1929/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 158/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1929/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. ".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1929/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 158/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τσιώνα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.ΒΤ4209/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-1-2016 (αριθ. καταθ. 97/2016) αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής; α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).
Ειδικότερα το άρθρο 19 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ... 2.
Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4.
Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία.
Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. ".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του νέου νόμου 4337/2015 (Μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ΦΕΚ Α’ 129/17-10-2015) "τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του Ν.4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68-76 αναριθμούνται σε 74-82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο ως εξής: "Κεφάλαιο Δωδέκατο-Εγκλήματα Φοροδιαφυγής-Ποινικές Κυρώσεις", στο άρθρο 66 παρ. 5 του οποίου (Εγκλήματα φοροδιαφυγής) ορίζεται ότι: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.
Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.
Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο".
Με τις προαναφερόμενες διατάξεις καλύπτεται όλο το φάσμα των σοβαρών περιπτώσεων φοροδιαφυγής και εξορθολογίζεται το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των εγκλημάτων. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει ότι διαμορφώνονται δύο πλημμεληματικές και μία κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της έκδοσης και αποδοχής πλατών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, ανεξάρτητα από το αν ο υπαίτιος διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου. Στην ίδια παράγραφο, ακόμη, (παρ. 5) δίδονται ορισμοί του πλαστού και του εικονικού φορολογικού στοιχείου για την εφαρμογή της διάταξης, οι οποίοι, κατά βάση, ταυτίζονται με τους ορισμούς του προγενέστερου νόμου (άρθρο 19 Ν.2523/1997) και την ερμηνεία που δόθηκε σ’ αυτούς από τη νομολογία του δικαστηρίου τούτου (ΑΠ 195/2015, 642/2013 κλπ), με μόνη εξαίρεση την περί του εδαφίου ι’ της παρ. 5 του νέου νόμου, κατά την οποία "Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο".
Συνεπώς, δεν είναι, πλέον, αξιόποινη η παράβαση αυτή, κατ’ αντίθεση με τα ισχύοντα του προγενέστερου νόμου και κατά τούτο είναι επιεικέστερος ο νέος νόμος, τον οποίο ο ‘ Αρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 τελ. εδάφιο ΚΠΔ). Κατά τα λοιπά ισχύουν τα ίδια, όπως και με το προγενέστερο νομικό καθεστώς (άρθρο 19 Ν.2523/1997), δηλαδή, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται:
α) αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή και για μέρος αυτής. Επίσης ρητά αναφέρεται ότι τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής ανώτερη της πραγματικής, θεωρούνται ομοίως ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας, β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή μερικά φορολογικά στοιχεία.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ’ αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (4209/2015) κήρυξε τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του ενόχους για αποδοχή πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετική ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι .... στη ..., ως ομόρρυθμοι εταίροι της εδρεύουσας στη ...
ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που είχε ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία πλαστικών, εντός του έτους 2002 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, αποδέχθηκαν από τον Γ. Κ. του Κ., ο οποίος φερόταν ότι λειτουργούσε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ηλεκτρολογικού κλπ. υλικού στην Αθήνα και επί της οδού ..., τέσσερα (4) τιμολόγια, συνολικής αξίας 34.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ (τα οποία καταστράφηκαν κατά δήλωση του κατηγορουμένου Σ.
Κ. μετά την περαίωση της χρήσης 2002). Όπως, όμως, διαπιστώθηκε από τον έλεγχο που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων τα εν λόγω τιμολόγια ήταν εικονικά ως προς τη συναλλαγή, καθώς η επιχείρηση του Γ. Κ. είχε παύσει να λειτουργεί στη δηλωθείσα έδρα της (ισόγειο κατάστημα 25 τ.μ.) επί της οδού ...
από τον Απρίλιο του 2002 και δε διέθετε αποθηκευτικούς ή άλλους χώρους εργασίας και μεταφορικά μέσα, για να διακινήσει από την έδρα της προς την έδρα της επιχείρησης των κατηγορουμένων πωληθέντα αντικείμενα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι αγνοούσαν την εικονικότητα της συναλλαγής, ενόψει του γεγονότος ότι το συνεργείο το οποίο προέβη στις εργασίες στο κατάστημα το οποίο μίσθωναν στη ...
Αττικής, για τις οποίες εκδόθηκαν τα εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη τιμολόγια, είχε σταλεί από τους ιδιοκτήτες του ακινήτου και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) δεν μπήκαν στη διαδικασία να ερευνήσουν τα πραγματικά στοιχεία του προσώπου που εξέδωσε τα επίδικα εικονικά φορολογικά παραστατικά. Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι, ως άνθρωποι με μακρόχρονη εμπειρία στις εμπορικές συναλλαγές μπορούσαν ευχερώς να διαπιστώσουν την πραγματική ταυτότητα της επιχείρησης που εκτέλεσε τις εργασίες στο κατάστημα που μίσθωναν, ώστε να αποφύγουν τον κίνδυνο εμπλοκής τους σε παράνομες πράξεις που αφορούσαν εικονικά ή πλαστά φορολογικά στοιχεία, πόσο δε μάλλον τη στιγμή που το συνεργείο που εκτέλεσε τις ανωτέρω εργασίες δεν ήταν της επιλογής τους, σύμφωνα με όσα οι ίδιοι ισχυρίζονται.
Πέραν δε τούτου, περαιτέρω στοιχείο που καθιστά μη πειστικό τον ανωτέρω, αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό των κατηγορουμένων, αποτελεί και το γεγονός ότι το κόστος της δαπάνης επισκευής του κτιρίου που στέγαζε την επιχείρησή τους, ανήλθε στο σημαντικό ποσό των 34.500 ευρώ, το οποίο όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες από τους ίδιους τέσσερις αποδείξεις είσπραξης, καταβλήθηκε τμηματικά στις 16-12-2002 (ποσό 13.664,40 ευρώ), 17-12-2002 (ποσά 7.729 ευρώ και 13.829,60 ευρώ) και 18-12-2002 (5.487 ευρώ), χωρίς όμως να δοθούν επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποδείξεις αλλά και τα πρόσωπα που υπέγραψαν σε αυτές ότι έλαβαν τα ανωτέρω ποσά.
Ενόψει των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξεως, σύμφωνα με το κατηγορητήριο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο τους κήρυξε ενόχους του ότι: "στη ... εντός του 2002 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ενεργώντας από κοινού, αποδέχθηκαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που αφορούσαν σε συναλλαγή που δεν πραγματοποιήθηκε ή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονταν σε αυτά, ανεξάρτητα από εάν διέφυγαν ή μη την πληρωμή φόρου, η δε παραγραφή της πράξης τους άρχισε την 12/2/2008, οπότε και θεωρήθηκε το σχετικό πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων - β’ Υποδιεύθυνση Ελέγχων).
Συγκεκριμένα, ως ομόρρυθμοι εταίροι της εδρεύουσας στη ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που είχε ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία πλαστικών, αποδέχθηκαν από τον Γ. Κ. του Κ., ο οποίος φερόταν ότι λειτουργούσε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ηλεκτρολογικού κλπ. υλικού στην Αθήνα και επί της οδού ..., τέσσερα τιμολόγια, συνολικής αξίας 34.500.-€ πλέον ΦΠΑ (τα οποία καταστράφηκαν κατά δήλωση του κατηγορουμένου Σ.
Κ. μετά την περαίωση της χρήσης 2002). Όπως όμως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων τα εν λόγω τιμολόγια ήταν εικονικά ως προς τη συναλλαγή, καθώς η επιχείρηση του Γ. Κ. είχε παύσει να λειτουργεί στη δηλωθείσα έδρα της (ισόγειο κατάστημα 25 τ.μ.) επί της οδού ...
από τον Απρίλιο του 2002 και δε διέθετε αποθηκευτικούς ή άλλους χώρους εργασίας και μεταφορικά μέσα, για να διακινήσει από την έδρα της προς την έδρα της επιχείρησης των κατηγορουμένων πωληθέντα αντικείμενα". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά τον αναιρεσείοντα (1ο κατηγορούμενο), την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, εκθέτοντας σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε, τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν.2523/1997 και ήδη, του ισχύοντος άρθρου 66 παρ. 5 του Ν.4174/2013 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με άρθρο 8 του Ν.4337/2015), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, καθορίζεται δε ο χρόνος, ο τόπος και ειδικότερες περιστάσεις τελέσεώς της.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται σαφής αναφορά σε συναλλαγή που δεν πραγματοποιήθηκε, η δε αναφορά στο διατακτικό για "στοιχεία που αφορούσαν σε συναλλαγή που δεν πραγματοποιήθηκε ή πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονταν σε αυτά" έγινε από παραδρομή, καθώς, πλέον, η δεύτερη περίπτωση (συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στα φορολογικά στοιχεία) δεν είναι αξιόποινη παράβαση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με βάση τον επιεικέστερο νεώτερο νόμο Ν.4337/2015 (άρθρο 511 τελ.
εδάφιο ΚΠΔ), β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα στο ακροατήριο, χωρίς ν’ απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία ως προς το περιεχόμενό τους, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα κάθε αποδεικτικού στοιχείου, γ) αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η κρίση του δικαστηρίου ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, δηλαδή, ότι πρόκειται για εικονική συναλλαγή ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό φορολογικά στοιχεία, (τιμολόγια αγοράς εμπορευμάτων) που αποδέχθηκε με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμος εταίρος, ότι αυτός τελούσε σε γνώση της άνω εικονικότητας της συναλλαγής αυτής, ύψους 34.500 €, αναλύοντας επαρκώς, γιατί αυτά ήταν εικονικά, ως αφορώντα ανύπαρκτη συναλλαγή.
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν. Ενώ, τέλος, καθ’ ο μέρος, με τους πιο πάνω λόγους, πλήττεται η προσβαλλόμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτοι, γιατί με την επίφαση πλημμελειών από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ και Ε’ ΚΠΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας περί τα πράγματα. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2016 αίτηση (αριθ. κατ. 97/2016) για αναίρεση της απόφασης 4209/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ