Legislator Case Law & Legislation
1929/2008 AI generated

Supreme Court dismisses Minister's appeal on inheritance distribution, upholding lower court's interpretation of will.

Case Number 1929/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Minister of Economy's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding inheritance distribution. The appellants argued that the testator's will excluded them from the undistributed estate, but the court found the will's specific bequests and the 'one dollar' clause did not preclude statutory succession for the remaining heirs. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law by allowing the undistributed assets to pass to the heirs by statutory succession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The testator's will does not exclude statutory succession for heirs not explicitly named if the will's bequests are limited to specific assets or amounts, leaving the remainder to pass by statutory succession.

Keywords

AI generated
statutory succession testamentary disposition undistributed estate inheritance interpretation Code of Civil Procedure heir exclusion will construction

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1929 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1929/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντα την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπόμενων περιουσιών κατά τον Α.Ν. 2039/1939. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Tων αναιρεσίβλητων-καλούντων:1. Ψ1, ατομικώς ως κληρονόμου και ως εκτελεστού της διαθήκης της Ψ και 2. Ψ2, ατομικώς και ως κληρονόμου της Ψ. Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Δυοβουνιώτου και ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιανναράκο.

Των καθών η κλήση: Των λοιπών Κληρονόμων Ψ, δηλ.: Α. 1. Ψ3, 2. Ψ4, 3. Ψ5. Ο 1ος και ο 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιανναράκο και η 4η παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Ιερά Μονής Ζωοδόχου Πηγής Ναυπλίου, που εδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Στυμφαλιάδη, Β. Της Ψ6 α) δι' εαυτή και β) ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ψ7, θανούσας την 1-2-2006 (αρχικής διαδίκου), νομίμως εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από τους δικηγόρους 1. Πλάτωνα Τσουλούφα και 2. την σύζυγο αυτού, δικηγόρο, Κλειώ θυγ. Ιωάννη Μαλωλακή σύζ. Πλάτωνος Τσουλούφα, κάτοικο Αθηνών, από τον ένα ή την άλλη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Διονύσιο Φιλιππόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-9-2000 και 6 -10-2000 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5460/2001 και 5485/2001, αντίστοιχα του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 141/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, με την από 18-5-2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 795/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 1-3-2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 18-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων-καλούντων-καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, την 1-2-2006 επήλθε στην Κωνσταντινούπολη ο θάνατος της υπό στοιχείο 2 του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητης Ψ7. Οι υπό στοιχεία 1 α' και δ', αντίστοιχα, του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητοι Ψ1 και Ψ2, πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, από τους ενάγοντες, εκκαλούντες - εφεσιβλήτους, με την από 1-3-2007 κλήση τους προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μετά την έκδοση της 795/2006 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της - αίτησης αναίρεσης-, για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ομοδίκους τους, καθώς και στον αντίδικό τους, στις 25-9-2007, 6-11-2007, 8-11-2007, 26-11-2007, 27-11-2007 και 30-11-2007, αντίστοιχα, ως πρόσωπα δικαιούμενα σε επανάληψη της δίκης (άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποίησαν σ' αυτούς το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσίβλητης και ότι η εγγύτερη αυτής συγγενής και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της είναι η Ψ6, υπό στοιχείο 3 του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητη, παράλληλα δε, δήλωσαν ότι επιθυμούν την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε.

Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 291, 292 ΚΠολΔ και 1847 παρ. 1 εδάφ. Α' ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας της θανούσας αναιρεσίβλητης από μέρους της κληρονόμου της, επέχει δε θέση πρόσκλησης της τελευταίας προς επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια.

Με τα δεδομένα αυτά νόμιμα οι καλούντες αναιρεσίβλητοι επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση της καθολικής διαδόχου της θανούσας, η οποία νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο της εν λόγω καλουμένης, νομιμοποιούμενης για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 16-4-2008), μετά, δηλαδή, την παρέλευση τριάντα και πλέον ημερών από της κοινοποίησης σ' αυτή της πιο πάνω κλήσης (πρόσκλησης).

Για το παραδεκτό της από 18-5-2005 αίτησης αναίρεσης του Υπουργού των Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπόμενων περιουσιών σύμφωνα με τον α.ν. 2039/1939, κατά της 141/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1434/27-9-2005 γνωμοδότησης του αρμόδιου (Β') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 § § 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου ένδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 § 1, 64, 68 § 4, 69 § 1, 77 § 1, 81, 88, 27, 95 και 97 του α.ν. 2039 της 19/24-10-1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", καθώς και των διατάξεων των μεταγενέστερων του εν λόγω α.ν.

τροποποιητικών νόμων και εκτελεστικών διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, ειδικότερα στην περίπτωση που τα τελευταία αφορούν την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης στην οποία περιλαμβάνονται διατάξεις υπέρ κοινωφελών σκοπών, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, δεν εκπροσωπεί ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου και, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος να διεξαγάγει συγκεκριμένη δίκη που αφορά κληρονομικό δικαίωμα.

Νομιμοποιείται, όμως, ο ίδιος σε άσκηση ή απόκρουση αγωγών που έχουν αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή, αναγκαίων για την εκκαθάριση της κληρονομίας ή την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου. Τα ίδια ισχύουν και σε κάθε άλλη διαθήκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2017, 2020, 2025 και 2026 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 327 ΚΠολΔ, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης, ως μη εκπροσωπών ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου ή κληροδόχου, δεν νομιμοποιείται μεν να δικαστεί για κληρονομικό δικαίωμα, ούτε να εναγάγει ή να εναχθεί προς ερμηνεία ή ακύρωση διαθήκης, εφόσον, όμως, έχει τη διαχείριση της κληρονομίας μπορεί να ασκήσει τις απ'αυτή απορρέουσες αξιώσεις, όπως και να παρεμβαίνει σε άλλες δίκες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι η ένδικη από 6-10-2000 αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί, - σύμφωνα με τις διατάξεις της από 12-1-1986 ιδιόγραφης διαθήκης του Μητροπολίτη Αννέων Κωνσταντινούπολης Α (κατά κόσμον Α1), που πέθανε στο ....., την 1-2-1988, η οποία έχει νόμιμα δημοσιευθεί με τα 788/4-3-1988 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερμηνευομένης κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη, - ότι ως προς τα αδιάθετα κινητά και ακίνητα κληρονομιαία στοιχεία του τελευταίου δεν χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι τα εν λόγω στοιχεία περιήλθαν στα σ'αυτήν - αγωγή -, ειδικότερα, μνημονευόμενα κοινωφελή ιδρύματα και για κοινωφελείς σκοπούς, κατά το ανήκον στο καθένα απ'αυτά ιδανικό μερίδιο, η οποία - αγωγή, ασκήθηκε από την Αλεξάνδρα σύζυγο Νικολάου Καλογερά, δικηγόρο, ως εκτελέστρια της αμέσως πιο πάνω διαθήκης με την 1079641/2003/Α0011/17-6-1993 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, καθώς και από τέσσερα τετιμημένα με την επίμαχη διαθήκη ιδρύματα (Ίδρυμα Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Κατάκοιτων Γερόντων, Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών, Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών), είναι απορριπτέα ως προς την πρώτη ενάγουσα, εκτελέστρια της διαθήκης για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της προς άσκησης της αγωγής αυτής.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες τις συναφείς εφέσεις της πρώτης ενάγουσας και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και την πρόσθετη υπέρ αυτής -πρώτης ενάγουσας- παρέμβαση του τελευταίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε για τον ίδιο λόγο απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς την ενάγουσα αυτή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή, διώκουσα την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των σ'αυτή αναφερόμενων κοινωφελών ιδρυμάτων και υπέρ κοινωφελών σκοπών, μη εμπίπτουσα στη διαχειριστική εξουσία της πρώτης ενάγουσας, εκτελέστριας της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης και, ακολούθως, μη αναγομένη στα καθήκοντα του δημόσιου λειτουργήματος της τελευταίας, ούτε, επίσης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 2039/1939, που προπαρατέθηκαν και, ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 68.

Οι πρώτος και δεύτερος επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 14 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε αφενός μεν, το περιεχόμενο της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη Μητροπολίτη Αννέων Κωνσταντινούπολης Α (κατά κόσμον Α1), με το να δεχθεί, ότι ο τελευταίος εγκατέστησε με την εν λόγω διαθήκη του τους λοιπούς ενάγοντες της ένδικης, από 6-10-2000, αναγνωριστικής αγωγής, δηλαδή, τα τέσσερα τετιμημένα ιδρύματα, που προπαρατέθηκαν, στα αναφερόμενα για τον καθένα απ'αυτά ποσοστά επί της κληρονομιαίας περιουσίας του, τα οποία προσδιόρισε στο εναπομένον ποσοστό του, μετά την αφαίρεση του προηγούμενου ποσοστού κατά τη σειρά της διαθήκης και ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την ίδια διαθήκη, στα αναφερόμενα ποσοστά επί της κληρονομιαίας περιουσίας του, προσδιοριζόμενα "εφ'ολοκλήρου της περιουσίας του" και περαιτέρω με το να δεχθεί, ότι ο διαθέτης γνώριζε, ότι δεν ρύθμιζε όλη την κληρονομιαία περιουσία του και ότι εφόσον δεν εγκατέστησε ρητά ως μοναδικούς κληρονόμους του για το υπόλοιπο (αδιάθετο) της κληρονομίας του τους λοιπούς πιο πάνω ενάγοντες, εγκατέστησε τους εναγομένους, εξ αδιαθέτου συγγενείς του, κληροδόχους μικρών χρηματικών ποσών, στην πραγματικότητα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι ο διαθέτης πίστευε, ότι ρύθμισε όλη την κληρονομιαία περιουσία του, ενόψει του ότι, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του (12-1-1985), δεν είχε ακόμη επέλθει ο θάνατος του αδελφού του Β (29-9-1987), τον οποίο κληρονόμησε, τέλος δε, έπρεπε να δεχθεί, ότι οι λοιποί ενάγοντες περιλήφθηκαν στην διαθήκη ως μοναδικοί κληρονόμου του, ενώ οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν μόνο ως κληροδόχοι, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1967 επ.

ΑΚ, στα αναφερόμενα για τον καθένα δήλα πράγματα, στα οποία και περιορίστηκαν, αφετέρου δε, το περιεχόμενο της 4451/1995 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με το να δεχθεί, ότι το Δικαστήριο εκείνο ερμήνευσε την παραπάνω διαθήκη και ως προς τον τρόπο υπολογισμού, τα απομένοντα αδιάθετα ποσοστά και τα μετά αναδιανομή ποσοστά, ενώ τέτοια ερμηνεία δεν έγινε.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, υπό την επίκληση της παραμόρφωσης των προμνημονευόμενων εγγράφων, δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενό τους, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή ο αναιρεσείων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδάφ. α' ΚΠολΔ., που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Ο τέταρτος, επομένως, επικουρικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 16 εδαφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την 4451/1995 απόφασή του, που εκδόθηκε σε άλλη δίκη με αντικείμενο την ερμηνεία της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, συνισταμένου στο ότι ο διαθέτης "εγκαθιστά τους υπ'αριθ. 2-5 των εναγόντων ως κατονομαζομένους κληρονόμους του στα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά επί της περιουσίας του, προσδιοριζόμενα, όχι σε ολόκληρη την περιουσία του, αλλά στο εναπομένον κάθε φορά ποσοστό αυτής, μετά την αφαίρεση του κατά την σειρά της διαθήκης προηγουμένου ποσοστού αυτής, δηλαδή επί του εκάστοτε υπολοίπου της κληρονομίας μετά την αφαίρεση των εκάστοτε προηγουμένως αφαιρουμένων μερίδων", με βάση δε το δεδικασμένο αυτό απέρριψε κατ'ουσίαν την ένδικη, από 6-10-2000, αναγνωριστική αγωγή, χωρίς μάλιστα να διαπιστώσει τη συνδρομή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των αντικειμενικών και υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην αναληθή προϋπόθεση, ότι το Εφετείο στήριξε την απορριπτική ως προς την πιο πάνω αγωγή κρίση του στο παραγόμενο από την 4451/1995 απόφασή του, που προπαρατέθηκε, "δεδικασμένο".

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε έμμεσα την "ενδοδιαδικαστική δέσμευση", αφού υπό το πρόσχημα της ερμηνείας, αλλοίωσε την ουσία της ερμηνευόμενης 4451/1995 απόφασής του, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ερμηνευτική ή διορθωτική της 4451/1995 απόφασης, μετά από τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 315επ.

ΚΠολΔικ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία του, τα ακόλουθα: Ο Μητροπολίτης Αννέων Κωνσταντινούπολης Α (κατά Α1), που γεννήθηκε στην ....., το έτος 1915 και πέθανε στο ..... την 1-2-1988, απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια με τη γέννησή του από τους Έλληνες γονείς του, οι οποίοι την απέκτησαν με τους σ'αυτή - απόφαση - ειδικότερα - μνημονευόμενους τρόπους.

Έτσι, οι κληρονομικές σχέσεις του θανόντα διέπονται από το ελληνικό δίκαιο (άρθρα 26 και 31 § 1 ΑΚ). Ο εν λόγω θανών κατέλιπε την από 12-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το 788/4-3-1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ως ακολούθως: "Η παρούσα ιδιόχειρος και ενυπόγραφος διαθήκη μου καταργεί πάσαν προηγουμένην τοιαύτη.

Εγώ ο υπογράφων αυτήν ιδιοχείρως Μητροπολίτης Αννέων Α, κατά κόσμον Α1 και κατά την αμερικανικήν υπηκοότητα ....., κάτοικος ....., σήμερον Τρίτην 12 Νοεμβρίου 1985 και περί ώραν 10.40 πμ έχων σώας τας φρένας και παρ'ουδενός παρασυρόμενος ή εκβιαζόμενος, ρυθμίζω τα της κινητής και ακινήτου περιουσίας μου, εκτός του διαμερίσματος ένθα κατοικώ, δια της παρούσης διαθήκης μου, να εκτελεσθώσι μετά θάνατον ως ακολούθως: 1) Διορίζω εκτελεστάς της παρούσης διαθήκης μου τον κανονικό Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ ή τον κανονικόν διάδοχον αυτού και τον εκάστοτε Διευθυντήν Εκκλησιαστικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος ή αν δεν δεχθούν τον φίλο μου Γ. 2) Τα προσωπικά μου περιουσιακά στοιχεία εμφαίνονται εκ των βιβλιαρίων καταθέσεων εν Ελλάδι (Εθνική και Εμπορική Τράπεζα Π.

Φαλήρου) εις ATLANTIC BANK της Νέας Υόρκης Β. Αμερικής, εις Αμερικανικάς μετοχάς, Ελληνικά Ομόλογα και Γερμανικά. Πάντα ταύτα ευρίσκονται εις το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου εις τον κοιτώνα μου εν τω ιδιοκτήτω διαμερίσματι ένθα διαμένω (.....). 3) Το διαληφθέν ως άνω διαμέρισμά μου δωρούμαι εις Φιλανθρωπικόν Ίδρυμα της Ι.

Μητροπόλεως Μυτιλίνης Ελλάδος, όπερ θα έκρινε η Ι. αύτη Μητρόπολις και θα καταχυρώνεται εις αυτό. 4) Το μερίδιό μου εξ ακινήτων και τα μισθώματα εξ αυτών, τα οποία εκληρονόμησα παρά του αδερφού μου Δ ως και 10% (Δέκα τοις εκατό) εκ της κινητής περιουσίας μου δωρούμαι εις τον Οίκον Ανιάτων της Ι. Ορθοδόξου Αρχιεπισκοπής Αθηνών και πάσης Ελλάδος, πλην του μεριδίου μου εκ του διαμερίσματος ένθα κατοικεί η αδερφή μου Ψ μετά του αδερφού μου Β μέχρι του θανάτου των. 5) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου κινητής ή ακινήτου, πλην του διαμερίσματος όπου κατοικεί η αδερφή μου Ψ, ορίζω να διατεθεί δια το Αντικαρκινικό Ινστιτούτον Ελλάδος οκτώ τοις εκατό με εκτελεστή τον καθηγητήν .....

του Ερυθρού Σταυρού ή τον διάδοχον αυτού. 6) Εκ του υπολοίπου ορίζω, όπως το εν εκατοστόν της κινητής περιουσίας μου δόση εις τον Ι. Ναόν Ευαγγελισμού Αγίου Φραγκίσκου Καλιφόρνιας Αμερικής και έτερον εκατοστόν εκ της κινητής περιουσίας μου εις την φιλόπτωχον Αδελφότητα της ιδίας Κοινότητος. 7) Εκ του υπολοίπου της κινητής περιουσίας μου δωρούμαι εις την αδερφή μου Ψ δέκα χιλιάδες δολάρια Β.

Αμερικής, εις την αδερφή μου Ψ7 χίλια δολάρια Β. Αμερικής και εις τον αδελφόν μου Β δύο χιλιάδες δολ. Β. Αμερικής, αν ευρίσκεται εν ζωή. Εν περιπτώσει θανάτου του τελευταίου το ποσόν θα δοθή εις τον Οίκον Κωφαλάλων Αθηνών. 8) Ορίζω εκ του υπολοίπου να δοθή το ποσόν των χιλίων δολαρίων Β. Αμερικής εις την Ε, η οποία καίτοι μεγαλυτέρα μου εις ηλικίαν με επεσκέπτετο συχνά εις το Νοσοκομείον κατά την εγχείρησή μου και εις τον γείτονα μου ΣΤ, εξυπηρετήσαντά με πολλάκις, το ποσό των χιλίων δολαρίων Αμερικής. 9) Ορίζω να ιδρυθή Επιτροπή υποτροφιών εκ της Ακαδημίας Αθηνών δι'απόρους φοιτητάς ή φοιτητρίας προς μετεκπαίδευσιν εις το εξωτερικόν κατά προτίμησιν εκ Κωνσταντινουπόλεως και δια τον σκοπόν να διατεθεί εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου είκοσι τοις %.

Αι υπογροφίαι να φέρουν το όνομα Ζ. 10) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου ορίζω να διατεθούν 3% δια τα σπαστικά παιδιά Αθηνών. 11) Την βιβλιοθήκη μου ορίζω να παραδώσουν οι εκτελεσταί της διαθήκης μου εις την Ι. Μονήν Βαλαάδων ή αν δεν ενδιαφερθεί αύτη εις την Ι. Μονήν Πεντέλης, τα δε αρχιερατικά μου άμφια, εγκόλπιους Σταυρούς, εγκόλπιους Σταυρούς ευλογίας, πατερίτσες, μίτρα κλπ εις την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης Κωνσταντινουπόλεως ή όπου αύτη ευδοκήσει να δοθούν ή να φυλαχθούν κυρίως ως περιουσία αυτής. 12) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου 10% (δέκα τοις εκατό) να δοθούν στα καρκινοπαθή παιδιά, τα οποία αποστέλλονται από της Αρχιεπισκοπής Αθηνών εις το Εξωτερικόν δια θεραπείαν. 13) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου τρία τοις εκατό (3%) να δοθούν εις τον Οίκο Τυφλών Αθηνών Ελλάδος. 14) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου να δοθούν εις άπορα κορίτσια ως προίκα κατά την ημέρα των γάμων των κατά προτίμησιν εκ Κωνσταντινουπόλεως ή Μυτιλήνης εις δέκα τοιαύτα, ανά δύο τοις εκατό εις έκαστον, εκ του ολικού ποσού των 10%. 15) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου να δοθεί εις το ανεγειρόμενον Κέντρον του Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών ένα τοις εκατό. 16) Δύο τοις εκατό εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου να δοθεί εις το Γηροκομείον Μυτιλήνης. 17) Επίσης τέσσερα τοις εκατό (4%) εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου να δοθεί για την ανέγερσιν σχολικού κτιρίου εις χωρίον της Ι.

Μητροπόλεως Μυτιλήνης, ιδίως εις περιφέρειαν όπου αδυνατούν να ανεγείρουν τοιούτον. 18) Η οικοσκευή μου μετά των μαγειρικών σκευών, υαλικών και πιάτων ως και οι κοσμικαί μου ενδυμασίαι να δοθούν εις τας αδελφάς μου δια να τα διαθέσουν. Οι δε ζωγραφικοί πίνακες, εκτός εκείνων που οι εμπειρογνώμονες θα θεωρήσουν καταλλήλους, να δοθούν στο Μουσείο Αθηνών. 19) Αν έτερος διεκδικήσει κληρονομικά δικαιώματα έστω και στενός μου συγγενής ορίζω να δοθεί εις αυτόν το ποσόν του ενός δολαρίου Αμερικής. 20) Εις ουδένα οφείλω τι.

Καθώρισα τα πάντα εν τη παρούση διαθήκη εν άκρα γαλήνη και κατά την κρίσιν μου εν απολύτω δικαιοσύνη. 21) Εκ του υπολοίπου της περιουσίας μου ορίζω τέσσερα τοις εκατό (4%) να διατεθουν εις τέσσαρας πολυτέκνους, κυρίως πτωχούς. 22) Ζητώ παρά πάντων συγχώρησιν και συγχωρώ κληρικούς, λαϊκούς ή συγγενείς αδικήσαντάς με.

Υπέφερα εκ τινων εξ αυτών. Ας έχουν την ευχήν μου. Μητροπολίτης Αννέων Α κατά κόσμος Α1 (.....) Τρίτη 12 Νοεμβρίου 1985.

Υ.Γ. Συμφώνως προς τα ανωτέρω αφήνω εις την ανεψιάν μου Ψ6 μόνον πεντήκοντα δολάρια Αμερικής και ουδέν πλέον. Μητροπολίτης Αννέων Α (.....) 12 Ιανουαρίου 1986".

Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης, σαφώς προκύπτει, ότι ο διαθέτης εγκατέστησε:

α) Ως κληρονόμους του επί των ανωτέρω δήλων πραγμάτων και των αναφερομένων ποσοστών της κληρονομίας του, τους εξής:

1) Στέγη Κατακοίτων Γερόντων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Οίκος Ανιάτων).

2) Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο.

3) Ακαδημία Αθηνών (Επιτροπή Υποτροφιών σε φοιτητές για μετεκπαίδευση στο Εξωτερικό).

4) Ναό Ευαγγελισμού Αγίου Φραγκίσκου Καλιφόρνιας ΗΠΑ.

5) Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ναού Ευαγγελισμού Αγίου Φραγκίσκου Καλιφορνίας ΗΠΑ.

6) Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών.

7) Καρκινοπαθή παιδιά.

8) Οίκο Τυφλών Αθηνών, Ελλάδος.

9) Άπορα κορίτσια.

10) Κέντρο Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών.

11) Γεροκομείο Μυτιλήνης.

12) Ι. Μητρόπολη Μυτιλήνης (για την ανέγερση σχολικού κτιρίου).

13) Τέσσερις πολύτεκνοι. Και

β) Ως κληροδόχους του επί των ανωτέρω χρηματικών ποσών (δολαρίων ΗΠΑ) και λοιπών κινητών πραγμάτων τους εξής:

1) Ψ

2) Ψ7

3) Οίκο Κωφαλάλων Αθηνών

4) Ε

5) Η

6) Ψ6

7) Ι. Μονή Βολλάδων ή Ι. Μονή Πεντέλης

8) Θεολογική Σχολή Χάλκης

9) Μουσεία των Αθηνών

Οι πιο πάνω εγκατασταθέντες ως κληρονόμοι και κληροδόχοι αποδέχθηκαν την κληρονομία και κληροδοσία, αντίστοιχα με εξαίρεση την Ακαδημία Αθηνών, η οποία με την υπ'αριθ. 1533/1988 Πράξη που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, αποποιήθηκε την καταληφθείσα σ'αυτήν κληρονομία με τον όρο 9 της διαθήκης.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 96 του Α.Ν. 2039/39 η πιο πάνω περιουσία δεν προσαυξάνει τις μερίδες των άλλων κληρονόμων, αλλά περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο και υπάγεται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου των Οικονομικών. Ακολούθως, λόγω της μη αποδοχής του λειτουργήματος του εκτελεστή διαθήκης από τα με τη διαθήκη διορισθέντα πρόσωπα, το Υπουργείο Οικονομικών, ενεργώντας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.

παρ. 4 και 5 του άρθρου 86 του Α.Ν. 2039/1939, διόρισε εκτελεστή της κληρονομίας του Α (Α1), με την υπ'αριθ. 1079641/2003/Α0011/17-6-1993 απόφαση του οικείου Υπουργού τη δικηγόρο Αλεξάνδρα Καλογερά, η οποία και αποδέχθηκε το λειτούργημα αυτό...". Περαιτέρω η προσβαλλομένη αφού μνημονεύει όλα τα ακίνητα και κινητά της κληρονομιαίας περιουσίας, δέχεται, ότι:

από τις διατάξεις με αριθμούς 4,5,6,9,10,12,13 έως 17 και 21 της διαθήκης, σαφώς προκύπτει η θέληση του διαθέτη να περιέλθουν στους πιο πάνω κατονομαζόμενους κληρονόμους του, τα παρακάτω αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, προσδιοριζόμενα, όχι εφ'ολοκλήρου της περιουσίας του, αλλά επί του εναπομένοντος κάθε φορά ποσοστού αυτής, μετ'αφαίρεση του κατά τη σειρά της διαθήκης προηγούμενου ποσοστού αυτής ως εξής:

Ι. Ακίνητα α) Τετιμημένος β) Ποσοστό κληρονόμου % γ) Επαπομένον υπόλοιπο ποσοστό

1Ελλ. Αντικαρκινικό Ινσιτούτο8%92%

2Ελλην. Δημόσιο (Υποτρ.)20% στα 92%=18,473,6%

3Σπαστικά Παιδιά3% στα 73,6%=2,208%71,392%

4Καρκινοπαθή παιδιά10% στα 71,392%=7,140%64,252%

5Οίκος Τυφλών3% στα 64,252%=1,927%62,325%

6Άπορα κορίτσια10% στα 62,325%=6,232%56,093%

7Κέντρο Κων/των1% στα 56,093%=0,561%55,53%

8Γηροκομείο Μυτιλήνης2% στα 55,532%=1,11054,422%

9Σχολικό κτίριο Μυτιλήνης4% στα 54,422%=2,177%52,245%

104 Πολύτεκνοι4% στα 52,244%=2,090%50,155%

Συνολικό ποσό ακινήτου περιουσίας που διέθεσε ο διαθέτης 49,845%.

Υπόλοιπο ακινήτου περιουσίας που είναι αδιάθετο 50,155%.

Σημειώνεται, ότι στην ακίνητη περιουσία δεν συνυπολογίζονται τα ακίνητα εκείνα του διαθέτη επί των οποίων ως επί δήλων πραγμάτων εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι οι πιο πάνω κατονομαζόμενοι ειδικώς ως κληρονόμοι, λόγω της εξαίρεσης αυτών από την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία, σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη.

ΙΙ. ΚΙΝΗΤΑ α) Τετιμημένος β) Ποσοστό κληρονόμου % γ) Επαπομένον υπόλοιπο ποσοστό

1Οίκος Ανιάτων (Στέγη Κατακοίτων Γερόντων Αρχιεπισκοπής Αθηνών10%90%

2Ελλ. Αντικαρκ. Ινστιτ.8% στα 90%=7,20%82,8%

3Ναός Ευαγγ. Αγ. Φρ.1% στα 82,8%=0,828%81,972%

4Φιλοπτ. Αδελφ. Αγ. Φρ.1% στα 81,972%=0,819%81,151%

5Ελλην. Δημόσιο Υποτρ.20% στα 81,151%=16,230%64,922%

6Σπαστικά παιδιά3% στα 64,922%=1,947%62,973%

7Καρκινοπαθή παιδιά10% στα 62,973%=6,297%56,677%

8Οίκος Τυφλών3% στα 56,677%=1,700%54,977%

9Άπορα κορίτσια10% στα 54,977%=5,497%49,478%

10Κέντρο Κων/των1% στα 49,479%=0,495%48,984%

11Γηροκομείο Μυτιλήνης2% στα 48,984%=0,979%48,005%

12Σχολικό κτίριο Μυτιλ. 4% στα 48,005%=1,920%46,085%1

3Ελλην. Δημόσιο για 4 πολύτεκνους4% στα 46,085%=1,843%44,242%

Συνολικό ποσοστό κινητής περιουσίας που διέθεσε ο διαθέτης 55,752%.

Υπόλοιπο αδιάθετης κινητής περιουσίας 44,248%. Μοναδικοί συγγενείς του διαθέτη που θα εκαλούντο στην κληρονομία του αν ούτος απεβίωνε αδιάθετος ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του οι αδελφές του Ψ και Ψ7 (δεύτερη εναγομένη) και η ανηψιά του, κόρη του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ, Ψ6 (τρίτη εναγομένη). Η Ψ πέθανε στις 6-4-1996 και εκ διαθήκης κληρονόμοι της είναι οι α,β,γ,δ,ε και στ εναγόμενοι".

Από το περιεχόμενο της διαθήκης και ιδιαίτερα από το ότι σ'αυτή δεν γίνεται ρητή μνεία, ότι οι εγκατασταθέντες ως κληρονόμοι στα μνημονευόμενα δήλα πράγματα και τα αναφερόμενα ποσοστά στην κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία εγκαθίστανται ως μοναδικοί κληρονόμοι και ενόψει του ότι το αδιάθετο ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας ήταν γνωστό στο διαθέτη κατά τη σύνταξη της διαθήκης του, αλλά και κατά το χρόνο του θανάτου του και ανερχόταν, κατά τα προεκτιθέμενα, στο 50,155% της ακίνητης περιουσίας στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ποσοστό 28/300, που περιήλθε σ'αυτόν από την κληρονομία του προαποβιώσαντος αδελφού του Β και στα 44,243% της κινητής περιουσίας, που είναι σημαντικώτατο (π.χ.

παρέμεινε αδιάθετο το 44% των πιο πάνω μνημονευόμενων καταθέσεων σε συνάλλαγμα και δραχμές), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (Ψ, Ψ7 και Ψ6) ο διαθέτης εγκατέστησε ως κληροδόχους του σε ασήμαντα χρηματικά ποσά χωρίς να τους περιορίζει όμως ρητά σ'αυτά και ότι με τη διάταξη (όρο) 19 της διαθήκης του όρισε ότι "αν έτερος διεκδικήσει κληρονομικά δικαιώματα, έστω και στενός συγγενής μου, ορίζω να δοθεί εις αυτόν το ποσόν του ενός δολλαρίου Αμερικής", η οποία διάταξη δεν είναι σαφής και ερμηνεύεται με βάση όλα τα πιο πάνω στοιχεία, ότι αφορά σε άλλα πρόσωπα που δεν αναφέρονται στη διαθήκη και ότι δεν αποκλείει την επαγωγή της αδιάθετης περιουσίας του στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο διαθέτης θέλησε, όπως το κληρονομικό δικαίωμα των προαναφερόμενων κληρονόμων του, μεταξύ των οποίων και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου από τους ενάγοντες περιοριστεί στα μνημονευόμενα δήλα πράγματα και στα καθοριζόμενα ποσοστά επί της κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας και ότι συνακόλουθα ως προς το αδιάθετο της κληρονομιαίας περιουσίας του θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, στη συνέχεια, την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, δηλαδή, τα τέσσερα τετιμημένα ιδρύματα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του ότι ο διαθέτης εγκατέστησε μεν ως κληροδόχους του σε ασήμαντα χρηματικά ποσά, τις αδελφές του Ψ και Ψ7, καθώς και την ανηψιά του Ψ6, χωρίς, όμως, να τις περιορίζει ρητά σ'αυτά, δεν αποκλείει ο ίδιος στη διαθήκη του την επαγωγή της αδιάθετης κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ότι όλοι οι εγκατασταθέντες στη διαθήκη ως κληρονόμοι δεν εγκαταστάθηκαν ως μοναδικοί κληρονόμοι, αφού η θέλησή του ήταν το κληρονομικό δικαίωμα των τελευταίων να περιοριστεί στα διαλαμβανόμενα στη διαθήκη δήλα πράγματα και στα καθοριζόμενα ποσοστά στην κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του και ότι έτσι, ως προς την αδιάθετη κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Ο πέμπτος, επομένως, αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2005 αίτηση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για αναίρεση της 141/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιδίκων του, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ