Legislator Case Law & Legislation
1928/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking uncontrollable factual findings on evidence evaluation.

Case Number 1928/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final judgment regarding property ownership. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and ignoring specific documents proving the respondent's possession since 1970. The court ruled that such arguments merely challenge the court's uncontrollable assessment of evidence, which cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attacks the appellate court's uncontrollable evaluation of evidence or factual findings, as these do not constitute legal errors subject to cassation review.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility uncontrollable factual findings evaluation of evidence property ownership acquisition appellate court review limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 976, 1045 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 14/2004
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 851/2015
Supreme Court 180/2011
Supreme Court 1795/2008
Supreme Court 559/2020
Supreme Court 633/2019
Supreme Court 625/2008
Supreme Court 1813/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1928/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ... του ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Β., κατοίκου ... του ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 31/08/2020 αίτηση του Σ. Τ. για αναίρεση της αριθμ. 120/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ. 99/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που είχε απορρίψει την ασκηθείσα κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Π.

Ν. διεκδικητική του επίδικου ακινήτου (εδαφικού τμήματος) αγωγή του. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α1. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Πρωτοδικείου, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για την πληρότητα των άνω από τους αριθμούς 1α'και 6 λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2020, ΑΠ1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 452/2017, ΑΠ 121/2014).

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή ή ένας αγωγικός ή άλλος αυτοτελής ισχυρισμός, επί των οποίων έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτός ως νόμιμος ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού, που κρίθηκε νόμιμος ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, όπως υποβλήθηκε με το σχετικό δικόγραφο στο δικαστήριο της ουσίας, διότι έτσι μόνο μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ1090/2017, ΑΠ1871/2009).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). 3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος, ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο Εφετείο εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α' και β', ενώ για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ149/2015, ΑΠ 834/2013).

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 148/2006).

Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ231/2020).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Τέλος, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΑΠ 1313/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. και με τον τρίτο, κατ'ορθή αρίθμηση, αναιρετικό λόγο και όχι πέμπτο που αναφέρεται στο αναιρετήριο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων, με το πρώτο (στοιχ.1.1) και τέταρτο (στοιχ.1.4) σκέλος του ανωτέρω πρώτου λόγου, μέμφεται το Εφετείο ότι είναι εσφαλμένη η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι <<το επίδικο κατείχε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχός του και συνακόλουθα είναι εσφαλμένη η παραδοχή ότι είναι ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός-ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο με χρησικτησία>>, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο πρώτο σκέλος (στοιχ.1.1), το αντίθετο αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα Α.

Ζ., που, με επιμέλειά του, εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα και τις δύο φωτογραφίες που, με επίκληση, προσκόμισε και, κατά τα εκτιθέμενα στο τέταρτο σκέλος (στοιχ.1.4), δεν επιτρέπεται χρησικτησία , κατά τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, επί τμήματος οικοπεδικού κλήρου.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λόγοι αυτοί, ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον, αν και η αγωγή και η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας, κρίθηκαν στην ουσία, για την πληρότητά τους, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν είτε ευθέως [στο πρώτο (στοιχ.1.1) και τέταρτο (στοιχ.1.4) σκέλος του πρώτου λόγου], είτε εκ πλαγίου (τρίτο λόγο), καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση ,δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την παραδοχή ως ουσία βάσιμης της καταλυτικής της αγωγής ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη των επικαλούμενων, από το πιο πάνω άρθρο, πλημμελειών.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων( μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα) από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ, εξάλλου, η διαλαμβανόμενη στο 4ο σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου αιτίαση, είναι και αβάσιμη, καθόσον είναι επιτρεπτή η απόκτηση από τρίτον της κυριότητας επί τμήματος οικοπεδικού κλήρου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 § 1 α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 ν. 651/1977, (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ75/2021, ΑΠ903/2018, ΑΠ1991/2008, ΑΠ 866/2007).

Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο, κατά το δεύτερο (στοιχ.1.2) σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δέχθηκε, κατ'ουσίαν, την ένσταση ιδίας κυριότητητας, με έκτακτη χρησικτησία, του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του έπρεπε να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη, και η οποία από τις προσκομισθείσες αποδείξεις (κατάθεση του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ.) δεν αποδείχθηκε. Ο ανωτέρω λόγος, είναι, ως προς το σκέλος αυτό, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο καθόλου, τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος για τη θεμελίωσή της εν λόγω ενστάσεως (ΑΠ718/2020, ΑΠ1245/2013). Σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανάλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 1892/1990, διότι δέχθηκε την, επί του επιδίκου, απόκτηση κυριότητας από τον εναγόμενο, με χρησικτησία (ένσταση ιδίας κυριότητας), αν και τούτο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως ευρισκόμενο σε παραμεθόριο περιοχή, όπως είναι η Θεσπρωτία.

Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός και τα περιστατικά που τον στηρίζουν προβλήθηκαν στο Εφετείο και δή με νόμιμη επαναφορά τους (άρθρο 240 ΚΠολΔικ), ούτε επικαλείται με το αναιρετήριο κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., ανεξάρτητα του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό(αντένσταση), για το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος. Β. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ .β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που είναι ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2015, ΑΠ180/2011, ΑΠ 1795/2008). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ559/2020, ΑΠ633/2019, ΑΠ625/2008, ΑΠ1813/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα κατείχε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος από το έτος 1970, με κακή εκτίμηση των αποδεικτικών του μέσων, που νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει, και μη λήψη υπόψη ουσιωδών αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα της ένορκης βεβαίωσης του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ., των εγγράφων (άδειες οικοδομής, χάρτη διανομής του έτους 1956, πίνακες διανομής, τοπογραφικό από Οκτώβριος 1983 του πολιτικού μηχανικού Ε. Κ.), από τα οποία προκύπτει αντίθετη κρίση. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα όσα διαλαμβάνονται σ'αυτόν ανάγονται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στο περιεχόμενο των άνω αποδεικτικών μέσων, που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, έτσι, ώστε, δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτός, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικό λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.3ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31/08/2020 αίτηση του Σ. Τ., για αναίρεση της αριθμ. 120/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ