Legislator Case Law & Legislation
1929/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract validity and procedural grounds, rejecting arguments regarding loan purpose and document distortion.

Case Number 1929/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Hellenic Seaways against the First Instance Court of Piraeus regarding a loan contract. The appellant argued the contract was void due to a hidden purpose of buying ship shares rather than debt repayment, and claimed the lower court distorted evidence. The court rejected these claims, ruling the lower court correctly identified the true cause of the loan and that the appellant failed to prove procedural violations or document distortion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 23a of Law 2190/1920: The court must evaluate the true intent of parties to determine the validity of a contract, and appeals alleging distortion of evidence or procedural errors are inadmissible if the lower court's findings are based on a proper assessment of the case file.

Keywords

AI generated
contract validity hidden purpose loan agreement appellate review evidence distortion procedural error civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 12 alpha of Law 1157/1981
Article 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 23a paragraph 1 section b of Law 2190/1920
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1929 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1929/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία" πρώην με την επωνυμία "HELLAS FLYING DOLPHINS Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία" πρώην με την επωνυμία ΜINOAN FLYING DOLPHINS ANE" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ψ, και 2. Ψ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4913/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2007 αίτησή της και με τα από 15-1-2009 και 26-3-2009 δικόγραφα των προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά παραδοχή του δεύτερου προσθέτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 α του ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν της επομένης εργασίμου ημέρας".

Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Πρόεδρος του Α2 Τμήματος όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (27-4-2009).

Η αναιρεσείουσα στις 27-3-2009 κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 26-3-2009 δικόγραφο δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το οποίο επέδωσε στους αναιρεσιβλήτους την ίδια ημέρα της καταθέσεως, όπως τούτο προκύπτει από την 3409 β/27-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς .... Έτσι η τριακοστή ημέρα από την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου αυτού συμπίπτει με την 26-4-2009, η οποία ήταν Κυριακή, ενώ η επόμενη εργάσιμη ημέρα (27-4-2009) είχε ορισθεί ως δικάσιμος της υποθέσεως, μέχρι της οποίας δεν μεσολαβούσε πλήρης η 30ήμερη προθεσμία.

Επομένης ο δεύτερος πρόσθετος λόγος δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν, δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του, αποκλειστικά ή κυρίως, στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας αναγνώσει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά όμως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ανέλεγκτη αναιρετικώς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Όταν, συνεπώς, το δικαστήριο εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, που ορίζουν η μεν πρώτη ότι δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, η δε δεύτερη ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, προκύπτουν τα εξής:

Η διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 ΑΚ και καθιερώνει την αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η οποία αντιβαίνει σε απαγορευτικού ή επιτακτικού χαρακτήρα-δημόσιας τάξης- διάταξη οποιουδήποτε νόμου, ακόμη και ποινικού.

Η παραπάνω απαγόρευση περιλαμβάνει διατάξεις που αποδοκιμάζουν την δικαιοπραξία καθ' εαυτήν ή το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα ή της εξωτερικές συνθήκες της δικαιοπραξίας. Αν η απαγορευτική διάταξη απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα, περιττεύει η έρευνα του σκοπού αυτής, η ακυρότητα δε είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, είναι δε οριστική και αθεράπευτη, δεν κυρώνεται δε η σχετική δικαιοπραξία με μεταγενέστερη έκλειψη του λόγου ακυρότητας, με αναγνώριση από τα μέρη ή παραίτηση, ακόμη δε και η τυχόν εκπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν την καθιστά έγκυρη, εκτός μόνο από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις (άρθρ. 498 παρ. 2, 849 παρ. 2, 1872 εδ.

β' ΑΚ και 869 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ). Τοιαύτη απαγορευτικού χαρακτήρα διάταξη, η παραβίαση της οποίας έχει ως κύρωση την απόλυτη ακυρότητα, συνιστά η διάταξη του άρθρου 23α παρ. 1 εδ. β' του ν. 2190/1920. κατά την οποία "επίσης δάνειο της εταιρίας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σ' αυτούς, με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεως υπέρ αυτών, με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρίας, απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυροι".

Η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 24 του Π.Δ/τος 409/1986, για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιριών στο κοινοτικό δίκαιο και είναι σχεδόν ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 23 παρ. 1 της Δεύτερης Οδηγίας (77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκ. 1976), κατά την οποία "απαγορεύεται η χορήγηση δανείου και η παροχή εγγυήσεως από την εταιρία σε τρίτο, με σκοπό την απόκτηση μετοχών της".

Η εν λόγω Οδηγία 77/91/ΕΟΚ επιβάλλει τη θέσπιση διατάξεων για να διατηρηθεί το κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας σε ασφάλεια για τους πιστωτές, κυρίως με την πρόληψη μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου, με μη οφειλόμενες καταβολές σε μετόχους, με το εν λόγω δε άρθρο 23 αυτής επιδιώκεται η αποτροπή συμβατικών κατασκευών που θα μπορούσαν, μέσω δεσμεύσεων της ανώνυμης εταιρίας προς τρίτους, να απειλήσουν την εφαρμογή αυτών.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 361, 806 ΑΚ, 23 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι, επί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και τρίτου, η ύπαρξη εικονικότητας ως προς την αναγραφόμενη αιτία χορηγήσεως αυτού και τα χαρακτηριστικά της καλυπτόμενης πραγματικής αιτίας της χρηματοδοτήσεως για αγορά μετοχών της πρώτης τούτων εκ μέρους του τρίτου, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμα φαινόμενα, αποτελούν μόνον αντικείμενο αποδείξεως, η περί της συνδρομής δε των στοιχείων αυτών κρίση του δικαστηρίου, ως οντολογική, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.

ΑΠ 36/1998, ΑΠ 1627/2008). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προσάπτει στο Εφετείο, ότι δεχθέν πως η αιτία της χορηγήσεως του δανείου ήταν η απόκτηση μετοχών από παρένθετα πρόσωπα της πρώτης εναγομένης, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της από 8-12-1999 έγγραφης συμβάσεως δανείου.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το προδιαληφθέν έγγραφο, ακολούθως δε, συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η πραγματική αιτία χορηγήσεως του ως άνω δανείου είναι η προαναφερθείσα.

Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ απορρέουσα αιτίαση για τη λήψη υπόψη πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, ο ίδιος (πρώτος) λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο αναφέρει κατ' είδος τα ληφθέντα από αυτό υπόψη αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της εκ του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 προβληθείσας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ενστάσεως.

Όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει έγγραφης συμβάσεως πωλήσεως πλοίου (μνημόνιο συμφωνίας) που καταρτίσθηκε στις 21-10-1999 μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε στην πλοιοκτησία της το με ελληνική σημαία επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο "...", η πρώτη αγόρασε από τη δεύτερη το ανωτέρω πλοίο αντί συνολικού τιμήματος 4.080.000 δολλαρίων Η.Π.Α, το οποίο, δυνάμει ανέκκλητης εντολής που της παρέσχε η αντισυμβαλλομένη της πωλήτρια, περιλήφθηκε δε στο έντυπο μνημόνιο συμφωνίας που συντάχθηκε την ίδια ημέρα, ανέλαβε την υποχρέωση να το καταθέσει με τιμή fixing δολλαρίων ΗΠΑ δραχμής, δηλαδή με την ισοτιμία δολλαρίου ΗΠΑ δραχμής κατά την ημερομηνία πωλήσεως του πλοίου, κατά την ημερομηνία παράδοσης του πλοίου, στο ταμείο της, επ' ονόματι της πωλήτριας ή όποιων προσώπων της υποδείκνυε η τελευταία, με σκοπό να συμμετάσχει η πωλήτρια ή τα παρένθετα πρόσωπα που θα υποδείκνυε στην μελλοντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με ανάληψη αντίστοιχων μετοχών αυτής, συμφωνημένης αξίας 3.000 δρχμ.

και ονομαστικής 1.000 δρχμ. Επίσης, με τον δέκατο όγδοο όρο του ανωτέρω μνημονίου, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στην εναγομένη έντοκο δάνειο ύψους 250.000.000 δρχ. προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της προς τρίτους από την εκμετάλλευση του πλοίου, ενώ η επιστροφή του δανείου, για την οποία συμφωνήθηκε να εγγυηθεί και ο δεύτερος εναγόμενος Ψ, κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, θα γινόταν εντός δύο μηνών από την εισαγωγή της δανειοδότριας στο Χ.Α.Α.

Σε εκτέλεση αυτής της συμβάσεως, η ενάγουσα κατέβαλε στις 8-12-1999 το τίμημα στην πρώτη εναγομένη, το οποίο με βάση την τιμή fixing δολλαρίου ΗΠΑ δραχμής, εκείνη την ημέρα, ανερχόταν στο χρηματικό ποσό του 1.308.415.200 δρχ και έτσι εκδόθηκε το πωλητήριο έγγραφο τύπου BILL OF SALE, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το πλοίο στην ενάγουσα, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής, Ειδικότερα, ως προς την καταβολή του τιμήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν το παρακράτησε στο ταμείο, επ' ονόματι της αντισυμβαλλόμενης της, όπως είχαν συμφωνήσει στο έντυπο μνημόνιο τους, αλλά, κατόπιν νεότερης συμφωνίας τους, της το κατέθεσε, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό που τηρούσε στην Ε.Τ.Ε. ο δεύτερος εναγόμενος και η .... Η πρώτη εναγομένη έκανε χρήση του δικαιώματος συμμετοχής της στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας και με επιστολή που της απέστειλε την ίδια ημέρα, της υπέδειξε ποια παρένθετα πρόσωπα επιθυμούσε να αναλάβουν τις 436.138 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο ποσό του τιμήματος που εισέπραξε.

Συγκεκριμένα με την ως άνω επιστολή της ο νόμιμος αυτής εκπρόσωπος και δεύτερος εναγόμενος υπέδειξε τα παρένθετα της εναγομένης πρόσωπα τα οποία επιθυμούσε να αναλάβουν το αντίστοιχο σε μετοχές ποσό των 2.616.831.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε σε 436.138 μετοχές για το πλοίο "..." και σε 436.138 μετοχές για το πλοίο "...".

Την ίδια ημέρα, στις 8-12-1999 δηλαδή, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η σύμβαση δανείου που προβλεπόταν στο από 21-10-1999 έντυπο μνημόνιο συμφωνίας. Συγκεκριμένα, δυνάμει της συμβάσεως αυτής, η ενάγουσα μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στην πρώτη εναγομένη, που εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον δεύτερο εναγόμενο, το χρηματικό ποσό των 250.000.000 δρχ.

ήτοι 733.675,71 ευρώ, το οποίο η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να της το επιστρέψει δια μιας εφάπαξ καταβολής, εντός εικοσιτεσσάρων μηνών από την χορήγησή του ή εντός δύο μηνών μετά την εισαγωγή της ενάγουσας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ανάλογα με το ποια προθεσμία ήθελε παρέλθει νωρίτερα. Το δάνειο αυτό, όπως ρητώς συμφώνησαν οι αντισυμβαλλόμενοι, χορηγήθηκε στην πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να εξοφλήσει τις προς τρίτους υποχρεώσεις της από την εκμετάλλευση του πλοίο της και να το μεταβιβάσει στην ενάγουσα ελεύθερο από κάθε βάρος.

Για την επιστροφή του, δε, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, ο δεύτερος εναγόμενος, παραιτούμενος και από τα δικαιώματα των εγγυητών, που του παρέχονται από τον ΑΚ. Στις 27-10-2000 ο δεύτερος εναγόμενος ως μέτοχος πλέον της ενάγουσας εισήλθε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής (ενάγουσας) ως μέλος και αποχώρησε στις 29-03-2001 από αυτό, όταν βρέθηκε σε δύσκολη θέση λόγω της μη αποδόσεως του ως άνω δανείου.

Όπως ειδικώς συνομολογεί η ενάγουσα, στη σελίδα 19 των προτάσεών της στο παρόν Δικαστήριο, η σύμβαση πωλήσεως του ως άνω πλοίου και η παρεπόμενη ως άνω (σύμβαση δανείου) αποτελούν μια ενιαία συλλογή της οποίας τα μέρη (οι αντισυμβαλλόμενοι) είναι αλληλένδετα. Όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους η πρώτη εναγομένη από την εκμετάλλευση του ως άνω πλοίου της είχε προς τρίτους χρέη.

Έπρεπε λοιπόν, κατά την κρίση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, από το ως άνω συμφωνηθέν και εισπραχθέν τίμημα να εξοφλήσει τους δανειστές της και με το υπόλοιπο ποσό να αγοράσει, διά των ως άνω παρένθετων προσώπων που υπέδειξε, μετοχές που αναλογούσαν στο (υπόλοιπο) ποσό αυτό. Δηλαδή, αν θεωρηθεί ότι οι οφειλές προς τρίτους της πρώτης εναγομένης αντιστοιχούσαν στο ποσό των 250.000.000 δραχμών, δηλαδή του δανείου, έπεται ότι η αγοραστική δύναμη της πρώτης εναγομένης προς αγορά μετοχών της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 1.058.415.200 δραχμών (1.308.415.200 δρχ το τίμημα πωλήσεως του πλοίου μείον 250.000.000 δρχ οι οφειλές προς τρίτους ίσον 1.058.415.200 δραχμές).

Αντ' αυτού οι διάδικοι συμφώνησαν εγγράφως να χορηγήσει η ενάγουσα έντοκο δάνειο 250.000.000 δραχμών στην πρώτη εναγομένη για την εξόφληση των οφειλών της προς τρίτους και τη μεταβίβαση του ως άνω πλοίου σ' αυτή ελεύθερου χωρίς κανένα βάρος, υπονοώντας προφανώς, χωρίς καμιά ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 479 του ΑΚ.

Η ενέργεια αυτή της ενάγουσας και υπό τη μη αποδειχθείσα προϋπόθεση ότι το πωληθέν σ' αυτή ως άνω πλοίο αποτελούσε το μοναδικό ή εν πάση περιπτώσει το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο της πρώτης εναγομένης, δεν παρείχε στην πρώτη (ενάγουσα) καμία εξασφάλιση αφού θα μπορούσε η πρώτη εναγομένη παρά τη λήψη του ως άνω δανείου να μην προέβαινε στην εξόφληση των δανειστών της με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στραφούν κατά της αγοράστριας του πλοίου - ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 479 του ΑΚ προς ικανοποίησή των.

Αποδεικνύεται λοιπόν ότι οι διάδικοι κατ' επίφαση ανέγραψαν στην ως άνω από 8-12-1999 σύμβαση δανείου ως αιτία χορηγήσεως αυτού την εξόφληση προς τρίτους υποχρεώσεών της προκειμένου να μεταβιβάσει το ως άνω πλοίο της ελεύθερο από κάθε βάρος. Η πραγματική όμως αιτία ήταν η απόκτηση (αγορά) από τα παρένθετα πρόσωπα της πρώτης εναγομένης όσο το δυνατόν περισσοτέρων μετοχών και μέχρι της αξίας του τιμήματος της πωλήσεως του ως άνω πλοίου, ώστε το εν λόγω δάνειο να έχει νομιμοφανές υπόβαθρο, η δε ως άνω αιτιολογία ετέθη στη σύμβαση δανείου, προκειμένου να καταστρατηγήσουν οι διάδικοι της ως άνω διάταξη του άρθρου 23 α του Ν 2190/1920.

Η σχεδόν ταυτόχρονη καταβολή του τιμήματος πωλήσεως του ως άνω πλοίου (9-12-1999) η καταβολή του δανείου (10-12-1999) και η δήλωση του δεύτερου εναγομένου ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης για την αγορά μετοχών της ενάγουσας (8-12-1999) αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Συνεπώς, η ως άνω σύμβαση δανείου είναι άκυρη, όπως επίσης άκυρη είναι και η παρεπόμενη σύμβαση εγγυήσεως κατ' άρθρο 850 παρ. 1. Επομένως οι συμβάσεις αυτές (κατ' άρθρο 180 του ΑΚ, θεωρούνται ως μη υπάρχουσες εξ υπαρχής. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της εκ του άρθρου 23 α του ν. 2190/1920 ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 806 ΑΚ, ούτε προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των υπ' αυτού γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 23 α παρ. 1 εδ. β' του ν. 2190/1920, αφού οι ως άνω πραγματικές του διατυπώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 23 α παρ. 1 εδ.

β' του ν. 2190/1920, στην οποία ορθώς τις υπήγαγε, τόσο ως προς την χορήγηση δανείου όσον και ως προς τον σκοπόν της χορηγήσεως αυτού, και άρα, ως προς την ακυρότητα της επίμαχης σύμβασης. Ούτε εξάλλου, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι διάδικοι κατ' επίφαση ανέγραψαν στην από 8-12-1999 σύμβαση δανείου ως αιτία χορηγήσεως αυτού την εξόφληση των προς τρίτους υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι η πραγματική αιτία ήταν η αγορά από παρένθετα πρόσωπα της τελευταίας όσο το δυνατόν περισσοτέρων μετοχών και μέχρι της αξίας του τιμήματος της πωλήσεως του πλοίου, ώστε το δάνειο να έχει νομιμοφανές υπόβαθρο και ότι η ως άνω αιτιολογία τέθηκε προκειμένου να καταστρατηγήσουν οι διάδικοι τη διάταξη του άρθρου 23 α' του Ν. 2190/1920 παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους διαλαμβανόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, η κρίση του αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 361, 806, 173 και 200 ΑΚ, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος για παραβίαση του άρθρου 23 α' του ν. 2190/1920, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, ότι δηλαδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ενώπιόν του κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, διότι η θεμελίωσή του προϋποθέτει "παραμόρφωση αποδεικτικού και όχι διαδικαστικού εγγράφου, όπως είναι το έγγραφο των προτάσεων.

Ως προς τις από τους αριθμούς 10 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα περιορίζεται σε απλή αναφορά των αριθμών της εν λόγω διατάξεως, χωρίς να τις συνδέει με πλημμέλεια σχετική με τη λήψη υπόψη πραγμάτων χωρίς απόδειξη ή με την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο ίδιος (δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του με αυτόν, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία", για αναίρεση της 1046/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και τους με τα από 15-1-2009 και 26-3-2009 ιδιαίτερα δικόγραφα προσθέτους λόγους αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ