Legislator Case Law & Legislation
1929/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a negligence injury conviction due to inadmissible procedural arguments.

Case Number 1929/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected three appeals filed by defendants against a Kavala Plea Court conviction for causing injury through negligence. The appellants argued that the trial court relied on an unacknowledged defense statement and failed to provide specific reasoning for its factual findings. The court determined these arguments were inadmissible as they merely challenged the substantive facts and evidence evaluation without citing specific legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 314(1)(a) of the Penal Code and 510(1)(a) of the Criminal Procedure Code; Appeals challenging the substantive assessment of evidence or the lack of specific reasoning are inadmissible if they do not point to a specific legal error affecting the judgment's legality.

Keywords

AI generated
negligence injury criminal appeal inadmissible grounds substantive evidence specific reasoning procedural error legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 314(1)(a) of the Penal Code
Article 510(1)(a) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
AI generated
750/2016
Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination and misconduct pay, citing procedural error regarding precedent violation.
1924/2024
Supreme Court allows appeal against lower court's finding of no liability for marble worker's death.
1853/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1731/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 61/786.91/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 198/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (ειδική διαδικασία). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Απριλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και ο 8ος των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1067/2021
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1929 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1929/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Κ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κογκαλίδη, 2. Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... και 3. Θ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Βελάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις 1) από 26 Μαρτίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28 Μαρτίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3382/28.3.2018, 2) από 27 Μαρτίου 2018 αίτηση αναίρεσης, του Ε. Π., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Μαρτίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3400/29.3.2018 και 3) από 27 Μαρτίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Θ. Ε., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Μαρτίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3399/29.3.2018, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 473/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν την ως άνω απόφαση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι: 1) από 26-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-3-2018) του Κ. Π. του Μ., κατοίκου ... (...), 2) από 27-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-3-2018) του Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... (...) και 3) από 27-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-3-2018) του Θ. Ε. του Κ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 128/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΟλΑΠ 4/2010).

Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσης της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού.

Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειας, την οποία επέδειξε αυτό, και εφόσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή (ΟλΑΠ 4/2010).

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν στην πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ.

αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά στην αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ο οποίος ισχύει από την 1η Ιουλίου 2010 και οι διατάξεις του οποίου αντικατέστησαν τις όμοιες διατάξεις του Ν. 1568/1985 [βλ. άρθρο δεύτερο (ακροτελεύτιο) παρ. 1 και 3 του Ν. 3850/2010], ορίζονται τα εξής. "Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία" (άρθρο 1 εδ.

α'). "Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α) ..... β) εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση" (άρθρο 3 παρ. 1 περ.

β'). "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας, σύμφωνα και με το άρθρο 12 παράγραφος 4" (άρθρο 8 παρ. 1). "Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. Ειδικότερα, ο τεχνικός ασφάλειας:

α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης" (άρθρο 14). "Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση:

α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) ..... γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων ατυχημάτων, .....

Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους" (άρθρο 15 παρ. 1 περ.

α' και γ' και 2 περ. α'). "Ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία, στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάστασή τους" (άρθρο 31 παρ. 1). "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.

Αν ο εργοδότης προσφεύγει σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή σε ΕΞ.ΥΠ.Π. για την ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή και ιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό. Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας, του ιατρού εργασίας και των εκπροσώπων των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη .....

Στο πλαίσιο των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων.

Ο εργοδότης υποχρεούται: α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β) ..... γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ..... στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, .....

Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία, δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο," (άρθρο 42 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 περ.

α', γ' και στ' και 7 περ. α', β', γ' και δ'). "Ο εργοδότης οφείλει: α) ..... β) να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί" (άρθρο 43 παρ. 1 περ. β'). "Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας, για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές .....

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια, οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή" (άρθρο 72 παρ. 1 εδ. α' και γ'). "Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται τα μέτρα υγιεινής, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων, που πρέπει να λαμβάνονται για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου κατά ειδικές εργασίες, είδη εργασιών ή δραστηριότητες για την εφαρμογή του παρόντος κώδικα.

Τα προεδρικά αυτά διατάγματα μπορεί να προβλέπουν και σταδιακή εφαρμογή των μέτρων που καθορίζουν" (άρθρο 73 παρ. 1). Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ΠΔ 16/1996, που εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων στις διατάξεις της οδηγίας 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 1989 και που καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 16/1996), ορίζεται ότι: "Οι χώροι εργασίας που έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 πρέπει να πληρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που περιέχονται στο παράρτημα II του άρθρου 10 του παρόντος διατάγματος, το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία αυτή" και στο άρθρο 10 παράρτημα II ορίζονται, μεταξύ άλλων, "13.

Προστασία από πτώσεις και πτώση αντικειμένων - Ζώνες κινδύνου 13.1. θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες, κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0,75 μέτρα πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα.

Το προστατευτικό προπέτασμα πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστον 1,00 μέτρο από το δάπεδο, να είναι συμπαγές στηθαίο ή κιγκλίδωμα με χειρολισθήρα (κουπαστή), θωράκιο (σοβατεπί) ύψους τουλάχιστον 0,15 μέτρα και ράβδο μεσοδιαστήματος ή αντ' αυτής να έχει πλέγμα ή άλλη κατάλληλη κατασκευή που να μην επιτρέπει τη διαμέσου χειρολισθήρα και θωρακίου πτώση εργαζομένου ..... 23.

Εξωτερικοί χώροι εργασίας (ιδιαίτερες διατάξεις) ..... 23.2. περ. δ'. Εφόσον οι εργαζόμενοι απασχολούνται σε εξωτερικές θέσεις εργασίας, αυτές πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εργαζόμενοι: α) ..... δ) να μην κινδυνεύουν να γλιστρήσουν ή να πέσουν" και στο άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου ΠΔ ότι "Σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/1994", το οποίο ορίζει, όπως και το προαναφερθέν άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 3850/2010, που το αντικατέστησε (βλ.

άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 3850/2010), ότι "Κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια, οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή". Ακόμη, από το ΠΔ 395/1994, που εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ, ορίζεται στο άρθρο 9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι αριθμ. 2.23 ότι: "Για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία όπου χρειάζεται".

Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις και κυρίως από τη εκείνη του άρθρου 72 παρ. 1 εδ. α' και γ' του Ν. 3850/2010, αλλά και από τις διατάξεις των άρθρων 25 του Ν. 2224/1994 και 12 παρ. 2 του ΠΔ 16/1996, που ίσχυαν πριν καταργηθούν από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 3850/2010, ποινική ευθύνη για την παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της, έχει μόνον ο εργοδότης, δηλαδή το πρόσωπο που συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση και όταν αυτό είναι νομικό πρόσωπο, το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που το διευθύνουν και το διοικούν και έχουν την ευθύνη για την επιχείρησή του, όπως είναι επί νομικού προσώπου ανώνυμης εταιρίας ο διευθύνων σύμβουλος και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και όχι και ο τεχνικός ασφάλειας της επιχείρησης στην οποία εργάζονται οι εργαζόμενοι, ο οποίος, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 3850/2010, επιβλέπει και ελέγχει την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων, ευθύνεται δε ποινικά μόνο για σωματική βλάβη ή θάνατο που προκλήθηκε από αμέλειά του κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε εργαζόμενο στην επιχείρηση.

Μάλιστα και η ποινική ευθύνη του εργοδότη για την παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της, αν μεν αυτή οφείλεται σε δόλο του τιμωρείται αυστηρότερα με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών μέχρι πέντε (5) έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές, αν δε αυτή οφείλεται σε αμέλειά του τιμωρείται ελαφρότερα με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή ( άρθρο 72 παρ. 1 εδ.

α' και γ' του Ν. 3850/2010). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, σε περίπτωση συγκλίνουσας αμέλειας περισσότερων προσώπων, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, εφόσον το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του κάθε δράστη, οι ισχυρισμοί ότι το αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια άλλου, όπως και ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του φερόμενου ως υπαιτίου και του αποτελέσματος, συνιστούν άρνηση της κατηγορίας (ως αναφερόμενοι στην έλλειψη στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εξ αμελείας εγκλήματος) και δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί (αφού δεν επάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας του δράστη για καταλογισμό ούτε την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, αλλά η τυχόν δικαστική τους επιβεβαίωση οδηγεί στην αθώωσή του), αποτελούν δε απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής, που αντιμετωπίζονται με βάση τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ως αναγόμενα στην κυριαρχική του κρίση, δεν ελέγχονται αναιρετικώς αναφορικά με την εκτίμησή τους και την εσφαλμένη ή ορθή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος των κατηγορουμένων, Κ.

Π., τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος, ενώ ο δεύτερος από αυτούς, Ε. Π., πρόεδρος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που δραστηριοποιείται στην εξόρυξη, στην επεξεργασία και στην εμπορία υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του ... και διατηρεί βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη ... Ο τρίτος των κατηγορουμένων, Θ.

Ε., τον Δεκέμβριο του 2010 εργαζόταν στην παραπάνω εταιρεία με την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας. Στην εν λόγω ανώνυμη εταιρεία είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 6-7-2007 και ο πολιτικώς ενάγων, με την ιδιότητα του χειριστή παραγωγής, στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της στη ...

και συγκεκριμένα, από το έτος 2009 και μετά, είχε τοποθετηθεί στη μονάδα του θείου. Από τον μήνα Οκτώβριο του 2010 και μετά η μονάδα θείου παρουσίασε μειωμένη παραγωγή, με αποτέλεσμα, η παροχή όξινου νερού να είναι επίσης χαμηλή. Για τον λόγο αυτό, ενώ μέχρι τον χρόνο εκείνο η ρύθμιση της λειτουργίας της μονάδας γινόταν αυτόματα από τον θάλαμο ελέγχου (control room) ανάλογα με τις αυξομειώσεις της θερμοκρασίας, με το αυτόματο άνοιγμα και κλείσιμο μιας βάνας μέσα από την οποία κυκλοφορούσε σε μορφή αερίου, το θειάφι, έκτοτε, δεν ήταν πλέον δυνατή η αυτόματη ρύθμιση της όλης διαδικασίας, αλλά η ρύθμιση έπρεπε να γίνει μέσω μιας βοηθητικής βάνας, της οποίας το άνοιγμα και το κλείσιμο έπρεπε να πραγματοποιείται χειροκίνητα, από έναν εργαζόμενο-χειριστή παραγωγής της μονάδας και μάλιστα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να επιτυγχάνονται ακριβείς και λεπτομερείς ρυθμίσεις της βάνας και να ρέει κάθε φορά συγκεκριμένα ποσότητα αερίου, διότι διαφορετικά, δηλαδή εάν η ροή του αερίου υπερέβαινε τα επιτρεπτά όρια, υπήρχε κίνδυνος ανάφλεξης και εκδήλωσης εστίας πυρός.

Συγκεκριμένα, το παραπάνω πρόβλημα που εμφανίστηκε στη μονάδα του θείου, εντοπίστηκε τόσο από τους ίδιους τους χειριστές παραγωγής της μονάδας, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων, οι οποίοι το ανέφεραν στους εργοδηγούς της μονάδας κ. Μ. και κ. Γ.. Οι τελευταίοι στη συνέχεια, το μετέφεραν στον διευθυντή παραγωγής της μονάδας του θείου και ακολούθως, αποφασίστηκε από αυτόν, η ρύθμιση της παραπάνω βάνας να γίνεται χειροκίνητα.

Ειδικότερα, κατά την πρακτική που ακολουθήθηκε, ο εκάστοτε χειριστής παραγωγής, θα έπρεπε να ανέβει σε πατάρι ύψους 4 μέτρων όπου βρισκόταν η βοηθητική βάνα και σε συνεχή επικοινωνία που θα είχε με τον θάλαμο ελέγχου (control room) και ανάλογα με τις οδηγίες που θα ελάμβανε από αυτόν, θα άνοιγε λιγότερο ή περισσότερο τη βάνα με συγκεκριμένους μικρούς και λεπτούς χειρισμούς, για τους οποίους δεν ήταν ενδεδειγμένη η χρήση βανόκλειδου, καθόσον το εργαλείο αυτό ήταν βαρύ, μεγάλο και δύσχρηστο και δεν επέτρεπε την πραγματοποίηση λεπτών χειρισμών, όπως απαιτούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά μόνο μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένα απλό "άνοιξε-κλείσε" της βάνας, όπως άλλωστε φάνηκε και κατά την προβολή του σχετικού ψηφιακού δίσκου "dvd", το οποίο θεωρείται έγγραφο, προσκομίστηκε από τους κατηγορουμένους και αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο.

Μάλιστα, η διαδικασία αυτή θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα μέχρι και είκοσι φορές σε κάθε βάρδια. Έτσι και στις 18-12- 2010, ο πολιτικώς ενάγων έλαβε εντολή από τον θάλαμο ελέγχου να ρυθμίσει χειροκίνητα την παραπάνω βάνα. Ο πολιτικώς ενάγων, όπως άλλωστε και κάθε χειριστής παραγωγής που πραγματοποιούσε την ίδια εργασία, ανέβηκε με σκάλα σε πατάρι που βρισκόταν σε ύψος τεσσάρων μέτρων από το έδαφος, προκειμένου να ρυθμίσει τη βάνα, η οποία με τη σειρά της, βρισκόταν σε ύψος δυόμισι μέτρων ψηλότερα από το πατάρι.

Εν συνεχεία, ο πολιτικώς ενάγων που έχει ύψος 1,80 μέτρα, για να μπορέσει να φτάσει τη βάνα που ήταν στραμμένη προς τα έξω, δηλαδή είχε "πρόσωπο" προς το κενό, έτσι ώστε να πραγματοποιήσει τους απαιτούμενους λεπτούς χειρισμούς, πάτησε πάνω σε σωλήνα που βρισκόταν σε απόσταση πενήντα εκατοστών από το έδαφος του παταριού.

Σημειωτέον ότι το βοηθητικό, φορητό σκαλοπατάκι που υπήρχε στο control room, δεν εξυπηρετούσε στην προκειμένη περίπτωση, την πρόσβαση των εργαζομένων στην επίδικη βάνα, δεδομένου ότι αν τοποθετούνταν στην εσωτερική πλευρά του παταριού και πάλι ο εργαζόμενος δεν θα έφτανε τη βάνα, ενώ αν τοποθετούνταν από την έξω πλευρά του παταριού, υπήρχε ο κίνδυνος ολίσθησης και πτώσεως στο κενό.

Επίσης, πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η παραπάνω βοηθητική βάνα, είχε τη μορφή τιμονιού με ακτίνες, δίχως ενδείξεις, ενώ η ροή του αερίου εξαρτιόταν από το πόσο πολύ ή λίγο θα έστριβε αυτή, κάθε φορά. Έτσι, εάν ο χειριστής γύριζε τη βάνα παραπάνω από όσο θα έπρεπε, τότε θα περνούσε μεγαλύτερη ποσότητα αερίου, με αποτέλεσμα την άνοδο της θερμοκρασίας παραπάνω από τα επιτρεπτά όρια, οπότε το control room έδινε εντολή να γίνει ρύθμιση προς την αντίθετη φορά.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η ρύθμιση της βάνας από την εσωτερική πλευρά του παταριού όπου -λόγω της ύπαρξης δικτύου σωληνώσεων- δεν υπήρχε κίνδυνος πτώσεως, επίσης δεν επέτρεπε την πραγματοποίηση ακριβών ρυθμίσεων, διότι τότε οι ρυθμίσεις θα έπρεπε να γίνονταν αντίστροφα, επειδή από τη θέση αυτή το άνοιγμα της βάνας ήταν κλείσιμο και το κλείσιμο άνοιγμα.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το παραπάνω πρόβλημα που είχε προκύψει στη μονάδα του θείου και απαιτούσε τη χειροκίνητη ρύθμιση της βοηθητικής βάνας, αλλά και ο τρόπος εκτέλεσης της σχετικής εργασίας, γνωστοποιήθηκε από τον προϊστάμενο παραγωγής της μονάδας του θείου και τους εργοδηγούς αυτής στους κατηγορουμένους, με τους οποίους άλλωστε πραγματοποιούνταν σχεδόν καθημερινές συναντήσεις- μεταξύ άλλων- και για την αναφορά επικίνδυνων καταστάσεων και αναγκαιότητας λήψης επιπλέον μέτρων ασφαλείας στο εργοστάσιο.

Με τον τρόπο αυτό, άπαντες οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση των ανωτέρω γεγονότων. Ακολούθως, αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία ότι στις 18-12-2010, όταν ο πολιτικώς ενάγων ανέβηκε στο πατάρι και πάτησε στον σωλήνα ο οποίος διέρχονταν από το άκρο του παταριού, στη συνέχεια, γύρισε την πλάτη του προς το κενό και ακούμπησε σε έναν ανενεργό μεταλλικό σωλήνα αέρα, πάχους 2,00 ιντσών.

Μετέπειτα, χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια, προσπάθησε με το ένα χέρι του να βάλει στο τιμόνι της βάνας σημάδι με τον μαρκαδόρο που κρατούσε, έτσι ώστε να πετύχει την επιθυμητή ρύθμιση, ενώ με το άλλο χέρι του κρατούσε ένα μικρό "καβουράκι" για να στρίψει με ακρίβεια τη βάνα. Τη στιγμή λοιπόν που ο πολιτικώς ενάγων έβγαλε από την τσέπη του το καβουράκι για να ρυθμίσει τη βάνα, υποχώρησε ο μεταλλικός σωλήνας που ακουμπούσε, επειδή το τσέρκι που τον συγκροτούσε με μπουλόνια, είχε διαβρωθεί, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο κενό και να καταλήξει στο έδαφος από ύψος τεσσάρων μέτρων.

Λόγω δε της πτώσεώς του αυτής, ο πολιτικώς ενάγων υπέστη κάταγμα του 8ου θωρακικού σπονδύλου μετά συνοδού τραυματισμού των νωτιαίου μυελού. Επιπλοκή από λοίμωξη της μήνιγγος. θλάση πνευμόνων. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποσυμπίεσης του μυελού δια επεκτάσεως της αρχικής πεταλεκτομής, διενέργειας σπονδυλοδεσίας και τοποθέτησης οστικού αλλομοσχεύματος.

Παραπληγία από την μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από την μέση και κάτω και φυσικά των κάτω άκρων. Υποδόριο οίδημα κατά το δεξιό κάτω άκρο άνευ θρομβώσεως. Οι ανωτέρω βλάβες που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 18- 9-1983, λόγω της πτώσεώς του, είναι μόνιμες και μη αναστρέψιμες, με αποτέλεσμα να πρέπει να παραμείνει καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του.

Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η σωματική βλάβη που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων, οφείλεται στο γεγονός ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις λόγω του επαγγέλματος και της ιδιότητάς τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους.

Συγκεκριμένα, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν πως από τον μήνα Οκτώβριο του 2010, είχε αλλάξει η διαδικασία ρύθμισης της λειτουργίας της μονάδας του θείου, λόγω μειωμένης παραγωγής που δεν επέτρεπε πλέον την αυτόματη ρύθμιση της όλης διαδικασίας από τον θάλαμο ελέγχου (control room), αλλά απαιτούσε τη ρύθμιση της λειτουργίας της μονάδας με τη χρήση μιας βοηθητικής χειροκίνητης βάνας, που βρισκόταν σε ύψος τεσσάρων μέτρων από το έδαφος, επέτρεψαν στον πολιτικώς ενάγοντα να πραγματοποιήσει την χειροκίνητη ρύθμιση της βάνας, ανεβαίνοντας σε πατάρι ύψους τεσσάρων μέτρων από το έδαφος, χωρίς προηγουμένως να έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα, έτσι ώστε να μπορεί να πραγματοποιηθεί η εν λόγω εργασία με ασφάλεια, παρά το γεγονός ότι ο κίνδυνος από πτώση ήταν ορατός, γεγονός που επιτείνει μάλιστα το μέγεθος της ασυνείδητης αμέλειας που επέδειξαν.

Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων επρόκειτο να εκτελέσει επικίνδυνη εργασία σε ύψος, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, δεν φρόντισαν για την ασφαλή παραμονή του στη συγκεκριμένα θέση εργασίας, αν και είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση προς τούτο, λόγω της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με τον πολιτικώς ενάγοντα, εξαιτίας της οποίας όφειλαν να λάβουν προηγουμένως όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή και χωρίς κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα, εκτέλεση της εργασίας του.

Ωστόσο, αυτοί δεν φρόντισαν ώστε το ανωτέρω αναφερόμενο πατάρι να διαθέτει και σε εκείνο το τμήμα του που χρησιμοποιούνταν για τη χειροκίνητη ρύθμιση της βάνας, προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή, ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, όπως σταθερό σημείο αγκύρωσης για την πρόσδεση ζώνης ασφαλείας, ενώ επιπλέον δεν ενημέρωσαν και δεν επέστησαν την προσοχή στον πολιτικώς ενάγοντα, με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης της παροχής αέρα τους τελευταίους δύο μήνες περίπου, για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους, ήταν, ο πολιτικώς ενάγων, προκειμένου να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση, που διέρχονταν παράλληλα με το άκρο του παταριού και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό, για να φτάσει στη βάνα προκειμένου να προβεί σε λεπτούς χειρισμούς και ακριβείς ρυθμίσεις αυτής, να ακουμπήσει σε έναν άλλο, ανενεργό οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 5 εκατοστών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει ο σωλήνας αυτός από τη στήριξή του, καθώς ήταν και διαβρωμένος και ο πολιτικώς ενάγων, πριν προλάβει να αντιδράσει, να βρεθεί στο κενό.

Αλλά και ο τέταρτος κατηγορούμενος, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως τεχνικού ασφαλείας της επιχείρησης, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις, έχοντας ιδιαίτερη προς τούτο υποχρέωση λόγω του επαγγέλματος και της ιδιότητάς του ως τεχνικός ασφαλείας της παραπάνω επιχείρησης και την οποία μπορούσε να καταβάλει λόγω ακριβώς των εξειδικευμένων γνώσεων που διέθετε, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε σωματική βλάβη στον πολιτικώς ενάγοντα, καθόσον, ενώ στα καθήκοντά του αναγόταν -μεταξύ άλλων- και ο τακτικός έλεγχος της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους, δεν ενημέρωσε ούτε και επέστησε την προσοχή στον πολιτικώς ενάγοντα, με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης της παροχής αέρα τους τελευταίους δύο μήνες περίπου, για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας.

Επίσης, δεν φρόντισε να υποδείξει γραπτά ή έστω προφορικά, ότι για την ασφαλή εκτέλεση της νέας θέσης εργασίας για τη χειροκίνητη ρύθμιση της βοηθητικής βάνας, έπρεπε να τοποθετηθεί είτε προστατευτικό προπέτασμα με επαρκές ύψος έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδος μεσοδιαστήματος) ή άλλου ισοδύναμου αποτρεπτικού της πτώσης μέτρου, όπως την τοποθέτηση σταθερού σημείου αγκύρωσης που θα επέτρεπε την ασφαλή χρήση ζώνης ασφαλείας, δεδομένου ότι, όπως στη συνέχεια αποδείχθηκε από την πτώση και τον τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος, το υπάρχον στο πατάρι, πλέγμα σωληνώσεων, δεν ήταν πρόσφορο μέτρο προστασίας, ικανό να εμποδίσει την πτώση των εργαζομένων από τόσο μεγάλο ύψος, ενώ προστάτευε μόνο εφόσον κάποιος εργαζόμενος έπεφτε προς τα μέσα και όχι προς τα έξω, δηλαδή προς το κενό.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έκανε χρήση ζώνης ασφαλείας που υπήρχε στη διάθεσή του στον θάλαμο ελέγχου (control room) οφείλεται ακριβώς -όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε- στο γεγονός ότι στο σημείο της εργασίας του δεν υπήρχε σταθερό σημείο αγκύρωσης της ζώνης, παρά μόνο ενεργοί σωλήνες μέσα στους οποίους κυκλοφορούσε αέριο, οι οποίοι δεν ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν ως σημεία αγκύρωσης, διότι ελλόχευε πάντοτε ο κίνδυνος να σπάσουν και να προκληθεί διαφυγή αερίου, ενώ άλλωστε η σύσταση της ίδιας της παραπάνω εταιρείας στο εγχειρίδιο ασφαλείας της (βλ.

σελ. 48 αυτού), υποδείκνυε την αποφυγή της χρήσης τέτοιου είδους οργάνων, ως στηριγμάτων, πολλώ δε μάλλον, ως σημείων αγκύρωσης ζωνών ασφαλείας. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί πως το γεγονός ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τη νέα θέση εργασίας στη μονάδα του θείου με την χειροκίνητη πλέον ρύθμιση της βοηθητικής βάνας η οποία βρισκόταν σε ύψος 4 μέτρων από το έδαφος, από τους χειριστές παραγωγής κατά τον ανωτέρω τρόπο, αποδείχθηκε πλήρως κατά την ενώπιον του ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία.

Μάλιστα, όπως κατέθεσε και ο πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ακροατηρίου, οι κατηγορούμενοι μαζί με τα λοιπά στελέχη της εταιρείας (εργοδηγούς, προϊσταμένους τμημάτων αλλά και απλούς χειριστές) πραγματοποιούσαν καθημερινά meeting για τα διάφορα ζητήματα που προέκυπταν κατά τη λειτουργία του εργοστασίου, είτε αυτά αφορούσαν την αναγκαιότητα λήψης επιπλέον μέτρων ασφαλείας είτε ο,τιδήποτε άλλο.

Ιδιαίτερα δε ο πρώτος των κατηγορουμένων Κ. Π., είναι γεωλόγος μηχανικός πετρελαίων, με σπουδές στην έρευνα παραγωγής αερίου και πετρελαίου και υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας, απασχολούνταν αποκλειστικά σ' αυτήν, ενώ ο δεύτερος των κατηγορουμένων Ε. Π., υπήρξε και ο ίδιος χειριστής παραγωγής στην επιχείρηση.

Επομένως αμφότεροι, διέθεταν την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, αλλά και ενημερώνονταν καθημερινά, αναφορικά με όλα τα τρέχοντα ζητήματα που προέκυπταν στον τομέα της παραγωγής και άπτονταν με θέματα ασφάλειας των εργαζομένων. Επίσης αποδείχθηκε ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι, γνώριζαν το γεγονός ότι για τη χειροκίνητη ρύθμιση της βοηθητικής βάνας, οι περισσότεροι των χειριστών παραγωγής ακολουθούσαν την παραπάνω μέθοδο που ακολούθησε και ο πολιτικώς ενάγων.

Πλην όμως, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν λόγω της ιδιότητας και του επαγγέλματος τους, δεν προέβλεψαν το γεγονός ότι λόγω της νέας αυτής θέσης εργασίας, η οποία είχε προκύψει τους τελευταίους δύο μήνες, απαιτούνταν η λήψη πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, δηλαδή τοποθέτηση προστατευτικού προπετάσματος με επαρκές ύψος έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) ή άλλου ισοδύναμου αποτρεπτικού μέτρου, όπως η τοποθέτηση σταθερού σημείου αγκύρωσης που θα επέτρεπε την ασφαλή χρήση ζώνης ασφαλείας, καθώς, ως τέτοιο σταθερό σημείο, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι ενεργοί σωλήνες αερίου που υπήρχαν γύρω από το πατάρι, όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε, πέραν του γεγονότος ότι οι σωλήνες αυτοί, θα μπορούσαν για οποιονδήποτε λόγο να καθαιρεθούν.

Ο δε τρίτος των κατηγορουμένων, υπό την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας της εταιρείας, παρέλειψε να υποδείξει στους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών, την λήψη των παραπάνω πρόσθετων μέτρων, χωρίς όμως η παράλειψή του αυτή, να αναιρεί εντελώς ή έστω να θίγει κατά ένα μέρος την ευθύνη των λοιπών κατηγορουμένων, η οποία παραμένει σε κάθε περίπτωση ακέραια, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη (άρθρο 42 παρ. 2 ν. 3850/2010).

Η παράλειψή του δε αυτή, θεμελιώνει την ποινική του ευθύνη για την πράξη της σωματικής βλάβης που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων, εξαιτίας ακριβώς της αμέλειας που επέδειξε ο τρίτος των κατηγορουμένων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του τεχνικού ασφαλείας στην παραπάνω επιχείρηση και όχι βεβαίως για τυχόν παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της, την οποία φέρει μόνο ο εργοδότης, δηλαδή το πρόσωπο που συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση και όταν αυτό είναι νομικό πρόσωπο, το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που το διευθύνουν και το διοικούν και έχουν την ευθύνη για την επιχείρησή του, όπως είναι επί νομικού προσώπου ανώνυμης εταιρείας ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Πρόεδρος του Δ.Σ.

της εταιρείας και όχι ο τεχνικός ασφαλείας της επιχείρησης που εργάζονται οι εργαζόμενοι, ο οποίος ευθύνεται ποινικά μόνον για σωματική βλάβη ή θάνατο που προκλήθηκε από αμέλειά του, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σε εργαζόμενο στην επιχείρηση, όπως άλλωστε συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου, ο πρώτος των κατηγορουμένων, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, υποστηρίζοντας ότι από το έτος 2006 και συνεχώς μέχρι τον χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, είχε αναθέσει σε ανεξάρτητο ελεγκτικό οργανισμό (...) τον έλεγχο του συνόλου των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, ο οποίος και εξέδιδε ανά δύο έτη σχετικά πιστοποιητικά ελέγχου και ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων, χωρίς να του υποδείξουν ότι όφειλε να λάβει κάποια επιπρόσθετα μέτρα ασφαλείας, στον χώρο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα.

Μάλιστα, προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο πρώτος των κατηγορουμένων, επικαλείται - μεταξύ άλλων - και το από 29-4-2010 δελτίο εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα ασφαλείας μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, άπαντες οι κατηγορούμενοι προέβαλαν και τον ισχυρισμό ότι κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2010, έλαβε χώρα συζήτηση μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της εταιρείας, των διευθυντών, των εργοδηγών και των χειριστών παραγωγής μεταξύ των οποίων και του ίδιου του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς ο τελευταίος να υποδείξει ως επικίνδυνο το συγκεκριμένο σημείο εργασίας αλλά ούτε και οποιοσδήποτε άλλος εκ των συμμετεχόντων.

Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, δεδομένου ότι κατά τους παραπάνω χρόνους, δεν είχε ακόμη λάβει χώρα η αλλαγή του τρόπου ρύθμισης της ροής του αερίου στη μονάδα του θείου, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψιν η αλλαγή αυτή και η αναγκαιότητα λήψης πρόσθετων μέτρων ασφαλείας είτε από τον αλλοδαπό ελεγκτικό οργανισμό είτε από τα στελέχη και τους εργαζομένους της εταιρείας και συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός, αλυσιτελώς προβάλλεται.

Επίσης, με βάση όσα έγινα δεκτά ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο σχετικώς υποβληθείς εκ μέρους του δευτέρου των κατηγορουμένων, ισχυρισμός, περί πραγματικής πλάνης, δεδομένου ότι αυτοί, τελούσαν σε γνώση όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, μεταξύ των ανωτέρω παραλείψεων απάντων των κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος της πτώσεως του πολιτικώς ενάγοντος και του σοβαρότατου τραυματισμού του, ασφαλώς και υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, δεδομένου ότι εάν, αντί των παραπάνω παραλείψεων των κατηγορουμένων όσον αφορά τη λήψη πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, εξαιτίας της αλλαγής του τρόπου ρύθμισης της ροής του αερίου, αυτοί, είχαν προβεί σε θετική ενέργεια και συγκεκριμένα, οι δύο πρώτοι εξ αυτών ελάμβαναν τα ανωτέρω μέτρα, ο δε τρίτος εξ αυτών τα υποδείκνυε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του (χωρίς ωστόσο η παράλειψή του αυτή να αναιρεί την ευθύνη των δύο πρώτων κατηγορουμένων όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε), οπωσδήποτε θα απουσίαζε και το επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων.

Επίσης, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί πως το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων όπως και ορισμένοι άλλοι εκ των συναδέλφων του, επέλεξε να εκτελεί την παραπάνω εργασία με τον τρόπο που περιγράφηκε και συγκεκριμένα, το γεγονός ότι με το ένα χέρι του σημάδευε με τον μαρκαδόρο πάνω στη βάνα και με το άλλο χέρι χειριζόταν με λεπτές κινήσεις το μικρό καβουράκι που κρατούσε, δηλαδή το συντρέχον αυτό πταίσμα που πράγματι επέδειξε ο πολιτικώς ενάγων, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την αμελή συμπεριφορά που επέδειξαν άπαντες οι κατηγορούμενοι καθώς και την συνακόλουθη ποινική τους ευθύνη στο άνω επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά αυτή του πολιτικώς ενάγοντος συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα της πτώσης του και του σοβαρού τραυματισμού του, έτσι ώστε να αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων των κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος .... ".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός των διαλαμβανομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση απαλλακτικών διατάξεων, οι οποίες δεν πλήττονται και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, με την ελαφρυντική περίσταση ότι έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

α' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος του Γ. Π., για την οποία (πράξη) επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών στον καθένα, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1° κατηγορούμενο (Π. Κ. του Μ., κάτοικο ...), τον 2° κατηγορούμενο (Π.

Ε. του Γ., κάτοικο ...) και τον 3° κατηγορούμενο (Ε. Θ. του Κ., κάτοικο ...) ένοχους για την 1η πράξη, ήτοι του ότι: 1) την 18-12-2010, στη ... και συγκεκριμένα στην επιχείρηση με την επωνυμία "... Α.Ε.", από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις λόγω του επαγγέλματος τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και προκάλεσαν σωματική βλάβη σε άλλο άτομο.

Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Κ. Π. του Μ., ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Π. του Γ., ως πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ο τέταρτος κατηγορούμενος Θ. Ε. του . ως τεχνικός ασφαλείας της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις λόγω του επαγγέλματός τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και προκάλεσαν σωματική βλάβη στο Γ.

Π. του Ι., χειριστή παραγωγής στην ως άνω εταιρεία και συγκεκριμένα ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων επέτρεψαν στον παθόντα, Γ. Π. του Ι., να πάει στη μονάδα του θείου και να ρυθμίσει με χειροκίνητη βάνα την παροχή αέρα ανεβαίνοντας σε πατάρι ύψους 4 μέτρων, χωρίς να έχουν ληφθεί όλα τα προστατευτικά μέτρα για να μπορεί να εκτελεστεί η ως άνω εργασία με ασφάλεια, καθώς παρά το γεγονός ότι ο ως άνω παθών εκτελούσε επικίνδυνη εργασία, δεν φρόντισαν για την ασφαλή παραμονή του ως άνω εργαζομένου-παθόντα στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος από πτώση ήταν ορατός και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε το πιο πάνω αναφερόμενο πατάρι να διαθέτει και σε εκείνο το τμήμα προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, με αποτέλεσμα ο παθών για να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση, που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού, και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό, για να φτάσει την βάνα, να ακουμπήσει σε έναν οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 5 εκατοστών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει ο σωλήνας από τη στήριξή του και ο παθών πριν προλάβει να αντιδράσει να πέσει και να βρεθεί στο έδαφος και να υποστεί από την πτώση του αυτή, κάταγμα του 8ου θωρακικού σπονδύλου λόγω πτώσεως εξ' ύψους μετά συνοδού τραυματισμού του νωτιαίου μυελού, επιπλοκή από λοίμωξη της μήνιγγος, θλάση πνευμόνων, διενεργηθείσα χειρουργική επέμβαση αποσυμπιέσεως του μυελού δια επεκτάσεως της αρχικής πεταλεκτομής, διενεργηθείσης σπονδυλοδεσίας και τοποθετήσεως οστικού αλλομοσχεύματος, παραπληγία από τη μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από τη μέση και κάτω και φυσικά των άκρων, υποδόριο οίδημα κατά το δεξιό κάτω άκρο άνευ θρομβώσεως, ενώ ο τέταρτος των κατηγορουμένων με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης παροχής αέρα με χειροκίνητη βάνα παρά το γεγονός ότι γνώριζε για τον κίνδυνο πτώσης από το σημείο του παταριού που δεν είχε προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης δεν ενημέρωσε τη διοίκηση για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας, προκειμένου να ληφθούν όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία μέτρα (τοποθέτηση κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο)".

Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα αμέλεια, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιό από αυτά αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου), καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση αυτή ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης του προαναφερθέντος αδικήματος της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα αμέλεια, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, αφού, εκτός των άλλων, γίνεται επαρκής αναφορά των πράξεων και των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την (συντρέχουσα) αμέλεια των αναιρεσειόντων, με λεπτομερή προσδιορισμό της συμπεριφοράς εκάστου τούτων, της μορφής της αμέλειάς τους, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της προκληθείσας από αυτή σωματικής βλάβης του παθόντος.

Συγκεκριμένα, εκτίθεται, ότι: α) ο αναιρεσείων Κ. Π. ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο του Δεκεμβρίου του έτους 2010, διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που δραστηριοποιείται στην εξόρυξη, στην επεξεργασία και στην εμπορία υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του ... και διατηρεί βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη ..., β) ο αναιρεσείων Ε.

Π. ήταν, κατά τον ίδιο χρόνο, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας, γ) ο αναιρεσείων Θ. Ε., εργαζόταν στην ίδια εταιρία με την ιδιότητα του τεχνικού ασφάλειας, δ) στην εν λόγω ανώνυμη εταιρία είχε προσληφθεί, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στις 6-7-2007 και ο πολιτικώς ενάγων Γ.

Π., με την ιδιότητα του χειριστή παραγωγής, στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της στη ..., ο οποίος, από το έτος 2009 και μετά, ήταν τοποθετημένος στη μονάδα του θείου, η οποία από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 και μετά παρουσίασε μειωμένη παραγωγή, με αποτέλεσμα, ενώ μέχρι το χρόνο εκείνο η ρύθμιση της λειτουργίας της μονάδας γινόταν αυτόματα από τον θάλαμο ελέγχου (control room) ανάλογα με τις αυξομειώσεις της θερμοκρασίας, με το αυτόματο άνοιγμα και κλείσιμο μιας βάνας, μέσα από την οποία κυκλοφορούσε, σε μορφή αερίου, το θειάφι, έκτοτε, δεν ήταν πλέον δυνατή η αυτόματη ρύθμιση της όλης διαδικασίας, αλλά η ρύθμιση έπρεπε να γίνει μέσω μιας βοηθητικής βάνας, της οποίας το άνοιγμα και το κλείσιμο έπρεπε να πραγματοποιείται χειροκίνητα, από έναν εργαζόμενο-χειριστή παραγωγής της μονάδας, ε) οι αναιρεσείοντες Κ.

Π., ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας και Ε. Π., ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας, επέτρεψαν στον παθόντα, Γ. Π., να πάει στη μονάδα θείου και να ρυθμίσει με χειροκίνητη βάνα την παροχή αέρα ανεβαίνοντας σε πατάρι ύψους 4 μέτρων, χωρίς να έχουν ληφθεί όλα τα προστατευτικά μέτρα για να μπορεί να εκτελεστεί η ως άνω εργασία με ασφάλεια, καθώς, παρά το γεγονός ότι ο ως άνω παθών εκτελούσε επικίνδυνη εργασία, δεν φρόντισαν για την ασφαλή παραμονή του ως άνω εργαζομένου-παθόντος στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος από πτώση ήταν ορατός και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε το πιο πάνω αναφερόμενο πατάρι να διαθέτει και σ' εκείνο το τμήμα προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, με αποτέλεσμα ο παθών για να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση, που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού, και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό, για να φτάσει τη βάνα, να ακουμπήσει σε έναν οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 5 εκατοστών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει ο σωλήνας από τη στήριξή του και ο παθών, πριν προλάβει να αντιδράσει, να πέσει και να βρεθεί στο έδαφος και να υποστεί από την πτώση του αυτή τις πιο πάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες, μεταξύ των οποίων παραπληγία από τη μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από τη μέση και κάτω και φυσικά των άκρων, ενώ ο αναιρεσείων Θ.

Ε., με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης παροχής αέρα με χειροκίνητη βάνα, παρά το γεγονός ότι γνώριζε για τον κίνδυνο πτώσης από το σημείο του παταριού που δεν είχε προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης, δεν ενημέρωσε τη διοίκηση για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας, προκειμένου να ληφθούν όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία μέτρα (τοποθέτηση κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο).

Ακόμη, εκτός από προπεριγραφόμενη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή της υπαιτιότητας αυτών, που περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος), ευθέως δε συνάγεται από τις ανωτέρω ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της εν λόγω απόφασης και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των ιδίων (αναιρεσειόντων) προς αποτροπή του ως άνω αποτελέσματος, απορρέουσα από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων συνδεομένων με έννομη σχέση, ως εκ των παραπάνω ιδιοτήτων τους και συγκεκριμένα:

α) του Κ. Π., ως διευθύνοντος συμβούλου της εργοδότριας του παθόντος εταιρίας με την επωνυμία "...", β) του Ε. Π., ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εργοδότριας εταιρίας, εντεύθεν δε αναδεχομένων την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου για τους εργαζομένους, λόγω της εγγυητικής ευθύνης τους για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας και γ) του Θ.

Ε., ως έχοντος την ιδιότητα του τεχνικού ασφάλειας της ίδιας εταιρίας, αρμοδίου να υποδεικνύει στους δύο πρώτους τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας. Τέλος, διαλαμβάνεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατά τα ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η σωματική βλάβη του παθόντος Γ.

Π. οφείλεται στην έλλειψη των απαιτούμενων μέτρων ασφάλειας. Ακόμη, ανεξαρτήτως του ότι, με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος για το επελθόν αποτέλεσμα και περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεών τους και του επελθόντος αποτελέσματος, για τους περιλαμβανόμενους στα αναιρετήρια λόγους, απαραδέκτως προσβάλλεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το τελευταίο, παρά την έλλειψη υποχρέωσής του να διαλάβει συναφώς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως εκ περισσού απέρριψε αιτιολογημένα τους εν λόγω αρνητικούς της κατηγορίας (και όχι αυτοτελείς) ισχυρισμούς τους, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, ορθώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι η διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν διέκοψε τον κατά τα ανωτέρω αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των συγκλινουσών πράξεων και παραλείψεων των αναιρεσειόντων και της επελθούσας σωματικής βλάβης του.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος, ως προς τα σχετικά μέρη τους, λόγοι της από 26-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Π., καθώς και ο δεύτερος και τρίτος λόγος, ως προς το σχετικό σκέλος του, της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση της, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς το είδος της αμέλειας, είναι αβάσιμοι, ενώ, ως προς τα οικεία μέρη τους, ο δεύτερος λόγος της από 26-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ.

Π. και ο πρώτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρείται να θεμελιωθεί ο αναιρετικός αυτός λόγος, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν αιτιολογείται, αν υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους (του διευθύνοντος συμβούλου ο πρώτος και του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ο δεύτερος) εκπροσωπούσαν νόμιμα την προαναφερόμενη εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία "...", είναι απαράδεκτοι, ως αναγόμενοι στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "η πράξη όμως δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τί πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και, υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο.

Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης.

Η πλάνη, δηλαδή, είναι συγγνωστή, όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων και ικανοτήτων, και εφόσον πίστευε εύλογα, ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές).

Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Η πραγματική πλάνη είναι άγνοια του πράττοντος (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη αυτού (πλάνη σε στενή έννοια), για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξης και μάλιστα όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποιά υπήρξε η πηγή της πλάνης.

Έτσι, η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο αποκλεισμού του καταλογισμού, δηλαδή αποκλείει το δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια. Άρα, η προβλέπουσα αυτή διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που τελούνται από μη συνειδητή αμέλεια. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Κ.

Π., προέβαλε, δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι ".... ανέλαβα διευθύνων σύμβουλος της ... ΑΕ το έτος 2005. Δεν διαθέτω γνώσεις τεχνικής φύσεως ούτε είμαι μηχανολόγος ή μηχανουργός, ώστε να μπορώ να διαπιστώνω μόνος την κατάσταση των εγκαταστάσεων.

Αντίθετα, είμαι γεωλόγος με ειδικότητα στα κοιτάσματα πετρελαίου και αποτελούσα διοικητικό στέλεχος της εταιρείας, έχοντας γνώση και εμπειρία για την διαδικασία εύρεσης και άντλησης πετρελαίου και την αξιολόγηση των κοιτασμάτων. Έτσι, δεν μπορούσα να ελέγχω εγώ τις εγκαταστάσεις της εταιρείας ούτε διαθέτω τις τεχνικές γνώσεις για να διαπιστώσω προβλήματα τεχνικής ή μηχανολογικής φύσης.

Για όλα αυτά ενημερωνόμουν από τους καθ' ύλην αρμοδίους, όπως είναι το ειδικό τμήμα τεχνικής επιθεώρησης, ο τεχνικός ασφαλείας και κυρίως ο ανωτέρω ελεγκτικός φορέας. Για το λόγο αυτό άλλωστε η εταιρεία ζητούσε πάντα την πιστοποίηση της ασφαλείας και λειτουργικότητας των εγκαταστάσεών της από τον πλέον ανεξάρτητο και αξιόπιστο φορέα.

Γνωρίζοντας και έχοντας υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα είχα την εύλογη εντύπωση και πεποίθηση ότι οι εγκαταστάσεις της εταιρείας βάσει των άνω πιστοποιητικών δεν είχαν ελλείψεις ως προς την ασφάλεια και την λειτουργικότητά τους κι' ότι επομένως δεν συντρέχει περίπτωση παράβασης της νομοθεσίας περί της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων και ότι δεν είναι δυνατόν να προκληθεί εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε μη τήρηση των όρων που τάσσει η νομοθεσία περί της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων.

Άλλωστε καθημερινά λάμβανε χώρα σύσκεψη για την αξιολόγηση της ασφαλούς λειτουργίας του εργοστασίου .... Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται ότι εγώ προσωπικά έδινα πάντα σαφείς εντολές στους καθ' ύλην αρμόδιους να τηρούνται όλα τα μέτρα ασφαλείας και ζητούσα πάντα γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια των εργαζομένων και για το λόγο αυτό εκδίδονταν αδιάλειπτα τα ανωτέρω πιστοποιητικά.

Πίστευα επομένως βάσει των ανωτέρω εγγράφων διαβεβαιώσεων από τους πλέον αρμόδιους ότι δεν τίθεται θέμα ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία και ότι δεν απαιτείται να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ασφαλείας στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου. Ειδικά δε από τη στιγμή που τούτο πιστοποιήθηκε από τον πιο αξιόπιστο και γνωστό παγκοσμίως ανεξάρτητο πραγματογνώμονα την εταιρεία ..., η οποία επ' ουδενί δε διακυβεύει τη φήμη και την αξιοπιστία της.

Επίσης, αποδεικνύεται από τα ίδια έγγραφα ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ενημερωθώ ως προς την κατάσταση του εργοστασίου αναφορικά με τις συνθήκες ασφαλείας των εργαζομένων. Σημειώνω ότι δεν ήμουν παρών κατά την ώρα του ατυχήματος. Έτσι, δεδομένης της ύπαρξης των άνω εγγράφων, των ανωτέρω τεχνικών και πνευματικών γνώσεών μου, του μεγέθους του εργοστασίου και των συγκεκριμένων άκρως εξειδικευμένων ζητημάτων ως προς τη συγκεκριμένη εγκατάσταση (όπου για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή έλλειψης κινδύνου για την ασφάλεια των εργαζομένων απαιτούνται άκρως εξιδιασμένες τεχνικές γνώσεις και εμπειρία, που εξ ορισμού λόγω της ειδικότητας και των γνώσεών μου δεν κατέχω και για το λόγο αυτό εκδίδονται τα άνω πιστοποιητικά), σχημάτισα την βεβαία πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν ελλείψεις σε θέματα ασφαλείας, ώστε να ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα ασφαλείας ....".

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με το ακόλουθο σκεπτικό: "....ο πρώτος των κατηγορουμένων προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, υποστηρίζοντας ότι από το έτος 2006 ....

είχε αναθέσει σε ανεξάρτητο ελεγκτικό οργανισμό (...) τον έλεγχο του συνόλου των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, ο οποίος και εξέδιδε ανά δύο έτη σχετικά πιστοποιητικά ελέγχου και ασφαλούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων, χωρίς να του υποδείξουν ότι όφειλε να λάβει κάποια επιπρόσθετα μέτρα ασφαλείας, στον χώρο που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα.

Μάλιστα, προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο πρώτος των κατηγορουμένων, επικαλείται - μεταξύ άλλων - και το από 29-4-2010 δελτίο εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα ασφαλείας μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων....Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, δεδομένου ότι κατά τους παραπάνω χρόνους, δεν είχε ακόμη λάβει χώρα η αλλαγή του τρόπου ρύθμισης της ροής του αερίου στη μονάδα του θείου, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψιν η αλλαγή αυτή και η αναγκαιότητα λήψης πρόσθετων μέτρων ασφαλείας είτε από τον αλλοδαπό ελεγκτικό οργανισμό είτε από τα στελέχη και τους εργαζομένους της εταιρείας ....".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν ορθά εφάρμοσε το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος, ως προς τα σχετικά μέρη τους, λόγοι της από 26-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Π., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απορριπτική, επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης, κρίση, καθώς και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η προβλέπουσα την πραγματική πλάνη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που τελούνται από μη συνειδητή αμέλεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Ε. Π. ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας περί πραγματικής πλάνης, συνισταμένης στο ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος-αναιρεσείων κατά το χρόνο της τέλεσης της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για την οποία καταδικάστηκε, αγνοούσε τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση, δεν ήταν νόμιμος.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, ούτε (πολύ περισσότερο) να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν. Παρόλα αυτά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία (απόφαση) παραδεκτώς επισκοπείται για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε με επαρκή αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π., ως προς το σχετικό σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 139 του ΚΠοινΔ, η καταδικαστική απόφαση, εκτός από την αιτιολογία, πρέπει να αναφέρει και τον αριθμό του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας ούτε μπορεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο, αφού, μετά την κατάργηση, με το άρθρ. 50 παρ. 4 Ν. 3160/2003, της περίπτωσης για μη παράθεση στην καταδικαστική απόφαση του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου εκείνου ως λόγος αναίρεσης, υπό το στοιχείο Η' της παραγρ. 1 του άρθρου 510 Κ.Ποιν.Δ γενομένης αναριθμήσεως του στοιχείου Θ' σε Η', δεν περιλαμβάνεται πλέον ο λόγος αυτός στους περιοριστικούς αναφερόμενους στο τελευταίο αυτό άρθρο λόγους αναίρεσης.

Άλλωστε, ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται εκείνο, το οποίο προβλέπει τα στοιχεία του εγκλήματος και το είδος της ποινής. Επί σωματικής βλάβης από αμέλεια, που επήλθε από παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, αρκεί η μνεία του άρθρου 314 του ΠΚ, το οποίο προβλέπει ειδικά τα στοιχεία του εγκλήματος και την ποινή, χωρίς να απαιτείται προσθέτως να παρατίθεται και το άρθρο 15 του Γενικού Μέρους του ίδιου Κώδικα, που καθορίζει πότε υπάρχει έγκλημα που τελείται με παράλειψη Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία (απόφαση) παραδεκτώς επισκοπείται για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, στο οικείο μέρος αυτής, αναφέρονται τα άρθρα 26 παρ. 1β', 28, 314 παρ. 1 και 315 του ΠΚ.

Συνεπώς, ως προς τα σχετικά μέρη τους, ο πρώτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π. και ο τρίτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν μνημονεύει και το άρθρο 15 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

Από τα άρθρα 178 και 180 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η αυτοψία αποτελεί (όπως και η πραγματογνωμοσύνη) αυτοτελές και ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, το οποίο διενεργείται, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας από ανακριτικό υπάλληλο, από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο.

Για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι η αυτοψία έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει αυτή να μνημονεύεται ειδικά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος για τη διαμόρφωση και τη θεμελίωση της δικαστικής κρίσης, χωρίς να αρκεί απλή αναφορά στα έγγραφα που αναγνώστηκαν.

Διαφορετικά, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν αποτελεί, όμως, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο η αυτοψία που διενεργήθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης για την αστυνομική διερεύνηση της εγκληματικής πράξης, χωρίς να έχει διαταχθεί από δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, οπότε και δεν απαιτείται ξεχωριστή μνημόνευση αυτής στο αιτιολογικό της απόφασης, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, ώστε να προκύπτει βεβαιότητα για την αξιολόγηση και τη στάθμισή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π. και τον τρίτο λόγο της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του Θ. Ε., προβάλλεται η αιτίαση, ότι η από 18-12-2010 έκθεση αυτοψίας της Τεχνικής Επιθεωρήτριας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Καβάλας Α.

Μ., που αναγνώστηκε, αλλά δεν μνημονεύεται ιδιαίτερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν είναι βέβαιο αν λήφθηκε υπόψη και αν συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά τη διαμόρφωση της κρίσης για την ενοχή. Από την επιτρεπτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του αποδεικτικού αυτού μέσου, προκύπτει ότι η εν λόγω έκθεση αυτοψίας διενεργήθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης για την αστυνομική διερεύνηση εγκληματικών πράξεων, χωρίς να έχει διαταχθεί από δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο.

Επομένως, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της απόφασης, αλλά απλό έγγραφο που αναγνώστηκε, το οποίο με βεβαιότητα λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε για την κρίση επί της ενοχής με τα λοιπά έγγραφα, καθώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προβαλλόμενης απόφασης (σελ. 44 των πρακτικών αυτής), γίνεται ρητή αναφορά στα έγγραφα που αναγνώστηκαν.

Συνεπώς, ως προς τα σχετικά μέρη τους, ο τρίτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Ε. Π. και ο τρίτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του Θ. Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, όταν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις. Η υπέρβαση εξουσίας διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει ν' αποφασίσει για κάτι, για το οποίο είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και μάλιστα είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), ως επί επιβολής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο βαρύτερης ποινής ή περισσότερων ποινών από εκείνες, που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και εκείνης που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου.

Η παράβαση της ανωτέρω απαγόρευσης αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το προαναφερόμενο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει, όταν το δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης και χωρίς να του επιβάλλεται βαρύτερη ποινή.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., προβάλλεται η αιτίαση της υπέρβασης εξουσίας, λόγω χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση, συνισταμένης στο ότι, ενώ πρωτοδίκως κρίθηκε ότι η αμελής συμπεριφορά του συνίστατο στο ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή του παθόντος στη θέση εργασίας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, ότι η αμελής συμπεριφορά του συνίστατο στο ότι με αφορμή την αλλαγή στη διαδικασία ρύθμισης της λειτουργίας της μονάδας θείου με τη χρήση βοηθητικής χειροκίνητης βάνας, δεν ενημέρωσε τη διοίκηση της εργοδότριας εταιρίας για τους κινδύνους τους οποίους εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας προκειμένου να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας.

Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας απλώς προσδιόρισε ακριβέστερα, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία, τον τρόπο της παράλειψης χωρίς να μεταβάλει την ταυτότητα της αποδοθείσας στον εν λόγω αναιρεσείοντα πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια και χωρίς να τον καταδικάσει για βαρύτερο έγκλημα.

Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14 του Ν. 3750/2010 και 314 του ΠΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος, ενώ, ως προς το σχετικό σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., με τον οποίο, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρείται να θεμελιωθεί αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι, παρόλο που δεν αναγνώστηκε από το Δικαστήριο της ουσίας οποιαδήποτε σύμβαση αυτού με την προαναφερόμενη εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία "...", δέχθηκε την ιδιότητα αυτού ως τεχνικού ασφάλειας, είναι απαράδεκτος, ως αναγόμενος στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του ΚποινΔ, στο ακροατήριο "διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η ανάγνωση των πρακτικών της δίκης που αναιρέθηκε δεν επάγεται καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, συνεπώς, δεν καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, δεδομένου και του ότι η απαγόρευση της ανάγνωσής τους, πλην της περίπτωσης κατά την οποία ήταν αδύνατη η εμφάνιση μάρτυρα, του οποίου η κατάθεση περιέχεται σ' αυτά, καταργήθηκε με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 524 του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., προβάλλεται η αιτίαση ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε μετά από αναίρεση προγενέστερης απόφασής του, στήριξε την καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του και στην απολογία αυτού ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προηγούμενη αναιρεθείσα απόφαση, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτή αναγνώστηκε.

Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε την καταδικαστική για τον εν λόγω αναιρεσείοντα κρίση του και στην απολογία αυτού ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, χωρίς αυτή να αναγνωστεί και, συνεπώς, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.

Επομένως, ως προς το σχετικό σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της από 27-3-2018 αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Θ. Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω συνεκτίμησης από το Δικαστήριο της ουσίας εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος.

Τέλος, οι λοιποί, διάσπαρτοι στα δικόγραφα των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους τους τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, καθώς και οι συναφείς αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις: 1) από 26-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-3-2018) του Κ. Π. του Μ., κατοίκου ... (...), 2) από 27-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-3-2018) του Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... (...) και 3) από 27-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-3-2018) του Θ. Ε. του Κ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 128/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα από αυτούς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ