1929/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1929/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που απέρριψε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη άσκησε έφεση ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), η οποία με την 212/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων (προσβαλλόμενη) έγινε δεκτή και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1929 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1929/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Ι. συζ. Σ. Τ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μαραβέλια.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/11/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικά ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει, ενώ αν ήταν εφεσίβλητος πρέπει να μεταφέρει στο Εφετείο όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του στην κατ'έφεση δίκη.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά των αναιρεσειόντων την από 23/2/2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα του στο περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο, επί του οποίου έχει ανεγείρει ισόγεια κατοικία με υπόγειο, καθώς και η συγκυριότητα του κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο τμήμα (διάδρομο) του ενιαίου οικοπέδου.
Κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που απέρριψε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη άσκησε έφεση ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), η οποία με την 212/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων (προσβαλλόμενη) έγινε δεκτή και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Στη συνέχεια οι εναγόμενοι άσκησαν την από 21/11/2011 αίτηση αναίρεσης, αποδίδοντας στο Εφετείο: 1) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, επειδή δεν προσδιορίζεται σε αυτή η θέση του επίδικου ακινήτου, ως τμήματος μείζονος εδαφικής έκτασης, αλλά γίνεται περιγραφή αυτού μόνο σε έγγραφο με τον τίτλο "τοπογραφικό διάγραμμα", που είναι προσαρτημένο μετά το τέλος του δικογράφου και εκτός του περιεχομένου της πιο πάνω αγωγής, η οποία μάλιστα κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες σε αντίγραφο που δεν είχε θεωρηθεί από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος του Πρωτοδικείου, 2) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1002, 1045 ΑΚ και 14 ν.3741/1929, διότι δέχθηκε ότι "ο αναιρεσίβλητος απέκτησε αποκλειστική κυριότητα επί διαμερίσματος οικοδομής (οικίας) και συγκυριότητα στο έδαφος του οικοπέδου της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί της ενιαίας οικοδομής", 3) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι με την ένδικη αγωγή ζητείται η αναγνώριση κυριότητας ακινήτου κάτω των 500 τμ, η οποία οδηγεί στη δημιουργία δύο οικοπέδων μη άρτιων και μη οικοδομήσιμων, κατά παράβαση του άρθρου 417 του π.δ. 14.7/27.7.1999.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, ενώπιον του Εφετείου οι ισχυρισμοί, επί των οποίων στηρίζονται οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης δεν προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο τρίτος λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στη συνέχεια, όμως, δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά τους ή μη πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.9, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον όρο "αίτηση", εννοείται κατ' αρχήν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε μορφή.
Δεν υφίσταται, όμως, αυτοτελής αίτηση και δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να απορρίψει το σχετικό αίτημα, όπως για τη διενέργεια αυτοψίας (ΑΠ 1062/2007). Το ίδιο ισχύει και όταν η αίτηση απορρίφθηκε σιωπηρά. Στην προκείμενη περίπτωση, υπό την επίκληση του αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο/ότι άφησε αδίκαστο (άλλως απέρριψε σιωπηρά) το αίτημα που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες για διενέργεια αυτοψίας στο επίδικο ακίνητο, καταστρατηγώντας έτσι το δικαίωμα τους για δικαστική ακρόαση, κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η διενέργεια η μη αυτοψίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και συνεπώς η απόρριψη του σχετικού αιτήματος, έστω και αν έγινε σιωπηρά, δεν ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ ούτε συνιστά παραβίαση των προαναφερθέντων άρθρων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει στο αίτημα διενέργειας αυτοψίας.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ.1α του αρθ.559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, αρκεί να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρετικής αιτήσεως, προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αναφορά στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν ούτε "η στερεότυπη φράση του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου ότι κατά τα λοιπά αναφέρεται στις ορθές σκέψεις της εκκαλούμενης απόφασης, ιδίως μετά την ολοσχερή εξαφάνιση της".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράλειψη δεν την καθιστά αναιρετέα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και η μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών ούτε, τέλος, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, από τον αρ.8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό τους ότι "ο παππούς τους Ο.
Τ. παραχώρησε με άτυπη δωρεά, μετά τον πόλεμο, στον πατέρα τους (Σ. Τ.) το επίμαχο οικόπεδο επιφάνειας 500 τετραγωνικών μέτρων περίπου, μετά της επ' αυτού παλιάς λιθόκτιστης διώροφης οικίας, το οποίο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου οικοπέδου, επιφάνειας 1500 τετραγωνικών μέτρων περίπου, καθιστώντας τον κατ' αυτό τον τρόπο αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο αυτού.
Ότι το γεγονός αυτό αποδείχθηκε πλήρως από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα (δανειστικό συμβόλαιο της ΕΤΕ, άδεια οικοδομής, τιμολόγια) και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους θείους τους".
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο οικόπεδο, όπου έχει ανεγερθεί και η οικοδομή, το είχε δωρίσει άτυπα στον πατέρα τους Σ. Τ. αμέσως μετά τον πόλεμο, ο πατέρας του και παππούς τους Ο.
Τ.. Ότι στο οικόπεδο αυτό και στην ίδια περίπου θέση, όπου υπάρχει σήμερα η καινούργια οικοδομή, υπήρχε παλαιά λιθόκτιστη και διώροφη οικία, όπου εγκαταστάθηκε ο πατέρας τους και έζησε με την οικογένεια του, ενώ όλα τα αδέλφια του, όπως και ο ενάγων, έφυγαν από το χωριό. Ότι όλα τα αδέλφια του αναγνώριζαν όλα αυτά τα χρόνια ότι το επίδικο οικόπεδο με την λιθόκτιστη οικία είχε μείνει στον πατέρα τους και ότι επί 50 χρόνια δεν έφεραν ποτέ κάποια αντίρρηση ή διαφωνία.
Ότι για το λόγο αυτό, το 1968, προκειμένου ο πατέρας τους να προβεί στην επισκευή και ανακαίνιση του παλαιού λιθόκτιστου σπιτιού, έλαβε δάνειο 10.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα, η οποία ενέγραψε και υποθήκη επί του οικοπέδου και της διώροφης οικίας. Ότι επίσης, το 1982 αποφάσισε να γκρεμίσει την παλαιά αυτή οικία και να ανεγείρει καινούργια στην ίδια θέση, όπως και έκανε.
Ότι με βάση την οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε στο όνομα του, προέβη στην κατασκευή της οικοδομής με αποκλειστικά δικές του δαπάνες....Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι...." Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως αβάσιμους.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.1β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί τα διδάγματα αυτά, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ'αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 24/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του υπαγωγικού του συλλογισμού περί μη αποκλειστικής κυριότητας του Σ. Τ. (πατέρα και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων) στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία: "όταν κάποιος που υπογράφει συμφωνητικό οικοδομής με εργολάβο, λαμβάνει άδεια οικοδομής στο όνομα του, παραχωρεί υποθήκη στο ακίνητο επί του οποίου η οικοδομή, πληρώνει τους εργατοτεχνίτες και τα ένσημά τους, πληρώνει τα τέλη υπέρβασης της άδειας, δηλώνει από χρόνο ανύποπτο στην εφορία το συγκεκριμένο ακίνητο, εκδίδει μετρητές ηλεκτρισμού, τηλεφώνου, νερού κλπ στο όνομα του, δεν είναι δυνατόν να μην είναι (αποκλειστικός) κύριος του ακινήτου αυτού".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, πέραν του ότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων της θεμελιώσεώς του πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς, ωστόσο, να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του επικληθέντος και προσκομισθέντος από τους διαδίκους στην κατ' έφεση δίκη από 26/4/1982 ιδιωτικού συμφωνητικού για την κατασκευή οικοδομής στο επίδικο ακίνητο, που υπογράφηκε μεταξύ του εργολάβου Κ.
Λ. και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Σ. Τ., ως ιδιοκτήτη, στο τέλος δε αυτού (συμφωνητικού), κάτω από τη λέξη "οι συμβαλλόμενοι" υπογράφουν οι ως άνω συμβληθέντες και ο αναιρεσίβλητος δίπλα από την φράση "Αδελφός 2ος", ενώ δίπλα από το όνομα και την υπογραφή του Σ. Τ. υπάρχει το αριθμητικό 1ος. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, διότι "δέχθηκε ότι και ο αναιρεσίβλητος συμβάλλεται ως ιδιοκτήτης της οικοδομής, υπογράφοντας δίπλα από τη φράση "Αδελφός 2ος" και ότι, συνακόλουθα, τυγχάνει συγκύριος της επίδικης οικίας, ενώ από την ορθή εκτίμηση του όλου περιεχομένου Του επίμαχου εγγράφου προκύπτει ότι μοναδικοί συμβαλλόμενοι σ' αυτό ήταν ο Σ.
Τ., αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος της πιο πάνω οικίας, και ο εργολάβος Κ. Λ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, ύστερα από την ορθή ανάγνωση του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, προέβη σε εκτίμηση του περιεχομένου του, για την άντληση επιχειρήματος ενισχυτικού της απορριπτικής κρίσης του ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους (Σ.
Τ.) στην επίδικη οικία, την κρίση του δε αυτή δεν στήριξε αποκλειστικά στο επίμαχο έγγραφο, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, φωτογραφίες, ένορκη βεβαίωση).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/11/2011 αίτηση των Κ. Τ. κλπ. για αναίρεση της 212/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ