1929/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1929/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): άρθρα 12 § 1, 19 §§ 1-2-3, 101 § 2 Ν. 2094/1992). Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η υπαιτιότητα των εργατοτεχνιτών της εργολάβου κοινοπραξίας και, συνεπώς, η υπαιτιότητα των κυρίως εναγομένων εταιριών, οι οποίες αποτελούσαν την εργολάβο κοινοπραξία, ανέρχεται σε ποσοστό 70% ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και σε ποσοστό 50% ως προ την πρόκληση της επίδικης σωματικής βλάβης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1929/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-9-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2002 αγωγή και την από 26-8-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου και Ανώνυμης Εταιρείας, αντίστοιχα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 26-10-2003 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - ανακοίνωση δίκης και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2006 μη οριστική, 2/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 343/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. ...5.7.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Βόλου Χ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία μ την επωνυμία "... ...
ΑΤΕ". Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, θα προχωρήσει όμως η συζήτηση παρά την απουσία της. Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσίβλητων (ασφαλισμένων) κατά της αναιρεσείουσας (ασφαλιστή) με αντικείμενο την αξίωση ελευθερώσεως των πρώτων λόγω ασφαλιστικής σύμβασης, έκανε δεκτά τα ακόλουθα: "Στις 20.09.1994 καταρτίστηκε εργολαβικό συμφωνητικό με αριθμό ...1994 μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ..." (Δ.Ε.Π.Α.), ως εργοδότριας, και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...
Α.Ε. - ... ΑΤΕ", την οποία συγκρότησαν νόμιμα οι ανώνυμες εταιρίες με τις επωνυμίες "... Α.Ε." και "... ΑΤΕ", ως εργολάβου. Μεταξύ των όρων αυτού του εργολαβικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων τα εξής: .... Στις 16.12.1994 η εργολήπτρια κοινοπραξία συμβλήθηκε με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕΕΓΑ" και κατάρτισαν μεταξύ τους το ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά παντός κινδύνου έργων συναρμολογήσεως ...6. Μεταξύ των όρων αυτού του ασφαλιστήριου συμβολαίου περιλήφθηκαν οι εξής: 2.1. Η ευθύνη των ασφαλιστών θα άρχεται, παρά πάσαν τυχόν αντίθετον ημερομηνίαν, αναγραφομένην εις τον πίνακα, αμέσως άμα τη ενάρξει των εργασιών ...
και θα συνεχίζεται μέχρι την παράδοσιν του έργου ή μέχρι το πέρας της πρώτης δοκιμαστικής λειτουργίας ή της πρώτης δοκιμαστικής φορτώσεως. 3.1. Η ενδεικνυομένη τήρησις και εκπλήρωσις των όρων του παρόντος ασφαλιστηρίου εις ό,τι αφορά παν ό,τι δέον να ενεργήσει ή προς το οποίον δέον να συμμορφωθεί ο ασφαλιζόμενος και η ειλικρίνεια των δηλώσεων και απαντήσεών του αποτελούν όρον, προηγούμενον πάσης ευθύνης των ασφαλιστών. 3.2.
Ο πίναξ και το ή τα τμήματα θεωρούνται ενσωματωμένα εις το παρόν ασφαλιστήριον. 3.4. Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να τηρή απαραιτήτως τας διατάξεις των νόμων, τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας και γενικώτερον παν ό,τι προβλέπεται εκ των κειμένων διατάξεων δια τας υπό του παρόντος ασφαλιστηρίου καλυπτομένας εργασίας.
Προσέτι ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται όπως λάβη πάσαν λογικήν προφύλαξιν και συμμορφωθεί προς πάσαν λογικήν σύστασιν προς αποφυγήν ζημιών ή απωλειών τόσον εκ μέρους των ασφαλιστών όσον και των κατασκευαστών των υπό συναρμολόγησιν αντικειμένων. 3.6. Εις περίπτωσιν οιουδήποτε συμβάντος, δυναμένου να προκαλέση την έγερσιν απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλιζομένου, βάσει του παρόντος ασφαλιστηρίου, ούτος υποχρεούται:
α) να ειδοποιήση εντός 3 ημερών τους ασφαλιστάς τηλεφωνικώς ή τηλεγραφικώς, ως και εγγράφως, παρέχων στοιχεία περί της φύσεως και της εκτάσεως της απωλείας ή ζημίας, β) να λάβη παν μέτρον εντός των δυνατοτήτων του προς μείωσιν εις το ελάχιστον της εκτάσεως της απωλείας ή ζημίας, γ) να διατηρήση το ή τα ζημιωθέντα τμήματα προς επιθεώρησιν υπό του εκπροσώπου ή του πραγματογνώμονος ίων ασφαλιστών, δ) να παρέξη πάσαν απαιτηθησομένην παρά των ασφαλιστών πληροφορίαν και έγγραφα στοιχεία, ε) να ειδοποίηση τας αστυνομικάς αρχάς εις περίπτωσιν απώλειας ή ζημίας, οφειλομένης εις κλοπήν ή διάρρηξιν. 3.7.
Εν πάση περιπτώσει οι ασφαλισταί δεν ευθύνονται δι’ απώλειαν, ζημίαν ή ευθύνην, δια την οποίαν ουδεμίαν ειδοποίησιν έλαβον εντός 21 ημερών από τους συμβάντος. 3.13. Επέρχεται κατάπτωσις παντός δικαιώματος του ασφαλιζομένου, πηγάζοντος εκ του παρόντος ασφαλιστηρίου εκ των κάτωθι λόγων: α) Εις περίπτωσιν δόλιας απαιτήσεως ή ψευδούς δηλώσεως ή χρήσεως δολίων μέσων ή επινοήσεων υπό του ασφαλιζομένου ή παντός εκπροσωπούντος αυτόν προς απόκτησιν οιουδήποτε ευεργετήματος εκ του παρόντος ασφαλιστηρίου, β) Εις περίπτωσιν απορρίψεως εγερθείσης απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλιστού και μη ασκήσεως αγωγής ή ετέρου ενδίκου μέσου εντός τριών μηνών από της απορρίψεως εκ μέρους του ασφαλιζομένου.
Στον πίνακα που είναι συνημμένος στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και θεωρείται ως τμήμα του, αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Αστική ευθύνη έναντι τρίτων. Ανώτατον όριον ευθύνης των ασφαλιστών καθ’ όλην την διάρκειαν του παρόντος ασφαλιστηρίου δρχ. 800.000.000. Καλυπτόμενοι περιπτώσεις. 1. Σωματικαί βλάβαι. 1.1.
Μεμονωμένον ατύχημα. Όρια αποζημιώσεως δρχ. 100.000.000. 1.2. Ομαδικόν ατύχημα. Όρια αποζημιώσεως δρχ. 100.000.000. Διάρκεια ασφαλίσεως (υπό την επιφύλαξιν των εις το κεφάλαιον "Περίοδος Ασφαλιστικής Καλύψεως" διαλαμβανομένων) από 01.12.94 (12.00) έως 30.09.95 (12.00) πλέον 15 μηνών περιόδου εκτεταμένης συντηρήσεως. Στις 03.10.1995, περί ώρα 03.00’ , ο ενάγων, Κ.
Κ. οδηγούσε το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο... και έβαινε στην περιοχή της Νέας Ιωνίας Βόλου (Μαγνησίας) στην οδό ... με κατεύθυνση προς βορράν. Στην πιο πάνω οδό γίνονταν τότε έργα για την εγκατάσταση υπόγειου δικτύου διανομής αερίου. Την εκτέλεση του έργου αυτού είχε αναλάβει ως εργολάβος, η κοινοπραξία με την επωνυμία "...
Α.Ε. - ... ΑΤΕ", την οποία αποτελούσαν η 2η κυρίως εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", και η 3η κυρίως εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΤΕ", μετά από σύμβαση έργου, η οποία καταρτίστηκε στις 20.09.1994 (με το υπ’ αριθμόν ...1994 εργολαβικό συμφωνητικό) μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ..." (ΔΕΠΑ), ως εργοδότριας, και της ανωτέρω κοινοπραξίας, ως εργολάβου.
Κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου είχε διανοιχτεί κατά μήκος του δεξιού άκρου του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού (...) ένα φρεάτιο (χαντάκι), με διαστάσεις μήκους και πλάτους 30 χ 30 περίπου εκατοστών του μέτρου και με βάθος 45 περίπου εκατοστών του μέτρου. Ο ενάγων δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ύπαρξη του φρεατίου αυτού στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου έβαινε με το μοτοποδήλατο του πατέρα του, με συνέπεια να εισέλθει ο εμπρόσθιος τροχός του μοτοποδηλάτου μέσα στο φρεάτιο και να ανατραπεί το μοτοποδήλατο, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστεί το μοτοποδήλατο υλικές ζημίες στην ποδιά, στο στεφάνι του εμπρόσθιου τροχού και στα πηρούνια του τιμονιού, και να καταπέσει ο ενάγων στο οδόστρωμα της οδού, κοντά στο δεξιό ρείθρο της οδού, και να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Το ανωτέρω φρεάτιο ήταν προστατευμένο περιμετρικά με πλαστικό πλέγμα, χρώματος πορτοκαλί, και με ειδική σήμανση (πινακίδα), όπως γινόταν έως τότε σε όλα τα φρεάτια, τα οποία διάνοιγε η ανωτέρω κοινοπραξία κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου (εγκατάστασης υπόγειου δικτύου διανομής αερίου). Παρόλα αυτά, επειδή στην περιοχή εκείνη επικρατούσε ελλιπής δημοτικός ηλεκτροφωτισμός, το φρεάτιο, το προστατευτικό πλέγμα του και η σχετική πινακίδα ήταν δυσδιάκριτα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μη γίνουν έγκαιρα αντιληπτά από τον ενάγοντα ο οποίος διάνυε τότε την ηλικία ίων 19 ετών (ως γεννηθείς κατά το έτος 1976).
Κατά τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, όπως όφειλε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 101 § 2 του Ν. 2094/1992 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας", ο οποίος ίσχυε κατά την ημέρα του ατυχήματος. Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι το επίδικο ατύχημα και, ειδικότερα, η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, την οποία υπέστη ο ενάγων εξαιτίας αυτού του ατυχήματος, οφείλεται κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα των εργατοτεχνιτών της εργολάβου κοινοπραξίας, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, ώστε να είναι ευδιάκριτο το ανωτέρω φρεάτιο ακόμη και σε συνθήκες ελλιπούς ηλεκτροφωτισμού της γύρω από αυτό περιοχής, (βλ.
άρθρα 9 §§ 1-2-3-α, 12 §§ 2-α-4 Ν. 2094/1992), και κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος παρέλειψε να οδηγεί το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, παρέλειψε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να μπορεί να εκτελεί κάθε στιγμή του αναγκαίους οδικούς ελιγμούς, αφού επικρατούσε νύχτα και έβαινε σε τμήμα οδού, όπου η ορατότητα ήταν περιορισμένη εξαιτίας ελλιπούς ηλεκτροφωτισμού, και, επίσης, παρέλειψε να φέρει προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, το οποίο θα απέτρεπε την ανωτέρω σωματική κάκωσή του ή, τουλάχιστον, θα μείωνε σημαντικά τις συνέπειες αυτής της κάκωσης, (βλ.
άρθρα 12 § 1, 19 §§ 1-2-3, 101 § 2 Ν. 2094/1992). Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η υπαιτιότητα των εργατοτεχνιτών της εργολάβου κοινοπραξίας και, συνεπώς, η υπαιτιότητα των κυρίως εναγομένων εταιριών, οι οποίες αποτελούσαν την εργολάβο κοινοπραξία, ανέρχεται σε ποσοστό 70% ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και σε ποσοστό 50% ως προ την πρόκληση της επίδικης σωματικής βλάβης.
Η υπαιτιότητα του ενάγοντος ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος ανέρχεται σε ποσοστό 30% και ως προς την πρόκληση της κάκωσής του ανέρχεται σε ποσοστό 50%, διότι ο ενάγων συνετέλεσε στην πρόκληση αυτής της σωματικής κάκωσης κατά πρόσθετο ποσοστό (επιπλέον της υπαιτιότητάς του ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος), διότι παρέλειψε να φέρει προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του κατά την οδήγηση του οχήματος του..." Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού περιγράφει την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος καταλήγει ότι: " η σωματική κάκωση, την οποία υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος, είχε σημαντική βαρύτητα και, μάλιστα, άφησε υπολειμματικές εκδηλώσεις, οι οποίες δεν εξαλείφθηκαν ολοσχερώς με την παρέλευση του χρόνου.
Κατά την ημέρα του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων διάνυε την ηλικία των 19 ετών και ήταν υγιής και αρτιμελής. Το επίδικο ατύχημα είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ενάγων την ανωτέρω σωματική κάκωση, η οποία προκάλεσε σ’ αυτόν τις ανωτέρω υπολειμματικές εκδηλώσεις κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης επί μακρό χρονικό διάστημα.
Εξαιτίας αυτής της σωματικής κάκωσης ο ενάγων: ι) Αισθάνθηκε σωματικούς και ψυχικούς πόνους επί μακρό χρονικό διάστημα, ιι) νοσηλεύτηκε επί μακρό χρονικό διάστημα , ιιι) καταλήφθηκε και διακατέχεται ακόμη από έντονη ανησυχία σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του, την επανάκτηση της προηγούμενης σωματικής και ψυχικής υγείας του και τη δυνατότητα να τελέσει γάμο και να δημιουργήσει οικογένεια.
Οι πιο πάνω συνέπειες του ατυχήματος και, περαιτέρω, η επακόλουθη διακοπή των συνηθισμένων κοινωνικών δραστηριοτήτων του, είχαν ως συνέπεια να διαταραχθεί σημαντικά, χωρίς τη θέληση του ενάγοντος, επί πολλά έτη, ο συνήθης τρόπος της ζωής του και να προκληθεί σ’ αυτόν ηθική βλάβη σημαντικής έντασης. Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, τη βαρύτητα του τραυματισμού του, την υπαιτιότητα των εναγομένων εργοληπτριών εταιριών και τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση αυτού του τραυματισμού και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση, ποσού 20.000 ευρώ....
Η παρεμπίπτουσα αγωγή των προσεπικαλουσών εταιριών και κοινοπραξίας, ήτοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...
Α. Ε. - ... ΑΤΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της εργολήπτριας κοινοπραξίας με την επωνυμία "... Α.Ε. - ... ΑΤΕ", αντισυμβαλλόμενης της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, αποβαίνει ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, διότι με το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει αποζημίωση στην ασφαλιζόμενη κοινοπραξία "μέχρι των εις τον πίνακα καθοριζομένων ορίων δι’ οιονδήποτε ποσόν ήθελε καταστεί αυτή υπεύθυνη κατά νόμον να καταβάλλει ως αποζημίωσιν συνεπεία τυχαίας σωματικής βλάβης ή ασθενείας τρίτων (θανατηφόρου ή μη) ασθενείας τρίτων (θανατηφόρου ή μη), λαμβανούσης χώραν εις τον τόπον εργασιών ή τον αμέσως γειτνιάζοντα κατά την διάρκειαν της ασφαλίσεως.
Επιπλέον, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τις αντιδίκους της, ως διαδόχους της ασφαλιζόμενης κοινοπραξίας, για τα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες που θα καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα, και για όλα τα έξοδα και όλες τις δαπάνες, με την προϋπόθεση ότι η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας δεν υπερβαίνει τα αναφερόμενα στον πίνακα όρια αποζημίωσης.
Ο ισχυρισμός της ασφαλιστικής εταιρίας ότι δεν έχει υποχρέωση να καλύψει ασφαλιστικά το επίδικο ατύχημα, διότι: ι) Η ασφαλιζόμενη κοινοπραξία δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου και ιι) ... αξιολογείται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι: ι) Η ασφαλιζόμενη κοινοπραξία έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου.
Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας δεν απέτρεψαν το επίδικο ατύχημα, επειδή συνέτρεξαν και άλλες αιτίες, ήτοι ο ελλιπής ηλεκτροφωτισμός της περιοχής, η αμέλεια του κυρίως ενάγοντος κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου του και η παράλειψη του κυρίως ενάγοντος να φέρει κράνος στο κεφάλι του κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου του, δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση της ασφαλιζόμενης κοινοπραξίας από τα δικαιώματά της έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας.
Άλλωστε, στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αναγράφεται ότι η παράλειψη του ασφαλιζόμενου να λάβει τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας, αίρει την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή αποζημίωσης, αν επέλθει κάποιος ασφαλιζόμενος κίνδυνος..." Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείβλητες να πληρώσουν στον παθόντα ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής το βλάβης ποσό 20.000 ευρώ, στη συνέχεια δέχθηκε και την παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και υποχρέωσε την τελευταία να πληρώσει, σε εκτέλεση της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, κάθε ποσό (κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) που οι ασφαλισμένοι θα αναγκασθούν να πληρώσουν στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, απορρίπτοντας με επάλληλες αιτιολογίες ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση αυτής (ασφαλιστικής εταιρίας) περί εξαιρέσεώς της (αποκλεισμού) από την ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη θεμελίωση της (παρεμπίπτουσας) αγωγής του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή με αντικείμενο την αξίωση ελευθερώσεως του πρώτου από την μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, στις αναγκαίες προϋποθέσεις της οποίας περιλαμβάνεται ότι τελέσθηκε κατά τρίτου προσώπου αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως σε βάρος του ασφαλισμένου, καθώς και ότι ο ασφαλιστής δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως καλύπτει ασφαλιστικά την άνω περίπτωση.
Ειδικότερα, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αν η πρώτη αναιρεσείουσα, ως εργολάβος του ένδικου έργου, έλαβε ή όχι τα αναγκαία για τη συγκεκριμένη περίσταση μέτρα ασφαλείας, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό συνιστά προϋπόθεση τόσο του ότι τελέσθηκε σε βάρος του κυρίως ενάγοντος αδικοπραξία που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως, όσο και της βασιμότητας της ενστάσεως εξαιρέσεως (αποκλεισμού) από την ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως, την οποία η παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο, και συγκεκριμένα ενώ δέχεται (σελ. 25) ότι "...το επίδικο ατύχημα και, ειδικότερα, η κρανιοεγκεφαλική κάκωση, την οποία υπέστη ο ενάγων εξαιτίας αυτού του ατυχήματος, οφείλεται κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα των εργατοτεχνιτών της εργολάβου κοινοπραξίας, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, ώστε να είναι ευδιάκριτο το ανωτέρω φρεάτιο ακόμη και σε συνθήκες ελλιπούς ηλεκτροφωτισμού της γύρω από αυτό περιοχής, (βλ.
άρθρα 9 §§ 1-2-3-α, 12 §§ 2-α-4 Ν. 2094/1992), και κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα του ενάγοντος ...", σε άλλο σημείο της αυτής αποφάσεως δέχεται (σελ. 36) ότι "...η ασφαλιζόμενη κοινοπραξία έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου. Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας δεν απέτρεψαν το επίδικο ατύχημα, επειδή συνέτρεξαν και άλλες αιτίες, ήτοι ο ελλιπής ηλεκτροφωτισμός της περιοχής, η αμέλεια του κυρίως ενάγοντος κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου του και η παράλειψη του κυρίως ενάγοντος να φέρει κράνος στο κεφάλι του κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου του, δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση της ασφαλιζόμενης κοινοπραξίας από τα δικαιώματά της έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας..." Με τις αντιφατικές αυτές παραδοχές, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των - εφαρμοσθέντων εν προκειμένω- διατάξεων των άρθρων 914, 932, 1, 7, 11 και 13 παρ. 3 ν. 2496/1997 και να κριθεί α) αν συνέτρεξε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της ανωτέρω κοινοπραξίας για τον τραυματισμό του κυρίως ενάγοντος, καθώς και β) αν συντρέχει ο προβαλλόμενος από την ασφαλιστική εταιρία συμβατικός λόγος εξαιρέσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) με τον οποίο προβάλλεται το ανωτέρω σφάλμα είναι βάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα (ΑΠ 112/2008).
Εν προκειμένω, το Εφετείο για την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως (αποκλεισμού) αυτής από την ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως, διέλαβε και την (πληττόμενη με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως) επάλληλη αιτιολογία ότι "... άλλωστε, στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αναγράφεται ότι η παράλειψη του ασφαλιζόμενου να λάβει τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας, αίρει την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή αποζημίωσης, αν επέλθει κάποιος ασφαλιζόμενος κίνδυνος..." Για τη θεμελίωση του πορίσματός του αυτού το Εφετείο διέλαβε, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης υπ’ αριθ. ...
από 16.12.1994 ασφαλιστικής συμβάσεως, τα εξής: "Στις 16.12.1994 η εργολήπτρια κοινοπραξία συμβλήθηκε με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ" και κατάρτισαν μεταξύ τους το ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά παντός κινδύνου έργων συναρμολογήσεως ...6. Μεταξύ των όρων αυτού του ασφαλιστήριου συμβολαίου περιλήφθηκαν οι εξής: 2.1.
Η ευθύνη των ασφαλιστών θα άρχεται, παρά πάσαν τυχόν αντίθετον ημερομηνίαν, αναγραφομένην εις τον πίνακα, αμέσως άμα τη ενάρξει των εργασιών ... και θα συνεχίζεται μέχρι την παράδοσιν του έργου ή μέχρι το πέρας της πρώτης δοκιμαστικής λειτουργίας ή της πρώτης δοκιμαστικής φορτώσεως. 3.1. Η ενδεικνυομένη τήρησις και εκπλήρωσις των όρων του παρόντος ασφαλιστηρίου εις ό,τι αφορά παν ό,τι δέον να ενεργήσει ή προς το οποίον δέον να συμμορφωθεί ο ασφαλιζόμενος και η ειλικρίνεια των δηλώσεων και απαντήσεών του αποτελούν όρον, προηγούμενον πάσης ευθύνης των ασφαλιστών. 3.2.
Ο πίναξ και το ή τα τμήματα θεωρούνται ενσωματωμένα εις το παρόν ασφαλιστήριον. 3.4. Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να τηρή απαραιτήτως τας διατάξεις των νόμων, τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας και γενικώτερον παν ό,τι προβλέπεται εκ των κειμένων διατάξεων δια τας υπό του παρόντος ασφαλιστηρίου καλυπτομένας εργασίας.
Προσέτι ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται όπως λάβη πάσαν λογικήν προφύλαξιν και συμμορφωθεί προς πάσαν λογικήν σύστασιν προς αποφυγήν ζημιών ή απωλειών τόσον εκ μέρους των ασφαλιστών όσον και των κατασκευαστών των υπό συναρμολόγησιν αντικειμένων. 3.6. Εις περίπτωσιν οιουδήποτε συμβάντος, δυναμένου να προκαλέση την έγερσιν απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλιζομένου, βάσει του παρόντος ασφαλιστηρίου, ούτος υποχρεούται:
α) να ειδοποιήση εντός 3 ημερών τους ασφαλιστάς τηλεφωνικώς ή τηλεγραφικώς, ως και εγγράφως, παρέχων στοιχεία περί της φύσεως και της εκτάσεως της απωλείας ή ζημίας, β) να λάβη παν μέτρον εντός των δυνατοτήτων του προς μείωσιν εις το ελάχιστον της εκτάσεως της απωλείας ή ζημίας, γ) να διατηρήση το ή τα ζημιωθέντα τμήματα προς επιθεώρησιν υπό του εκπροσώπου ή του πραγματογνώμονος ίων ασφαλιστών, δ) να παρέξη πάσαν απαιτηθησομένην παρά των ασφαλιστών πληροφορίαν και έγγραφα στοιχεία, ε) να ειδοποίηση τας αστυνομικάς αρχάς εις περίπτωσιν απώλειας ή ζημίας, οφειλομένης εις κλοπήν ή διάρρηξιν. 3.7.
Εν πάση περιπτώσει οι ασφαλισταί δεν ευθύνονται δι’ απώλειαν, ζημίαν ή ευθύνην, δια την οποίαν ουδεμίαν ειδοποίησιν έλαβον εντός 21 ημερών από τους συμβάντος. 3.13. Επέρχεται κατάπτωσις παντός δικαιώματος του ασφαλιζομένου, πηγάζοντος εκ του παρόντος ασφαλιστηρίου εκ των κάτωθι λόγων: α) Εις περίπτωσιν δόλιας απαιτήσεως ή ψευδούς δηλώσεως ή χρήσεως δολίων μέσων ή επινοήσεων υπό του ασφαλιζομένου ή παντός εκπροσωπούντος αυτόν προς απόκτησιν οιουδήποτε ευεργετήματος εκ του παρόντος ασφαλιστηρίου, β) Εις περίπτωσιν απορρίψεως εγερθείσης απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλιστού και μη ασκήσεως αγωγής ή ετέρου ενδίκου μέσου εντός τριών μηνών από της απορρίψεως εκ μέρους του ασφαλιζομένου..." Ωστόσο, στο εν λόγω ασφαλιστήριο, το περιεχόμενο του οποίου παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, περιλαμβάνονται οι εξής δύο συναφείς όροι:
Στους γενικούς όρους με αριθμό 3.4 (σελ. 3) ορίζεται ότι "ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να τηρή απαραιτήτως τας διατάξεις των νόμων, τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας και γενικώτερον παν ό,τι προβλέπεται εκ των κειμένων διατάξεων δια τας υπό του παρόντος ασφαλιστηρίου καλυπτόμενας εργασίας...". Επίσης, στους ειδικούς όρους στο τμήμα II και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Ειδικοί Όροι έχοντες εφαρμογήν επί του Τμήματος II" (σελ. 2) αναφέρεται ρητά με αριθμό 3 ότι "ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του βάσει του παρόντος τμήματος, να λαμβάνη τας απαιτουμένας προφυλάξεις ατυχημάτων και να τηρή απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλειαν του κοινού".
Από τους κρίσιμους αυτούς όρους, βάσει των οποίων ιδρύεται υπέρ της αναιρεσείουσας συμβατικός λόγος εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση που η ζημία προήλθε από τη μη λήψη των απαιτούμενων μέτρων προφυλάξεως (ασφαλείας), το Εφετείο τον μεν πρώτο ανέγνωσε εσφαλμένα και παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, το δε δεύτερο και πλέον κρίσιμο παρέλειψε να τον αναγνώσει, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο πρόδηλα διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ότι "...στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αναγράφεται ότι η παράλειψη του ασφαλιζόμενου να λάβει τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας, αίρει την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας...".
Επομένως, η παραμόρφωση του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου είναι προφανής και γι’ αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει το εν λόγω σφάλμα, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας βαρύνει τις αναιρεσίβλητες επειδή ηττώνται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 343/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας όσον αφορά το κεφάλαιο της από 26.10.2003 παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ