Legislator Case Law & Legislation
1928/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial and execution stay requests due to lack of new evidence and procedural failure.

Case Number 1928/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicant's requests for a retrial and stay of execution. The applicant argued that new evidence proved her innocence regarding defamation charges, but the court found these materials insufficient to establish a reasonable doubt. Since the applicant failed to substantiate these claims during the prior appeal, the court ruled the evidence did not meet the legal threshold for reopening the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1) and 528 of the Code of Civil Procedure; The court may not order a retrial based on new evidence unless it creates a reasonable doubt regarding the conviction, and failure to raise such arguments in the appeal renders them inadmissible for a retrial request.

Keywords

AI generated
retrial of criminal proceedings new evidence standard reasonable doubt threshold procedural default stay of execution defamation charges Supreme Court of Greece

Cited Legislation

AI generated
Article 525(1) of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 531 of the Code of Civil Procedure
Article 578(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1051/2019, Supreme Court of Greece, 6th Criminal Section

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1928/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίασή του, ως Συμβούλιο, στο ακροατήριο του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις της αιτούσας Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 7319/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16.7.2019, δύο (2) αιτήσεις της ανωτέρω αιτούσας, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1042/2019.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστασία Δημητριάδου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, με αριθμό πρωτ. 167/5.8.2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, και 528 ΚΠΔ, την από 16-7-2019 αίτηση της Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., με την οποία ζητά την προς το συμφέρον της επανάληψη, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 7319/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων), δικάζοντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που την κήρυξε ένοχη ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης κατά συρροή και της επέβαλλε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, για κάθε παθόντα, μετατραπείσα προς 5 ευρώ ημερησίως και αποστέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων της για ένα χρόνο. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νομότυπα αίτηση αναίρεσης, πλην όμως αυτή απερρίφθη ως ανυποστήρικτη με την με αριθμό 1051/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου ( ΣΤ' Ποινικό Τμήμα), διότι η τότε αναιρεσείουσα και ήδη αιτούσα την αναψηλάφηση δεν παρέστη για την υποστηρίξει.

Επειδή κατά της ήδη αιτούσας εκκρεμούσαν διάφορες ποινές προς εκτέλεση, αυτή προκάλεσε την έκδοση της με αριθμό 2428/2019 συγχωνευτικής απόφασης του Δ' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, περί καθορισμού εκτιτέας συνολικής ποινής η οποία καθορίστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 4 έτη και 47 μήνες, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή με προθεσμία καταβολής τριών (3) ετών, ώστε να καταβάλει (η ήδη αιτούσα) το ποσό της ως άνω καθορισθείσας συνολικής ποινής φυλάκισης σε 36 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενόμενης από τον Αύγουστο του 2019. Σημειωτέον δε ότι, ως ποινή βάσεως για τον καθορισμό της συνολικής ποινής λήφθηκε η καταδικαστική απόφαση 7319/2018 του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων), της οποίας την ακύρωση ζητά τώρα η ήδη αιτούσα.

ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό ισχύει από 1-7-2019 με Ν 2620/2019 η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, 4) αν αποδείχθηκε δωροληψία δικαστή ή ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη ή άλλη από πρόθεση παράβαση του δικαστικού τους καθήκοντος, 5) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 6) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην τελευταία περίπτωση δεν απαιτείται η διαπιστωθείσα από το Ε.Δ.Δ.Α. δικονομική παραβίαση να επηρέασε αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου (Α.Π, 672/1995 Ποιν. Χρον.

ΜΕ 1247, Α.Π. 1769/2006) καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009).

Την σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 εδάφιο β' Κ.Π.Δ μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι Λόγοι της αίτησης (Α.Π. 1237/2017).

Κατά το άρθρο 528 κπδ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τον σύζυγο του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από τον συνήγορο του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά τον θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε. Την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να την ζητήσει μόνον ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 529 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα Κ. Κ. ζητά την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον της ισχυριζόμενη ότι, μετά την οριστική καταδίκη της, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που την καταδίκασαν γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί κατά η διάρκεια της δίκης, κάνουν φανερό ότι αυτή είναι αθώα. Ως νέα στοιχεία, άγνωστα στο δικάσαν δικαστήριο επικαλείται (κατά λέξη) ότι: ".... στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης (7319/2018) προκύπτει ότι δεν καταγράφονται στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε μνημονεύονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως: 1) η από 26.12.2012 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, και νυν μηνυτή του, κ. Σ. Ρ., η οποία δεν αναγνώσθηκε αυτή προανακριτική αυτή κατάθεση, με την ανάγνωση των πρακτικών της δίκης ούτε αξιολογήθηκε στη σκέψη των δικαστών για την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του για την ενοχή της κατηγορουμένης την άνω έκθεση εξετάσεως κατά την προανάκριση του μάρτυρος και νυν μηνυτή κ. Σ. Ρ. (26.6.2012)

2) Το από 5.7.2012 υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του AT ... , με το οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικείο Αθηνών με ABM ... /.... Ειδικότερα προκύπτουν τα κάτωθι: Από την επικαλούμενη από 26.6.2012, και μη προσκομεισθείσα στα έγγραφα της συγκεκριμένης δικογραφίας και μη αναγνωσθείσα στα αναγνωστέα έγγραφα ένορκη εξέταση κατηγορουμένου, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω απόφασης, ο κ.

Σ. Ρ. του Δ., καταθέτει ενώπιον του αστυνομικού ανακριτικού υπαλλήλου του αστυνομικού τμήματος ... (υπαστυνόμου Β' κ. Α. Δ.) :" Αρνούμαι τις κατηγορίες και παραπέμπω στην υπό σημερινή ημερομηνία έγκλησή μου κατά της εδώ μηνύτριας μου Κ. Κ." Η φράση αυτή έχει παραπομπή όπου αναγράφεται " διαγράφονται δέκα πέντε (15 λέξεις )και εν προκειμένω οι λέξεις " παραπέμπω στην υπό σημερινή ημερομηνία έγκλησή μου κατά της εδώ μηνύτριας Κ.

Κ. και τίθεται "Επιφυλάσσομαι να ασκήσω τα νόμιμα δικαιώματα μου". Το από 5.7.2012 υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του αστυνομικού τμήματος ..., με το οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικείο Αθηνών με ΑΒΜ ... /.... Στο άνω διαβιβαστικό του AT ... αναφέρεται "καταμήνυσαν την ανωτέρω μηνύτρια, ο μεν (α) .ήτοι ο κ.

Α. Π. για παράβαση των άρθρων 333 Π Κ "Απειλή" 361 Π Κ "Εξύβριση" και 363 ΠΚ " Συκοφαντική δυσφήμηση" Ενώ ο ( β) ήτοι ο κος Σ. Ρ. επιφυλάχθηκε ως προς την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του".... 3) τα νέα τούτα αποδεικτικά στοιχεία όπως αποτυπώνονται αφενός στη με ημερομηνία 26.6.2012, έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, κ. Σ.

Ρ. του Δ., ενώπιον του αστυνομικού ανακριτικού υπαλλήλου του αστυνομικού τμήματος ..., και αφετέρου από το 5.7.2012 υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του αστυνομικού τμήματος ..., με το οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικείο Αθηνών με ABM ... /..., προκύπτει ανενδοίαστα ότι, δεν ζητεί την 26.6.2012, ούτε ζήτησε μεταγενέστερα ποτέ την ποινική δίωξη μου για τις πράξεις που Φέρεται ότι τέλεσα σε βάρος του.... 4) ως προς την καταδίκη μου της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή σε βάρος των δύο παθόντων δικηγόρων κ.κ.

Π. και Ρ. από την δικογραφία προκύπτει ότι κ. Ρ. Σ. ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΥΠΟΒΑΛΛΕΙ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΕΓΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗΣ, το οποίο διώκεται κατ έγκληση, ΟΥΤΕ ΖΗΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΟΥ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΑΔΙΚΗΜΑ. ...".

Τα στοιχεία όμως που επικαλείται η αιτούσα δεν αποτελούν νέα - άγνωστα στους δικαστές που την καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτή αθώα. Αντιθέτως μάλιστα, σαφέστατα συνάγεται ότι, πρόκειται για νομικούς ισχυρισμούς, γνωστούς στο δικαστήριο τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό της ποινικής διαδικασίας. Επιπλέον δε τους ισχυρισμούς αυτούς η αιτούσα είχε προβάλει στην αίτηση αναίρεση της, την οποία όμως δεν προσήλθε για να υποστηρίξει και γΓ αυτό απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

Με δεύτερη (χωριστή) αίτηση της η αιτούσα ζητά αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, που της επιβλήθηκε με την με αριθμό 7319/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων). Σημειωτέον ότι κατά το άρθρο 531 κπδ (πρώην 529) μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής εφόσον υποβληθεί αίτημα από τον εισαγγελέα ή τον καταδικασμένο.

Η αιτούσα επικαλείται ως λόγους αναστολής εκτέλεσης της ποινής (κατά λέξη) ότι "... αφενός του χαμηλού εισοδήματος μου και αφετέρου της υγείας μου, αλλά και της έλλειψης άλλων εισοδηματικών πόρων, η καταβολή των μηνιαίων δόσεων του χρηματικού ποσού για την ως άνω συγχωνευτική απόφαση, έστω και επί ελάχιστο χρόνο μέχρι της εκδίκασης της αίτησης μου για την επανάληψη της διαδικασίας....

η συνέχιση της εκτίσεως της ποινής ( πρώτη δόση ) μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθείσας αίτησης επανάληψης της διαδικασίας θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη, και θέτει σε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο την υγεία μου και την ίδια την ζωή μου... δεν είμαι φυγόδικη, - φυγόποινη, δεν παρουσιάζω καμία επικινδυνότητα και ιδίως ιδιαίτερη ούτε καν πιθανότητα να τελέσω κάποια άλλη αξιόποινη πράξη, καθώς συνεχίζω να διάγω απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έντιμο οικογενειακό βίο.....

αδυνατώ πλήρως με τις ως άνω αποδεδειγμένες έκτακτες οικογενειακές και οικονομικές μου υποχρεώσεις να καταβάλω το ποσό της χρηματικής ποινής που μου επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της υγείας μου και της άμεσης και επικείμενης χειρουργικής μου επέμβασης....". Οι λόγοι όμως ανατολής που επικαλείται η αιτούσα, δεν αποτελούν λόγους που μπορούν να εδραιωθούν στο άρθρο 525 κπδ, όπου κύριο κριτήριο είναι η πιθανότητα να γίνει δεκτή η σχετική αίτηση επανάληψης διαδικασίας (λόγω αθωότητας της), γεγονός όμως που δεν συντρέχει στην κρινομένη περίπτωση.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και η κρινομένη αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που επιβλήθηκε με την με αριθμό 7319/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 16-7-2019 αίτηση της Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., με την οποία ζητά την προς το συμφέρον της επανάληψη, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 7319/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων). 2) Να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 16-7-2019 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που επιβλήθηκε με την με αριθμό 7319/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α' τριμελές Πλημμελημάτων), και Β) Να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα."

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ.

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την ίδια την αιτούσα, που ζήτησε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι από 16-7-2019 δύο αιτήσεις της Κ. Κ. του Κ. , με τις οποίες ζητείται , αντίστοιχα , η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής (ΚΠΔ 525 παρί και 531) , είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν .

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικό διέπραξε ( περ. 2) .

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικό ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικό διέπραξε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. (ΑΠ 909/2017) .

Τέλος , από τη διάταξη του άρθρου 531 ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που εκτίεται δυνάμει αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας είναι η πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της τελευταίας (ΑΠ 1612/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 16-7-2019 πρώτη αίτηση , η αιτούσα ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 7319/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή , ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμισης κατά συρροή (για τις οποίες της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών για κάθε παθόντα, που μετετράπη σε χρηματική), ισχυριζόμενη ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώα κατά ένα μέρος, των πιο πάνω πράξεων ως προς τον φερόμενο εγκαλούντα (Σ.

Ρ.) και ειδικότερα, ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, λόγω απαράδεκτου ποινικής δίωξης (ελλείψει έγκλησης) . Περαιτέρω, με την υπό κρίση από 16-7-2019 δεύτερη αίτηση , η αιτούσα ζητεί την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που της επιβλήθηκε με την ίδια προαναφερόμενη απόφαση , για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Οι αιτήσεις αυτές είναι νόμιμες, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις , παραδεκτώς δε εισάγονται ενώπιον του συμβουλίου τούτου (άρθρα 528 παρ.3 και 529 ΚΠΔ) και πρέπει να εξετασθούν

κατ' ουσίαν.

III. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων που περιέχονται στη δικογραφία, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την απόφαση 7319/2018 , που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη ως ανυποστήρικτης της αίτησης αναίρεσης αυτής, με την απόφαση 1051/2019 του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχη την αιτούσα - κατηγορουμένη των παρακάτω πράξεων: " Στην Αθήνα, την 26.6.2012, με μία πράξη της, τέλεσε πλείονα του ενός εγκλήματα.

Και ειδικότερα: 1) Εν γνώσει της, καταμήνυσε άλλους ψευδώς και ανέφερε γι' αυτούς ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτές. Συγκεκριμένα, υπέβαλε την από 26.6.2012 έγκληση της, ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος ... Αθηνών, Δ. Λ.

και Σ. Χ., σε βάρος των νυν 'εγκαλούντων, α) Α. Π. του Α., δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α ...), και β) Σ. Ρ. του Δ., δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α ...), για τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρ. 13 περ. γ', 222, 224 παρ. 2-1, 363-362 Ποινικού Κώδικα), ισχυριζόμενη γι' αυτούς ότι την ίδια ημέρα (26.6.2012), εκδικάσθηκε υπόθεση στην οποία ήταν εγκαλούσα η ίδια (Κ.

Κ.) και δικηγόρος ενός εκ των κατηγορουμένων ήταν ο Α. Π., με συνεργάτη τον επίσης δικηγόρο Σ. Ρ., όπου κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης η Γ. Κ., ότι από τη δικογραφία που είχε σχηματιστεί έλειπαν έγγραφα και δη η μαρτυρική κατάθεση του εκλιπόντος συζύγου της, Κ. Π., ως και σχετικά έγγραφα που η ίδια είχε προσκομίσει, με σημείωμά της, στον πταισματοδίκη που διενεργούσε την προανάκριση, ότι λόγω του ότι χάθηκαν τα έγγραφα αυτά αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί από τον εισαγγελέα που είχε επεξεργασθεί τη δικογραφία στην προδικασία εν μέρει απορριπτική διάταξη επί της εγκλήσεως της και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι μόνο για την υπ' αυτής εγκαλούμενη πράξη της σωματικής βλάβης, ότι όταν άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης ζήτησε την εξαίρεση της εισαγγελέως που ήταν στην έδρα λόγω του ότι την είχε μηνύσει (η εγκαλούσα την εισαγγελέα), ότι όταν διατύπωσε το αίτημα της εξαίρεσης ο συνήγορος υπεράσπισης Α.

Π., έξαλλος, είπε στον πλημμελειοδίκη ότι "αυτό το κάνει κατ' επάγγελμα και είναι γνωστή στην Εισαγγελία για να πετυχαίνει τη μη εκδίκαση των υποθέσεών της", ζητώντας από την έδρα, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα την απόρριψη του αιτήματος της, ότι επίσης, ανέφερε στον πλημμελειοδίκη τα εξής: "θέλετε να πάω μέχρι την εισαγγελία να δείτε τι εκκρεμεί σε βάρος της;", υπονοώντας πως ήταν του κοινού ποινικού δικαίου, ότι επίσης φώναξε τα εξής: "Μα δε γνωρίζετε ποια είναι;

Ρωτήστε και όποιον θέλετε μέσα από εδώ να σας πει", προκαλώντας τα ειρωνικά σχόλια των παρευρισκομένων στην αίθουσα, ότι στο σημείο εκείνο ο συνεργάτης του ως άνω συνηγόρου, Σ. Ρ., επίσης δικηγόρος της είπε "Εμείς θα τη δικάσουμε ότι και να γίνει και ετοιμάσου για νέα μήνυση", ενώ κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος της, ότι το δικαστήριο διέκοψε και επανήλθε με νέο εισαγγελέα, αφού έγινε δεκτό το αίτημα εξαίρεσης της εισαγγελέως της έδρας, ότι η διαδικασία ξεκίνησε και κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης η Γ.

Κ., η οποία κατέθεσε ενόρκως ψευδή γεγονότα, ότι ο Α. Π. την ώρα που εξέταζε τη μάρτυρά του, είπε προς την έδρα τα εξής: "Η κυρία μηνύει τους πάντες και τα πάντα. Μήνυσε και τους αστυνομικούς ενώ τους κατηγόρησε άδικα", ότι ο ανωτέρω, κατά την αγόρευσή του ανέφερε τα εξής: "Η κυρία αυτή είναι γνωστή στην εισαγγελία.

Ρωτήστε τους πάντες και θα μάθετε γΓ αυτήν", εννοώντας πως έχει καταδικασθεί, ενώ όταν ο πλημμελειοδίκης προσπάθησε δύο φορές να τον βάλει σε τάξη, εκείνος επέμενε λέγοντας τα εξής: "Μα είναι δυνατόν οι μηνύσεις της να φθάνουν στο ακροατήριο", υπονοώντας πως είναι τρελή, και ότι για τους λόγους αυτούς καταμήνυε (εγκαλούσα):

α) κάθε υπεύθυνο της εισαγγελίας και τον Α. Π. για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων, β) τον Α. Π. για τη δημόσια συκοφαντική δυσφήμησή της στο ακροατήριο, γ) την Γ. Κ. για το έγκλημα της ψευδορκίας στο ακροατήριο και δ) τον Σ. Ρ. για τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής. Όμως τα ανωτέρω είναι ψευδή, καθότι κανείς εκ των εγκαλουμένων δεν την συκοφάντησε, δεν την απείλησε και δεν υπεξήγαγε έγγραφα, τα κατέθεσε δε εν γνώσει της αναλήθειάς των, έχοντας μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των ως άνω εγκαλούντων, όπως και πέτυχε, αφού συνελήφθησαν κατά την αυτόφωρη διαδικασία και ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα εγκλήματα Α) της συκοφαντικής δυσφημήσεως και β) της Υπεξαγωγής εγγράφων.

Το αληθές είναι ότι κανείς από τους εγκαλούντες δεν διέπραξε κανένα από τα εγκλήματα για τα οποία τους καταμήνυσε και δη α) ο Α. Π. δεν διέπραξε τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της υπεξαγωγής εγγράφων και β) ο Σ. Ρ. δεν διέπραξε τα εγκλήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής.

2) Εξεταζόμενη ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, καταθέτοντας την υπό στοιχείο 1 έγκλησή της, ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος ... Αθηνών, Δ. Λ. και Σ. Χ., βεβαίωσε, ενώπιον τους, ενόρκως, το περιεχόμενο της, καταθέτοντας με τον τρόπο αυτό σε βάρος των νυν εγκαλούντων α) Α. Π. του Α., Δικηγόρου Αθηνών (A.M. Δ.Σ.Α: ...) και β) Σ. Ρ. του Δ., Δικηγόρου Αθηνών (A.M.

Δ.Σ.Α: ...), τα υπό στοιχείο 1' ψευδή γεγονότα.

3) Ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε για κάποιους άλλους, εν γνώσει της, ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους. Συγκεκριμένα, με την υπό στοιχείο 1' έγκλησή της, ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος ... Αθηνών, Δ. Α. και Σ. Χ., το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως, ισχυρίστηκε ενώπιον τους (ως άνω αστυνομικών οργάνων), ως και παντός τρίτου που μπορούσε, εκ της θέσεώς του, να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτής, τα εν αυτή καταγγελθέντα.

Τα ανωτέρω (υπό στοιχεία 1 και 2 καταγγελθέντα) είναι ψευδή, τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των, και έβλαπταν την τιμή και την υπόληψη των νυν εγκαλούντων, α) Α. Π. του Α., Δικηγόρου Αθηνών (AM. Δ.Σ.Α: ...), και β) Σ. Ρ. του Δ., Δικηγόρου Αθηνών (Α.Μ. Δ.ΣΑ: ...), αφού τους παρουσίαζαν ως κοινούς εγκληματίες που δεν διστάζουν να κατασυκοφαντήσουν συμπολίτες τους (Α.

Π. και Σ. Ρ.), να υπεξάγουν έγγραφα (Α. Π.) και να απειλήσουν (Σ. Ρ.). Ο λόγος που προέβη στην πράξη της αυτή ήταν για να προκαλέσει την καταδίωξη των ανωτέρω, όπως και πέτυχε αφού συνελήφθησαν κατά την αυτόφωρη διαδικασία και ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη νια τα εγκλήματα Α) της Συκοφαντικής δυσφημήσεως και Β) της Υπεξαγωγής εγγράφων".

Η αιτούσα , ως λόγο της διωκόμενης, με την κρινόμενη αίτηση, επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει ότι, μετά την καταδίκη της προέκυψαν νέα στοιχεία που δεν ελήφθησαν υπόψη από τους δικαστές και τα οποία ανατρέπουν μερικά το καταδικαστικό για την ίδια πόρισμα της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως και ειδικότερα ως προς τον φερόμενο εγκαλούντα (Σ.

Ρ.), λόγω μη νομότυπης από μέρους του άσκησης εγκλήσεως , εξαιτίας της οποίας ήταν απαράδεκτη η κατ' αυτής άσκηση ποινικής δίωξης για την μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης . Ειδικότερα, για την απόδειξη και ευδοκίμηση της αίτησης της , επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης (7319/2018) προκύπτει ότι δ καταγράφονται στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε μνημονεύονται στο σκεπτικό ι προσβαλλομένης αποφάσεως. 1) η από 26.12.2012 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, και νυν μηνυτή μου, κ.

Σ. Ρ., η οποία δεν αναγνώσθηκε αυτή προανακριτική αυτή κατάθεση, με την ανάγνωση των πρακτικών της δίκης ούτε αξιολογήθηκε στη σκέψη των δικαστών για την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη για σχηματισμό της δικανικής κρίσης του για την ενοχή της κατηγορουμένης την άνω έκθεση εξετάσεως κατά την προανάκριση του μάρτυρος και νυν μηνυτή κ.

Σ. Ρ. (26.6.2012), και δεν προκύπτει το περιεχόμενο της καταθέσεως αυτής από άλλα παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρεται αυτή απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και επ' αυτής κυρίως στήριξε καταδικαστική του κρίση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τον δεύτερο εγκαλούντα.

Όπως, προκύπτει από το νέο αυτό προσκομιζόμενο και επικαλούμενο στοιχείο, και ειδικότερα της σχετικής ένορκης εξέτασης του κατηγορουμένου και νυν εγκαλούντος κ. Σ. Ρ., αυτή φέρει ημερομηνία συντάξεως την 26.6.2012, γεγονός που μαρτυρεί ότι αυτός, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία αυτή, είχε λάβει γνώση έως τότε σε βάρος του συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ωστόσο, κατά την εξέταση του αυτή δεν υπέβαλε μήνυση σε βάρος μου, αλλά επιφυλάχθηκε των νομίμων δικαιωμάτων του, τα οποία δεν άσκησε, ΟΥΔΕΠΟΤΕ, για τη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του και την εγχείρισε ο ίδιος στον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο του αστυνομικού τμήματος ..., υπαστυνόμο κ. Λ.

Δ.. 2) Το από 5.7.2012 υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του AT ... , με το οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικείο Αθηνών με ΑΒΜ .../....

Ειδικότερα προκύπτουν τα κάτωθι:

1. Από την επικαλούμενη από 26.6.2012, και μη προσκομεισθείσα στα έγγραφα της συγκεκριμένης δικογραφίας και μη αναγνωσθείσα στα αναγνωστέα έγγραφα ένορκη εξέταση κατηγορουμένου, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω απόφασης, ο κ. Σ. Ρ. του Δ., καταθέτει ενώπιον του αστυνομικού ανακριτικού υπαλλήλου του αστυνομικού τμήματος ... (υπαστυνόμου Β' κ. Λ. Δ.): "Αρνούμαι τις κατηγορίες και παραπέμπω στην υπό σημερινή ημερομηνία έγκληση μου κατά της εδώ μηνύτριας μου Κ. Κ." Η φράση αυτή έχει παραπομπή όπου αναγράφεται "διαγράφονται δέκα πέντε (15 λέξεις) και εν προκειμένω οι λέξεις "παραπέμπω στην υπό σημερινή ημερομηνία έγκλησή μου κατά της εδώ μηνύτριας Κ. Κ. και τίθεται "Επιφυλάσσομαι να ασκήσω τα νόμιμα δικαιώματά μου". 2. Το από 5.7.2012 υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο του αστυνομικού τμήματος ..., με το οποίο διαβιβάστηκε η δικογραφία που σχηματίσθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικείο Αθηνών με ABM .../....

Στο άνω διαβιβαστικό του AT ... αναφέοεται "...καταυμήνυσαν την ανωτέρω μηνύτρια. ο μεν ( α) ήτοι ο κ. Α. Π. για παράβαση των άρθρων 333ΠΚ "Απειλή". 361 ΠΚ "Εξύβριση" και 363 ΠΚ "Συκοφαντική δυσφήμιση".....Ενώ ο (β) ήτοι ο κος Σ. Ρ. επιφυλάχθηκε ως προς την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του". Ενόψει αυτών, οι επικαλούμενες από την αιτούσα "νέες αποδείξεις", τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε, ότι η αιτούσα τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι η αιτούσα είναι αθώα.

Αντίθετα με την επίκληση αυτών επιχειρείται από την αιτούσα ο έλεγχος από νομικής και ουσιαστικής πλευράς της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές. Σε κάθε δε περίπτωση, τον ισχυρισμό αυτό (περί απαραδέκτου ποινικής δίωξης ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης) μπορούσε η αιτούσα να προβάλλει στην αίτηση αναίρεσης που άσκησε, την οποία όμως δεν προσήλθε να υποστηρίξει, όπως προαναφέρθηκε και εκ του λόγου τούτου αυτή απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.

Έτσι, τα παραπάνω στοιχεία, δεν είναι νέα γεγονότα και αποδείξεις (άρθρ. 525 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) και η κρινόμενη πρώτη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 578 παρ. 1). Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί και η αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της ποινής (άρθρ. 531 ΚΠΔ), δεδομένου ότι προϋπόθεση παραδοχής της είναι η πιθανολόγηση της βασιμότητας της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από1 6.7.2019 δύο αιτήσεις της Κ. Κ. του Κ., τόσο για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 7319/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όσο και για αναστολή εκτέλεσης της ποινής.

Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ, στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ