τα άρθρα 330ΑΚ, 27 ΠΚ, ως προς τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου και αφετέρου διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων από ενδεχόμενο δόλο.
Οι αιτιολογίες, δε, αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια:
α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 155.193,6 ευρώ προερχόμενο από τραπεζικά προϊόντα (στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά προϊόντα), από οκτώ πιστώτριες, β) το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας κατά τα έτη 2010 έως και 2017, γ) το επάγγελμα της αιτούσας ( δημόσιος υπάλληλος με θέση βοηθού νοσοκόμων ΔΕ κατηγορίας) με εισόδημα ύψους 996,90 ευρώ κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016, δ) την ηλικία της αιτούσας ( έτος γέννησης 1959) και την οικογενειακή της κατάσταση, ήτοι ότι είναι σε διάσταση από το έτος 2010 με δυο ενήλικα ήδη τέκνα, ένα εκ των οποίων (η θυγατέρα αυτής ) σπουδάζει και διαμένει με αυτήν, ε) το ύψος του συνολικού ποσού των δόσεων ανερχόμενου στο ποσό των 1150 ευρώ κατά μήνα, στ) ότι προέβαινε στην ανάληψη των ως άνω οφειλών αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους [δανείων (στεγαστικών, καταναλωτικών), πιστωτικών καρτών], καθώς εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση, η οποία ήδη από το χρόνο σύναψης του μεγαλύτερου μέρους των δανείων, ήτοι από το έτος 2010 και εντεύθεν δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της ίδιας και της σπουδάστριας θυγατέρας της, ζ) ότι παρά το ότι υπήρχαν παλαιότερες οφειλές, τις οποίες δεν μπορούσε ήδη να καλύψει από τα εισοδήματά της και για τις οποίες προέβη στην αναφερόμενη ανακυκλούμενη πίστωση, ανέλαβε το πρώτον από το 2010 και εντεύθεν νέα δάνεια, τα οποία υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, εν γνώσει του ότι το εισόδημά της δεν επαρκεί για την εξόφληση τους και μη προσδοκώντας βάσιμα βελτίωση της γενικότερης οικονομικής της θέσης ή προσωπικής της κατάστασης.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες διατείνεται Α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ίδιο ζήτημα ήτοι της δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη και γενική αδυναμία καθόσον: α) αποδείχθηκε ότι, τα δάνεια ή έστω το μεγαλύτερο μέρος αυτών ελήφθησαν από το 1999 έως το 2009, ενώ τα δάνεια, που συνήφθησαν μετά το 2009, δεν περιείχαν εκταμίευση ποσών, αλλά ανακύκλωση-αναχρηματοδότηση των παλαιών οφειλών στην οποία αναγκάσθηκε να προβεί, επιβαρυνόμενη μάλιστα με τόκους και έξοδα λόγω της επελθούσας διάστασης με τον σύζυγό της, ο οποίος έπαυσε να συνεισφέρει τόσο στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών όσο και στην αποπληρωμή των κοινών δανειακών τους υποχρεώσεων, β) παρότι προσκομίσθηκαν τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα η απόφαση δεν αναφέρει:
τα εισοδήματα αυτής και του συζύγου για την περίοδο 2003-2009, ότι τα δάνεια που συνήφθησαν μετά το 2010 αφορούσαν αποπληρωμή παλαιότερων οφειλών, όπως και το ύψος των μηνιαίων δόσεων κατά τους χρόνους σύναψης των δανείων (2003-2009), Β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε ως προς την αιτία της περιέλευσής της σε αδυναμία πληρωμών και την κατάγνωση του δόλου, διότι, αποδείχθηκε ότι ο συνεχής δανεισμός της, αποτέλεσε τη συνέπεια και όχι την αιτία της αδυναμίας πληρωμών των οφειλών της και συγκεκριμένα ότι προέβη σ'αυτόν, όχι με σκοπό να διασφαλίσει πολυτελείς δαπάνες διαβίωσης, αλλά εξαιτίας της μεταβολής της εισοδηματικής της κατάστασης λόγω της εγκατάλειψης της συζυγικής στέγης από το σύζυγό της σε συνδυασμό με τη μείωση του μισθού της λόγω της οικονομικής κρίσης, αυτές (οι αιτιάσεις) αποτελούν επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) για την πληρέστερη κατά την άποψή της ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1225/2023).
Πέραν αυτού, όμως, με τις αιτιάσεις αυτές, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες. Διότι, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τα προαναφερθέντα κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, ι) κατά χρόνο και είδος όλες τις δανειακές συμβάσεις, ιι) τα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία είχαν συναφθεί αυτές, διακρίνοντας εκείνες τις δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί προκειμένου να αναχρηματοδοτηθούν παλαιές οφειλές και διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι, παρά το ότι αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις αναφερόμενες παλαιές οφειλές ανέλαβε νέες, πέραν της αναχρηματοδότησης, οφειλές οι οποίες και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεώσεών της, ιιι) το συνολικό ποσό των κατά μήνα δόσεων των δανείων, το οικογενειακό εισόδημά της όπως την οικογενειακή της κατάσταση και περιουσία της, καθώς και ότι iv) η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθώς αυτή συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες (ενόψει και της διάστασής της) , σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
γ. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα παραθέτοντας μια αποσπασματική παραδοχή της απόφασης σύμφωνα με την οποία "......Το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω δανείων χορηγήθηκε από το έτος 2010 και εφεξής, ήτοι κατά χρόνο που η έγγαμη συμβίωση της εκκαλούσας με το σύζυγό της είχε ήδη διασπαστεί οριστικά με συνέπεια τη συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος αλλά και οι ατομικές της αποδοχές είχαν μειωθεί σημαντικά, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα και συνεπώς η εκκαλούσα, στερούμενη εισοδημάτων από άλλη πηγή, δεν ανέμενε δικαιολογημένη βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης.
Παρά ταύτα, όπως αποδεικνύεται από το είδος και τον αριθμό των ως άνω τραπεζικών προϊόντων καθώς και το ύψος των οφειλομένων ποσών, η εκκαλούσα προέβαινε σε συνεχή δανεισμό, προκειμένου να ανακυκλώσει παλαιότερες οφειλές καταναλωτικής πίστης, που ήδη δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει, αλλά και να συμπληρώσει το εισόδημά της εξασφαλίζοντας επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που το εισόδημά της επέτρεπε, δεδομένου ότι το σύνολο των τελευταίων μηνιαίων ενήμερων δόσεων που έπρεπε να καταβάλει, ανέρχονταν - όπως και η ίδια συνομολογεί- στο ποσό των 1.150 ευρώ περίπου, τις οποίες ήδη από το χρόνο ανάληψης των σχετικών υποχρεώσεων η εκκαλούσα αδυνατούσε να αποπληρώσει καθόσον οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν, μόλις επαρκούσαν για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης της ιδίας και της σπουδάστριας κατά τον ανωτέρω χρόνο δεύτερης θυγατέρας της....." ισχυρίζεται ότι, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο έσφαλε διότι παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ότι κατέληξε αυθαίρετα στο συμπέρασμά της χωρίς να λάβει υπόψη της την οικονομική κρίση και τα υψηλά επιτόκια των δανείων της τα οποία αύξησαν υπέρμετρα τις αρχικές της οφειλές και χωρίς να αξιολογήσει την οικονομική της κατάσταση κατά τους χρόνους του δανεισμού της ήτοι τόσο κατά το 1999-2007 όσο και κατά το 2011.
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, εκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον επικαλούμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
α' του Ν. 3869/2010 και στην ερμηνεία του εν λόγω κανόνα δικαίου, επί πλέον αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). δ. Τέλος, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται και η με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτίαση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία, κατ' ορθή εκτίμηση αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, καθόσον γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής τους και εντούτοις τους δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ.
τελ. ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. 7. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ.
ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθ. 3632/364/2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 201/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ