Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, rejecting challenge to lower court's factual findings on property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision regarding a complex inheritance dispute over family property. The appellants argued that the lower court erred in its factual findings and reasoning concerning the distribution of assets and the appellants' lack of inheritance rights. The court rejected these claims, ruling that the appellate court's evaluation of evidence constituted a non-reviewable factual determination and that the appellants' arguments did not provide a legal basis for overturning the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not factual findings, and dismisses appeals where the lower court's evaluation of evidence is non-reviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1929/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) …, 5) …, κάτοικων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ροϊνιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Ε., κάτοικου ..., 2) Α. Μ. του Ε., κάτοικου ..., υπό την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του πατέρα τους Ε. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο-Δημήτριο Μίγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2013 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ε. Μ. του Η. και την από 9-10-2015 αγωγή των ήδη α' και β' αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ασκήθηκαν : α) η από 13.11.2013 αγωγή του Ε. Μ., που αποβίωσε στις 16.1.2019 , ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης 198/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, του οποίου κληρονόμοι εκ διαθήκης είναι οι αναιρεσίβλητοι.
β) η από 12.10.2015 αγωγή των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων. Με την πρώτη αγωγή ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, εξέθετε ότι ο παππούς του Ι. Μ., ο οποίος αποβίωσε στις 27.1.1934, κατέλειπε με την από 21.10.1924 δημόσια διαθήκη του, στους γιούς του Β. και Κ. Μ. συγκεκριμένα ακίνητα και χρήματα, στον δε γιό του και πατέρα του ενάγοντος Η.
Μ. όλη την υπόλοιπη περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονταν οικόπεδο, εκτάσεως 1.373,37 τμ. μετά των εντός αυτού υφιστάμενων κτισμάτων, καθώς και αρχικά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 500 τ.μ. περίπου,κειμένων αμφοτέρων των ακινήτων αυτών εντός των ορίων του τ.δ. ..., τα οποία ο πατέρας του νεμόταν και κατείχε από το έτος 1934 μέχρι το θάνατό του το έτος 1973, ο ίδιος δε μετά το θάνατο του πατέρα του το έτος 1973 και της μητέρας του το έτος 1975 κατέστη κύριος των 3/8 και 4/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα των ως άνω ακινήτων εκ κληρονομίας την οποία αποδέχθηκε, ενώ μετέπειτα απέκτησε εξ αγοράς και το μερίδιο του αδελφού του συνιστάμενο σε ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων αυτών και έτσι από το έτος 1976 κατέστη αποκλειστικός κύριος τούτων με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επικαλέσθηκε δε, ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, ήδη τρίτη, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων, μη συγγενείς του, από το έτος 2009, εισέβαλαν στο ακίνητο του συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τμ., και κατέλαβαν τμήμα αυτού, εκτάσεως 235,27 τ.μ., ενώ το έτος 2013 κατέλαβαν και τμήμα του ίδιου ακινήτου εκτάσεως 239,71 τ.μ., αμφισβητώντας με τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή, ενέργειές τους, την κυριότητά του ενάγοντος επί των εδαφικών αυτών τμημάτων, παράλληλα δε κατέλαβαν και άρχισαν να καλλιεργούν και όλο το ως άνω ακίνητο των 500 τ.μ., αποβάλλοντάς τον από τη νομή απάντων των ακινήτων.
Επίσης ότι οι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων, ήδη πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, ανίψια του εξαδέλφου του Δ. Μ., επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ως μελλοντικοί κληρονόμοι του, αμφισβήτησαν την κυριότητα του ενάγοντος στο τμήμα 235,27 τ.μ. του ανωτέρω ακινήτου των 1.373,37 τ.μ. , στην παλαιά οικία και αποθήκη, ισχυριζόμενοι ότι άπαντα ανήκουν στην κυριότητα του Δ.
Μ.. Με βάση το ιστορικό αυτό ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος των τμημάτων 235,27 τ.μ. και 239,71 τ.μ. επί του ακινήτου συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τ.μ. καθώς και του οικοπέδου των 500 τ.μ. και να διαταχθεί η αποβολή των τριών πρώτων εναγομένων από τα ως άνω εδαφικά τμήματα και η εγκατάσταση του ίδιου σε αυτά και σχετικά με τους τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων να αναγνωρισθεί κύριος του ίδιου τμήματος των 235,27 τ.μ.
του ως άνω ακινήτου των 1.373,37 τ.μ. και των επί αυτού κτισμάτων της παλαιάς οικίας και αποθήκης. Με τη δεύτερη από 12.10.2015 αγωγή οι ενάγοντες Δ. Κ. (πριν Μ.) και Γ. Β., ήδη πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, εξέθεταν ότι ο Ι. Μ., παππούς του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που αποβίωσε το έτος 1934, κληρονομήθηκε από τα ως άνω τέκνα , ήτοι τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων Η.
και Κ., με τη μνεία ότι ο τελευταίος δυνάμει της κληρονομίας αυτής έλαβε μία παλαιά ισόγεια οικία με ημιϋπόγειο , με συνεχόμενη παλαιά ισόγεια αποθήκη, με το οικόπεδο αυτών και το συνεχόμενο κήπο τους συνολικής επιφανείας 362,31 τ.μ. καθώς και έτερο οικόπεδο επιφανείας 243,99 τμ., τα οποία ο ίδιος (Κ. Μ.) καλλιεργούσε, επόπτευε και εξουσίαζε μέχρι το έτος 1969, οπότε αποβίωσε και κληρονομήθηκε από τα τρία από τα έξι τέκνα του, ήτοι τους Δ., Ε.
και Α., και ο εξ αυτών Δ. Μ. έκτοτε συνέχισε να νέμεται τα ακίνητα αυτά, για λογαριασμό του και με την παραχώρηση των αδελφών του Ε. και Α. μέχρι το έτος 2007 αυτοπροσώπως και μετέπειτα μέχρι το έτος 2015, που αποβίωσε, δια του πρώτου ενάγοντος Δ. Κ.. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι οι ίδιοι είναι συγκληρονόμοι στην ως άνω περιουσία του Δ.
Μ. , διότι οι λοιποί συγκληρονόμοι του δεν έχουν μεν αποποιηθεί της κληρονομίας του, αλλά δεν θέλουν να συμμετέχουν σε αυτή και δεν πρόκειται να την αποδεχθούν, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι των ανωτέρω ακινήτων σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, άλλως, επικουρικώς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας. Επί αμφοτέρων των αγωγών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 40/2017απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου άσκησαν έφεση οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής και εναγόμενοι της πρώτης αγωγής , επί της οποίας εκδόθηκε η 198/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και την απέρριψε κατ'ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... , που δίκασε ως Εφετείο, και μόνο ως προς το μέρος της με το οποίο έγινε δεκτή η πρώτη αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, στρέφεται η υπό κρίση, από 23.12.2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) .
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος , που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων (ΑΠ 868/2018). Άρα δεν ιδρύεται η ίδια αυτή πλημμέλεια επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 54Απαρ. 5 του Ν. 4174/2013 κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης ,αν δεν προσκομισθεί από υπόχρεο σε ΕΝΦΙΑ, το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού" [περί καταβολής του φόρου ή απαλλαγής της σχετικής υποχρέωσης]. (ΑΠ383/2021, ΑΠ757/2017).
Η τελευταία αυτή διάταξη, περί απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προφανές ότι είναι φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας), καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α' 256).
Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ' εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. 'Ομως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών).
Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής.
Ενώ, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών.
Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις.
Διαφορετικά θα ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα 973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να μην εκδικασθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητο του χωρίς την άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή.
Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας.
Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (ΟλΣΤΕ 601/2012, ΟλΣΤΕ 3087/2011, ΟλΕλΣυν 2006/2008, ΑΠ 383/2021, ΑΠ 293/2014, ΑΠ 1164/2009, ΑΠ 205/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το απαράδεκτο που καθιερώνεται από αυτήν αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνίσταται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στο ότι το Εφετείο, παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 544 παράγραφος 5 του νόμου 4174/2013, καθόσον, δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως αν ο ενάγων, ο οποίος άσκησε εμπράγματη αγωγή επί ακινήτου, είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πιστοποιητικό περί μη οφειλής Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτου (ΕΝΦΙΑ), δεδομένου ότι στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν γινόταν αναφορά περί προσκομίσεώς του, ούτε περί του ότι δεν απαιτούνταν η προσκόμισή του, εξαιτίας αντισυνταγματικότητας της διατάξεως αυτής.
Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί μη προσκόμισης πιστοποιητικού για μη οφειλή ΕΝΦΙΑ στον οποίον στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... , που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως έδει, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Πράγματι δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, όπως, άλλωστε, αποδέχονται και οι ίδιοι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, πρωτίστως επειδή ο ως άνω ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε έγινε επίκληση ότι συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναφερόμενους στο ως άνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατ'εξαίρεση προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου .
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 54 Α ν. 4174/2013, κατά τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, είναι τοιαύτη δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 1233/2020, 1001/2018, 894/2018) .
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης άρθρου 54Α παρ. 5 του ν. 4174/2013 περί απαραδέκτου της συζήτηση της ένδικης αγωγής προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ήδη κριθεί από τα δικαστήρια, και συνεπώς ορθώς δεν εξετάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας το ζήτημα της προσκόμισης του ως άνω πιστοποιητικού περί μη οφειλής ΕΝΦΙΑ, για το παραδεκτό της συζήτησης της εν λόγω αγωγής.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Ο παραπάνω από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ , γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 198/2019 απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που την εξέδωσε δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιόν του τα εξής : " ... Ο παππούς του ενάγοντος και του τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων Ι.
Μ. του Κ., κάτοικος εν ζωή τ.κ... κατέλειπε την από 21.101924 δημόσια διαθήκη , η οποία μετά το θάνατό του στις 27-1-1934 δημοσιεύθηκε με το υπ'αρ. 28/1934 πρακτικό δημοσιεύσεως διαθηκών του Πρωτοδικείου ..., με την οποία κατέλειπε στα τέκνα του Β. και Κ. συγκεκριμένα ακίνητα και χρήματα, ενώ στον πατέρα του ενάγοντος Η., ο οποίος τύγχανε κωφάλαλος, κατέλειπε όλη την υπόλοιπη περιουσία του, η οποία περιελάμβανε ένα οικόπεδο κείμενο εντός του τ.δ. ..., εκτάσεως 1.337,37 τμ.2 μαζί με τα κτίσματα που βρίσκονται μέσα σε αυτό ...
καθώς και ένα οικόπεδο κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, κειμένου εντός των ορίων του τ.δ. ... εκτάσεως 500 τμ2 ... Ο πατέρας του ενάγοντος Η. Μ. , από το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιαίας περιουσίας και μέχρι το θάνατό του στις 19-11-1973 ενέμετο τα παραπάνω ακίνητα με διάνοια κυρίου. Συγκεκριμένα, στο οικόπεδο εκτάσεως 1.137,73 τμ.
επεξέτεινε την παλαιά οικία κατά τη νότια πλευρά προσθέτοντας δωμάτιο, κατασκεύασε υπόγειο, συντηρούσε τις δύο αποθήκες, το περιτείχισε με μάνδρα , κατασκεύασε εντός αυτού πεζούλι και το καλλιεργούσε, ενώ όσον αφορά το οικόπεδο εκτάσεως 500 τμ2 , παρόλο που δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης κατέστη κύριος σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, εν τούτοις ασκούσε όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν σε αποκλειστικό κύριο, και συγκεκριμένα, το περιτείχισε με ξηρόμανδρα, σταύλιζε τα ζώα του και το παραχωρούσε κατά καιρούς προς χρήση σε συγχωριανούς του.
Ο πατέρας του ενάγοντος Η. Μ. απεβίωσε στις 19-11-1973 χωρίς να καταλείπει διαθήκη, και ως εκ τούτου κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τα δύο τέκνα του, τον Ι. και Ε. (και ήδη ενάγοντα) κατά τα 3/8 και τη σύζυγό του Άννα κατά το 1/4. Στις 4-3-1975 απεβίωσε η μητέρα του ενάγοντος χωρίς να καταλείπει διαθήκη, και ως εκ τούτου κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τα δύο τέκνα της, τους Ι.
και Ε. , οι οποίοι, ως εκ τούτου, κατέστησαν συγκύριοι των ανωτέρω ακινήτων της πατρικής περιουσίας κατά 1/2 έκαστος. Τη δε κληρονομία του πατρός και της μητρός του αποδέχθηκε ο Ε. Μ.. με την υπ'αρ. .../5-2-2008 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη, νομίμως μεταγραφείσας στο Υποθηκοφυλακείο ......
Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο ενάγων αγόρασε άτυπα το μερίδιο του αδελφού του Ι. Μ. δυνάμει του από 25-4-1976 ιδιωτικού συμφωνητικού και έκτοτε και μέχρι σήμερα, ασκεί πράξεις νομής επί όλων των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων της πατρικής περιουσίας και συγκεκριμένα, όσον αφορά το ακίνητο των 1.337,73 τμ προσέθεσε βορείως της οικίας μπάνιο και κουζίνα με συνεχόμενη αποθήκη, έκτισε νέα αποθήκη εμβαδού 42,76 τμ, ένα στάβλο εμβαδού 31,12 τμ , γκρέμισε το υφιστάμενο αλώνι και το μετέτρεψε σε κήπο, καλλιεργεί τους κήπους του ακινήτου, συντηρεί τις πεζούλες και κατοικεί μέχρι και σήμερα στην οικία και όσον αφορά το ακίνητο των 500 τμ, συντηρεί την μάνδρα και επιτηρεί ανελλιπώς το ακίνητο, έχοντας καταστεί κύριος, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί της παλαιάς οικίας που βρίσκεται στο οικόπεδο εκτάσεως 1.373,37 τμ και έως το έτος 1988 διέμεινε κατόπιν παραχωρήσεως του ενάγοντος ο εξάδελφός του και υιός του θείου του και αδελφού του πατέρα του Η., Κ. Μ.-Δ., ο οποίος τύγχανε άπορος, άγαμος και άτεκνος. Ότι από το έτος οπότε και αποχώρησε από την εν λόγω οικία διέμενε, άλλοτε στο σπίτι της αδελφής του στο χωριό, άλλοτε σε στάνη έξω από το χωριό, ενώ από το 2007 εισήλθε στο ...
ως τρόφιμος, όπου και πέθανε στις 10-2-2015. Οι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων, οι οποίοι τυγχάνουν τέκνα των δύο από τα έξι αδέλφια του Δ. Μ. , δηλαδή ανίψια του , και συγκεκριμένα ο τέταρτος τέκνο του Ε. και ο πέμπτος τέκνο της Α., αδέλφια του Δ., υπέβαλαν την από 29-4-2013 αίτησή τους προς το Δήμο ... με την οποία, ισχυρίσθηκαν, ότι τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τμ, δηλαδή η παλαιά οικία και αποθήκη και το τμήμα των 235,27 τμ, ανήκε στον Κ.
Μ. και το εκμεταλλευόταν ο Δ. Μ.. Ως αποδεικτικό δε στοιχείο του ισχυρισμού τους αυτού προέβαλαν ότι η παροχή νερού στον κήπο , εννοώντας το επίδικο τμήμα εκτάσεως 235,27 τμ ,ήταν στο όνομα του Δ. Μ., ότι μέχρι το 2010 το νερό πλήρωνε ο πέμπτος των εναγομένων και ότι ο ενάγων με τον υιό του Ι. έχουν άλλη παροχή νερού για το σπίτι τους.
Ισχυρίσθηκαν ακόμα, ότι το 2011 ο Ι. Μ. του Ε., δηλαδή ο υιός του ενάγοντος, με άγνωστο σε αυτούς τρόπο, μετά τη διαδοχή του Δήμου ... από τον Καλλικρατικό Δήμο ... πέτυχε η παροχή νερού να φέρεται να μεταβιβάσθηκε σε αυτόν, ζήτησαν δε, να επαναφερθεί η παροχή νερού στο όνομα Δ. Μ. και να χορηγήσει ο δήμος όλα τα έγγραφα για την αλλαγή αυτή.
Στην αίτηση του τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, απάντησε ο εκπρόσωπος της τοπικής κοινότητας Σ. Κ. Μ.. αναφέροντας, ότι η εγγραφή της παροχής νερού στον Ι. Μ. του Ε. έγινε , διότι προσκόμισε διαθήκη από την οποία προκύπτει ιδιοκτησία του, καθώς και ότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης Δ. Μ. δεν προέβαλε μέχρι τότε καμία διεκδίκηση.
Οι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων επανήλθαν με την από 16-7-2013 αίτησή τους ζητώντας τα αυτά. Ο Δήμος ... απάντησε ότι κατά το έτος 2009 η παροχή νερού με κωδικό παροχής ... και το όνομα Δ. Μ. δεν αφορά το τμήμα που ισχυρίζονταν, αλλά το στάβλο του στη θέση "...". Ότι μέσα στο ακίνητο συνολικής εκτάσεως 1.373 τμ ουδέποτε υφίστατο παροχή στο όνομα του Δ.
Μ.. Ότι το 2009 κατά την αλλαγή του δικτύου ύδρευσης στο χωριό ..., το νούμερο παροχής ... που αφορούσε το στάβλο του Δ. Μ. διαγράφηκε από τους βεβαιωτικούς καταλόγους , λόγω του ότι δεν ζητήθηκε υδροδότηση, και ως εκ τούτου ο κωδικός αυτός δόθηκε στον Ι. Μ. για άλλο ακίνητο. Ότι στα πλαίσια της καταγραφής των υδρομέτρων ζητήθηκε από κάθε ενδιαφερόμενο-ιδιοκτήτη να ονοματίσει το υδρόμετρό του, και έτσι, ο ενάγων, ιδιοκτήτης του ακινήτου εκτάσεως 1.337 τμ έβαλε το όνομα του υιού του Ι.
Μ.. Οι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων επανήλθαν κατά της Δ.Ε.Υ.Α.Τ. με νέα αίτηση-καταγγελία τους, κοινοποιούμενη μάλιστα και προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών .... Η Δ.Ε.Υ.Α.Τ. με το με αρ.πρωτ. 398/2015 έγγραφό της αναφέρει ότι η παροχή με αριθμό ... ανήκει στο όνομα Ι. Μ. του Ε. και δεν εμφανίζεται πουθενά στο αρχείο της ως καταναλωτής ο Δ.
Μ., καθώς και ότι προκειμένου να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη στο αρχείο ύδρευσης, αυτή γίνεται με την προσκόμιση σχετικού συμβολαίου ιδιοκτησίας. Κατόπιν των παραπάνω" συνεχίζει το Εφετείο, "δεν αποδείχθηκε ότι ο Κ. Μ. και ο υιός του Δ. Μ. υπήρξαν κύριοι του τμήματος εκτάσεως 235,27 τμ2 καθώς και της παλαιάς ισόγειας οικίας εμβαδού 44,56 τμ2 και της αποθήκης εμβαδού 38,14 τμ2 επί του ακινήτου συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τμ2, πολλώ δε μάλλον ότι οι ίδιοι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων είναι κύριοι, απορριπτομένης έτσι της περί ιδίας κυριότητας ενστάσεώς τους ως ουσία αβάσιμης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, από το έτος 1993 έως το 2008 είχε παραχωρήσει στην τρίτη των εναγομένων, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου το τμήμα των 239,71 τμ, που αποτελεί τμήμα του ακινήτου συνολικής εκτάσεως των 1.373,37 τμ, προκειμένου να το καλλιεργεί μαζί με τα τέσσερα τέκνα της. Ότι το 2009 οι πρώτος, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων εισέβαλαν στην νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου του συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τμ και άρχισαν να το καλλιεργούν.
Επίσης , αποδείχθηκε ότι την 13-10-2013 οι ανωτέρω εισέβαλαν και κατέλαβαν τμήμα του οικοπέδου του με συνολική έκταση 1.373,37 τμ.,το οποίο τμήμα έχει έκταση 239,71 τμ2 , πρόκειται δε για το τμήμα το οποίο είχε παραχωρήσει στην τρίτη των εναγομένων δυνάμει σχέσεως χρησιδανείου από μέχρι το έτος 2008, οπότε και έληξε η συμφωνία αυτή και ότι την 13-10-2013 άρχισαν να καλλιεργούν όλο το οικόπεδο εκτάσεως 500 τμ2 , με συνέπεια να αποβληθεί ο ενάγων από τη νομή του..." .
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που δεχόμενο ως κατ'ουσίαν βάσιμη την διεκδικητική κυριότητας και την αγωγή αποβολής από τη νομή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων , είχε αναγνωρίσει τον ίδιο κύριο : α) του τμήματος εκτάσεως 235,27 τμ. επί του ανωτέρω ακινήτου εκτάσεως 1.373,37 τμ., β) της παλαιάς ισόγειας οικίας, εμβαδού 44,56 τμ., και γ) της αποθήκης εμβαδού 38,14 τμ., και είχε υποχρεώσει τους πρώτο , δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, ήδη τέταρτο, πέμπτο και τρίτη των αναιρεσειόντων να αποδώσουν στον δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων το ως άνω επίδικο τμήμα εκτάσεως 235,27 τμ.
και επί πλέον είχε αναγνωρίσει τον ίδιο (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων) νομέα : α) του τμήματος εμβαδού 239,71 τμ. το οποίο επίσης βρίσκεται εντός του ως άνω ακινήτου συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τμ. και β) του έτερου ακινήτου (οικοπέδου) των 500 τμ και είχε υποχρεώσει τους ίδιους ως άνω εναγομένους να αποδώσουν τη νομή αυτών στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας την ένσταση περί ιδίας κυριότητας των τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων επί του τμήματος των 235,27 τ.μ.
του ακινήτου των 1.337,37 τ.μ. και των επ'αυτού κτισμάτων της παλαιάς ισόγειας οικίας και αποθήκης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του 1094 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και συγκεκριμένα σχετικά με το :Ι) Ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Η.
Μ., είχε αποκτήσει την κυριότητα των ως άνω ακινήτων και συγκεκριμένα τόσο του ακινήτου των 1.373,37 τ.μ. και των επί αυτού κτισμάτων της παλαιάς ισόγειας κατοικίας εμβαδού 44,56 τ.μ. και της αποθήκης εμβαδού 38,14 τ.μ. , όσο και του ακινήτου των 500 τ.μ. με παράγωγο τρόπο ως εκ δημόσιας διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του Ι.
Μ. που αποβίωσε το έτος 1934, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία , ασκώντας με διάνοια κυρίου από το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας επί των ακινήτων αυτών, μέχρι το θάνατό του το έτος 1973, ήτοι για χρονικό διάστημα υπερβαίνον την εικοσαετία, τις αναφερόμενες στις παραδοχές της απόφασης πράξεις νομής.
ΙΙ) Ότι ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων, Ε. Μ., απέκτησε την κυριότητα των ως άνω ακινήτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτών με παράγωγο τρόπο, και δη αιτία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, κατά τον τρόπο που αναπτύχθηκε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από κληρονομία του πατέρα του και στη συνέχεια της αποβιωσάσης το έτος 1975 μητέρας του, την οποία (κληρονομία αμφοτέρων) αποδέχθηκε με νομίμως μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, ενώ από το έτος 1976, οπότε αγόρασε άτυπα το έτερο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων αυτών από τον έτερο συγκληρονόμων των γονέων του, αδελφό του Ι. Μ. απέκτησε την πλήρη κυριότητά τους, με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας με διάνοια κυρίου, όπως και ο δικαιοπάροχός του τις αναφερόμενες στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πράξεις νομής, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα
ΙΙΙ) Ότι ο Κ. Μ. και ο υιός του Δ. Μ., θείος των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσειόντων ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα των διεκδικουμένων από αυτούς ακινήτων, ήτοι του τμήματος εκτάσεως των 235,37 τ.μ. επί του ακινήτου συνολικής εκτάσεως 1.373,37 τ.μ. , και των ως άνω κτισμάτων της παλαιάς οικίας και αποθήκης και συνεπώς ουδέποτε την απέκτησαν και οι αναιρεσείοντες αυτοί, ως φερόμενοι κληρονόμοι του τελευταίου.
IV) Ότι οι τρίτη, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων, τρίτοι, μη συγγενείς του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς δικαίωμα , από το έτος 2009 εισέβαλαν στο ως άνω εδαφικό τμήμα των 235,37 τ.μ. του μείζονος ακινήτου των 1.373,37 τ.μ. και το έτος 2013 και σε εδαφικό τμήμα εκτάσεως 239,71 τ.μ. του ίδιου ακινήτου, το οποίο είχε παραχωρήσει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, στην τρίτη των αναιρεσειόντων δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου που είχε λήξει το έτος 2008, αλλά και στο έτερο οικόπεδο των 500 τ.μ., αμφισβητώντας με τις ενέργειές τους την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί αυτών και αποβάλλοντάς τον από τη νομή τους Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από την όμοια επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με τα όσα δέχθηκε και έκρινε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση καθώς διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τις ως άνω παραδοχές του.
Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος (δεύτερος) αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος ,διότι με τα όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες σε αυτόν πλήττουν ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τα όσα δέχθηκε αποφαινόμενο εν τέλει σχετικά ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ότι ουδέποτε περιήλθαν στην κυριότητα των αναιρεσειόντων με οποιονδήποτε τρόπο, είτε πρωτοτύπως είτε παραγώγως προβάλλοντας δικές τους απόψεις και επιχειρήματα επί κατονομαζομένων αποδεικτικών μέσων, (εγγράφων, ενόρκων βεβαιώσεων, μαρτυρικών καταθέσεων κλπ.), από την εκτίμηση των οποίων, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 23.12.2019 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 198/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.12.2019 αίτηση για αναίρεση της 198/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 06 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ