Supreme Court allows appeal regarding court costs, ruling the court fee is part of the guarantee amount under the 1995 Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the Court of First Instance's decision on court costs, finding the legal argument valid. The State argued the court fee was exempt, but the Court held it falls under the guarantee amount defined by ministerial decisions. Consequently, the appeal was allowed regarding the costs, reversing the lower court's ruling on the 33,600 euro fee.
Legislator headnote
AI generatedν. 2322/1995; ν. 3693/1997: The court fee imposed on the plaintiff is not exempt from the guarantee amount established by ministerial decisions and must be included in the costs calculation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1929/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μητσιμπούνα Αικατερίνη, η οποία διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο και τον Κωνσταντίνο Μπάκα και δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ...", υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 22-4-2014 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "....", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1279/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2261/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2261/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1279/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8.6.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.
αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπόμενη Υποεπιτροπή.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".
Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.
Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......
γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.
Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.
Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β' 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.
Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.
Με την υπ' αριθμ. οικ./2/60033/0025/25-10-2002 (ΦΕΚ Β' 1415/06-11-2002) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίσθηκε, η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, προς τον σκοπό της υποβοήθησης των επιχειρήσεων του Νομού Δράμας, στον οποίο παρατηρείτο σοβαρή οικονομική διαταραχή και υποαπασχόληση, σε ένα νέο ενιαίο δάνειο, που θα παρέλθει από την κεφαλαιοποίηση των μέχρι τότε υφισταμένων οφειλών των βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στον Νομό Δράμας.
Το δάνειο αυτό, θα ήταν εξοφλητέο σε ίσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές ή τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30-6-2003 και τελευταία την 31-12-2012. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 2/73182/0025/10-12-2002 (ΦΕΚ Β' 1570/2002) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία αποφασίσθηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με ταυτόχρονη παραίτηση από το δικαίωμα της προβολής της ένστασης δίζησης, προς τις εμπορικές τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων και για την κάλυψη των οφειλών που θα προέκυπταν από τη ρύθμιση των κεφαλαιοποιούμενων οφειλών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.
αριθ. οικ. 2/60033/0025/25-10-2002 ΥΑ., οι οποίες θα αποτελούσαν ένα νέο ενιαίο δάνειο. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 2/73182/0025/10-12-2002 ΥΑ ορίσθηκε, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την παρεχόμενη εγγύηση, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στις δανείστριες Τράπεζες τις προερχόμενες από τις ανεξόφλητες δόσεις των ανωτέρω δανείων, απαιτήσεις τους, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό (από κεφάλαιο και τόκους) των δανείων (των προερχομένων από τη ρύθμιση οφειλών) και όσους από τους ανεξόφλητους νέους τόκους, μέχρι κι ένα τρίμηνο, κατά ανώτατο όριο, μετά την κήρυξη του δανείου ως ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, αναλογούσαν πάνω στο εγγυημένο τμήμα των δανείων και τέλος, όσα από τα αναλογούντα συναφή έξοδα, που αφορούσαν χρονικό διάστημα για το οποίο καλύπτονται από το Δημόσιο ανεξόφλητοι τόκοι, είναι ανεξόφλητα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στοιχεία της βάσεως της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, επειδή ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης, είναι α) η σύναψη της συμβάσεως δανείου ή πιστώσεως και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πιστούχου με Υπουργική Απόφαση, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις και γ) η κατάπτωση της εγγυήσεως, λόγω μη τηρήσεως από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων (ΑΠ 797/2023), η δε προσφυγή της δανείστριας τράπεζας στην διαγραφόμενη από την πιο πάνω ΥΑ διαδικασία εξοφλήσεως της σχετικής απαιτήσεώς της λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τελευταίας, ή αναγκαία προδικασία, της έναντι του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου στρεφόμενης αγωγής της, για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του χορηγηθέντος στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρεία δανείου, σε εκτέλεση υφισταμένης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 1254/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, 1352/2022).
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 8.6.2011 αγωγή της όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της, η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι με την υπ' αριθμ. οικ./2/60033/0025/ 25-10-2002 (ΦΕΚ Β' 1415/06-11-2002) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίσθηκε, η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, προς τον σκοπό της υποβοήθησης των επιχειρήσεων του Νομού Δράμας, στον οποίο παρατηρείτο σοβαρή οικονομική διαταραχή και υποαπασχόληση, ενός νέου ενιαίου δανείου, που θα προέλθει από την κεφαλαιοποίηση των μέχρι τότε υφισταμένων οφειλών των βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στον Νομό Δράμας, το δάνειο δε αυτό, θα ήταν εξοφλητέο σε ίσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές ή τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30-6-2003 και τελευταία την 31-12-2012.
Ότι ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. 2/73182/0025/10-12-2002 (ΦΕΚ Β' 1570/2002) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία αποφασίσθηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, με ταυτόχρονη παραίτηση από το δικαίωμα της προβολής της ένστασης της δίζησης, προς τις εμπορικές τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων, και για την κάλυψη των οφειλών που θα προέκυπταν από τη ρύθμιση των κεφαλαιοποιούμενων οφειλών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.
οικ. 2/60033/0025/25.10.2002 ΥΑ., που θα αποτελούσε ένα νέο ενιαίο δάνειο. Ότι ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 2/73182/0025/10-12-2002 ΥΑ ορίσθηκε, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την παρεχόμενη εγγύηση, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στις δανείστριες Τράπεζες τις, προερχόμενες από τις ανεξόφλητες δόσεις των ανωτέρω δανείων, απαιτήσεις τους, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό (από κεφάλαιο και τόκους) των δανείων (των προερχομένων από τη ρύθμιση οφειλών) και όσους από τους ανεξόφλητους νέους τόκους, μέχρι κι ένα τρίμηνο, κατά ανώτατο όριο, μετά την κήρυξη του δανείου ως ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, αναλογούσαν πάνω στο εγγυημένο τμήμα των δανείων και τέλος, όσα από τα αναλογούντα συναφή έξοδα, που αφορούσαν χρονικό διάστημα για το οποίο καλύπτονται από το Δημόσιο ανεξόφλητοι τόκοι, είναι ανεξόφλητα.
Ότι στα πλαίσια των ως άνω Υ.Α, στις 4-12-2002 συνήφθη στη Θεσσαλονίκη σύμβαση κοινοπρακτικού δανείου μεταξύ, αφενός, της ιδίας και των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "Τράπεζα ...", "...", "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος", "..." και "....." και αφετέρου, της εδρεύουσας στη Δράμα εταιρείας με την επωνυμία "....", δυνάμει της οποίας οι πρώτες χορήγησαν στην τελευταία κοινοπρακτικό δάνειο συνολικού ποσού 30.000.000 ευρώ, η δε ενάγουσα ορίσθηκε ότι θα συμμετέχει στο δάνειο σε ποσοστό 19,57%, ήτοι με το ποσό των 5.870.000 ευρώ.
Ακόμη, ιστορεί ότι ως διαχειρίστρια του δανείου ορίσθηκε η εκ των συμβαλλομένων "Τράπεζα ...", συμφωνήθηκε όμως ότι κάθε μία από τις συμμετέχουσες τράπεζες θα τηρεί ξεχωριστά έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, στους οποίους θα χρεώνει το ποσό της συμμετοχής της, σε περίπτωση δε, καταγγελίας του δανείου, κάθε τράπεζα θα δύναται να ενεργεί μόνη της ή από κοινού με τις λοιπές, για την είσπραξη ή και την διασφάλιση των απαιτήσεων της.
Ότι η παραπάνω οφειλή υπήχθη στις ρυθμίσεις της υπ' αριθμ. 2/73182/0025/10-12-2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και δυνάμει της από 24-9-2003 τροποποιητικής σύμβασης κοινοπρακτικού δανείου, επήλθε τροποποίηση της προαναφερόμενης σύμβασης, προς συμμόρφωση με τους όρους της παραπάνω Υ.Α. Ότι η διαχειρίστρια του δανείου τράπεζα, στις 22-3-2010, ως είχε δικαίωμα από την ως άνω Υ.Α, μετά την καθυστέρηση καταβολής τριών συνεχόμενων δόσεων από την αντισυμβαλλόμενη, προέβη στην καταγγελία του ως άνω κοινοπρακτικού δανείου και ενημέρωσε προς τούτο, με την από 22-3-2010 επιστολή της την πρωτοφειλέτρια και τις λοιπές συμβαλλόμενες τράπεζες.
Ότι η ενάγουσα προέβη στις 22-3-2010 στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών εξυπηρέτησης που τηρούσε, αναφορικά με το δικό της ποσοστό συμμετοχής στο δάνειο και μετέφερε το οφειλόμενο ποσό ύψους 3.113.400,46 ευρώ στον με αριθμό 002600250300105576 λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ότι σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα στην αγωγή αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών αυτών, το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας έναντι της πρωτοφειλέτριας ανερχόταν κατά το χρόνο του ως άνω κλεισίματος των λογαριασμών στο ποσό των 3.141,720,2 ευρώ, δηλαδή 3.106.018,90 ευρώ για οφειλόμενο κεφάλαιο και για τόκους συμβατικούς και υπερημερίας 10,888,37 ευρώ, από το κλείσιμο μέχρι τις 19-4-2010 και 24.812,75 ευρώ από τις 19-4-2010 μέχρι τις 22-6-2010 (δηλαδή μέχρι και ένα τρίμηνο μετά την καταγγελία του δανείου).
Ότι, ενόψει αυτών, με την από 30-3-2010 επιστολή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για το ως άνω οφειλόμενο ποσό, πλην όμως το τελευταίο δεν της κατέβαλε την ως άνω απαίτηση, για την οποία είχε εγγυηθεί. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.141.720,2 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν η κατάρτιση τριμερούς έννομης σχέσης και συγκεκριμένα σύμβασης κοινοπρακτικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, η χορήγηση εγγύησης του αναιρεσείοντος δυνάμει των προαναφερόμενων υπουργικών αποφάσεων, η καθυστέρηση καταβολής τριών συνεχόμενων δόσεων, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, η κατάπτωση της εγγύησης κατά το ποσοστό που είχε συμφωνηθεί, το κλείσιμο των τηρούμενων για την εξυπηρέτηση του δανείου λογαριασμών, καθώς και το ακριβές ύψος της οφειλής όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά των τόκων κατά την ημέρα που το δάνειο κατέστη ληξιπρόθεσμο, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου να αναφέρονται τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον στοιχεία και δη ότι όφειλε η αναιρεσίβλητη να προσφύγει στην ενώπιον της 25ης Διεύθυνσης του ΓΛΚ προβλεπόμενη διαδικασία και μόνον μετά την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως, να ασκήσει την αγωγή, καθόσον η προσφυγή της αναιρεσίβλητης στην διαγραφόμενη από την υπ' αριθ. 2/478/0025/2006 ΥΑ διαδικασία εξοφλήσεως της απαιτήσεώς της λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση ή αναγκαία προδικασία της ένδικης αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της σχετικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 (και όχι από τον αριθ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 262/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. πρωτ. 2/3169/0025/14-1 -2014 και 2/83364/0025/26-10-2016 εγγράφων της 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., με το να δεχθεί ότι η ως άνω υπηρεσία αρνήθηκε την καταβολή του ποσού της εγγύησης και ότι η αναιρεσίβλητη είχε κατά του αναιρεσείοντος γεγεννημένη, βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθόσον έτσι δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι με το πρώτο από αυτά η αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. καλεί την αναιρεσίβλητη να υποβάλει εκ νέου αίτημα για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι δεν εκκρεμεί σχετικό αίτημα μετά την υποβολή εκ μέρους της πιστούχου αιτήματος για την αναστολή καταβολής των οφειλομένων δόσεων του εγγυημένου δανείου.
Με το δεύτερο των ως άνω εγγράφων η αυτή όπως παραπάνω Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. αναφέρει ότι "... Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και ιδίως την έγγραφη δήλωση της πρωτοφειλέτιδας ότι προτίθεται να αποπληρώσει η ίδια την ως άνω οφειλή της προς την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με συνακόλουθη απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου, η Υπηρεσία μας δεν δύναται να προβεί στην του υποβληθέντος αιτήματος κατάπτωσης." Με βάση τα ανωτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, κατά την ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά και εκτίμησε το αληθινό περιεχόμενο αυτών, ήχθη σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό στο οποίο καταλήγει το αναιρεσείον, δεχόμενο ότι το αναιρεσείον δεν κατέβαλε το ποσό της εγγυήσεως για το οποίο ασκήθηκε η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 " 1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2.
Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή....". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 2879/1998 "Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Ay 200), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο.
Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου", ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 134423/1993 (ΦΕΚ Β' 11) κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Α.Ν. 427/1945 "περί Κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.
της 7/20 Ιουνίου 1957 (άρθρο 22 Ν. 3693/1957) ορίζεται από 40.000 σε 100.000δρχ." Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η επιδικαζόμενη σ βάρος του Δημοσίου δικαστική δαπάνη, ήτοι δικαστικά έξοδα και τέλη κατ' άρθρα 173 και 189 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και το δικαστικό ένσημο, δεν δύναται να υπερβαίνει το οριζόμενο στην παρ. 2 του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 134423/1993 (ΦΕΚ Β' 11) κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης όριο των 100.000 δραχμών, ήτοι των 300 ευρώ.
Τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2879/1998, η οποία ορίζει περί ανωτάτου ορίου στην επιδικαζόμενη εις βάρος του Δημοσίου δικαστική δαπάνη, δεν διακρίνει ως προς το περιεχόμενο της αποδοτέας δικαστικής δαπάνης.
Παραπέμπει δε όσον αφορά τον καθορισμό του ορίου αυτού και όχι το είδος της αποδοτέας δαπάνης στην κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (εν προκειμένω την υπ' αριθ. 134423/1993 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον είχε παραπονεθεί ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, επιδίκασε σε βάρος του δικαστική δαπάνη ύψους 33.600 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά τον παρόντα λόγο αναιρέσεως : "Εν προκειμένω με τον πρώτο υπέρ της έφεσης λόγο το εκκαλούν πλήττει την διάταξη περί δικαστικών εξόδων της εκκαλούμενης απόφασης, ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα του επιβλήθηκαν ως δικαστικά έξοδα υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 33.600 ευρώ, ενώ έπρεπε να του επιβληθεί το ποσό των 300 ευρώ, ...
Από την εκκαλούμενη απόφαση, σαφώς προκύπτει ότι η επιβληθείσα στο εναγόμενο λόγω της ήττας του δικαστική δαπάνη της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 33.600 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 33.275 ευρώ, αφορά δαπάνη δικαστικού ενσήμου, το οποίο σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν υπάγεται στην ανωτέρω μείωση του άρθρου 22 του ν.3693/1957.
Συνεπώς και ο πρόσθετος αυτός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος." Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεχόμενο ότι το τέλος δικαστικού ενσήμου δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές, ενώ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, περιλαμβάνεται και αυτό στο ποσό που ορίζεται με τις εκάστοτε ισχύουσες υπουργικές αποφάσεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία επιβλήθηκε η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) σε βάρος του εναγομένου (αναιρεσείοντος) ύψους 33.600 ευρώ.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η έφεση από το παρόν Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση των γενομένων δεκτών κατά παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ` αριθμ. 1279/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνον ως προς τη διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου ύψους 33.600 ευρώ και, ακολούθως, να καταδικαστούν αφενός μεν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, αφετέρου δε, ενόψει του ότι η έφεση γίνεται δεκτή κατ'ουσίαν, η εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της προκείμενης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από τα διάδικα μέρη (άρθρο 22 παρ.2 στοιχ. β' και 3 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 2261/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 9.8.2017 έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθμόν 1279/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
Καταδικάζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Καταδικάζει την εφεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων μερών τη δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του Αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ