Legislator Case Law & Legislation
1928/2018 AI generated

1928/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1928/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1928/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, κατά το άρθρο 2 του αυτού ως άνω νόμου, "Κατά την έννοια του νόμου αυτού νοούνται ως: 1. Περιβάλλον: το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. 2.

Keywords

AI generated
degradation of the environment environmental compliance review environmental risk landfill permit management of resources over-exploitation of resources
AI generated
2014/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
1521/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη-Καλούση, Αρεοπαγίτες.
2206/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
60/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1867/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1928/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δούκα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3689/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2018 αίτηση του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12 Φεβρουαρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1581/12.2.2018 και στους από 16 Απριλίου 2018 πρόσθετους λόγους και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 292/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 9-2-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-2-2018) και οι επ' αυτής από 16-4-2018 πρόσθετοι λόγοι του Κ. Π. του Α., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 3689/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 περ. α' του Ν. 1650/1986 "Για την προστασία του περιβάλλοντος", όπως ίσχυε κατά το χρόνο της τέλεσης της επίδικης αξιόποινης πράξης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος (13-12-2011), πριν από την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Ν. 4042/2012, "με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδόμενων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων".

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται εν προκειμένω, διότι είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο από την επακολουθήσασα ποινική κύρωση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν. 4042/2012 (ΦΕΚ Α' 24/13-2-2012), κατά την οποία: "Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000 έως 60.000 ευρώ".

Ακόμη, κατά το άρθρο 2 του αυτού ως άνω νόμου, "Κατά την έννοια του νόμου αυτού νοούνται ως: 1. Περιβάλλον: το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. 2.

Ρύπανση: η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσης του. 3.....4.

Υποβάθμιση: η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιαδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες...." Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 28 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Ν. 1650/1986, προκύπτει ότι, γα να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρύπανσης" ή "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, με την αναφερόμενη στο άρθρο 2 έννοια και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση.

Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμά τους με βάση τις κείμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά•πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 3689/2017, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Με την υπ' αριθ.

πρωτ. ....ΜΕΓ.60/21-2-2006 απόφαση της Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, όπως η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 4.../Φ14.ΜΕΓ.60/6-10-2007 απόφαση της αυτής Διευθύνσεως, δόθηκε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." άδεια λειτουργίας ελαιοτριβείου μετά συσκευαστηρίου ελαιολάδου στην τοποθεσία "..." στο Δήμο ....

Η άδεια είχε ισχύ οκτώ (8) ετών και έληξε στις 21-02-2014. Στην υπ' αριθ. πρωτ. ....ΜΕΓ.60/21-2-2006 απόφαση ρητά αναγράφεται υπό 2. (β) ότι: "Η άδεια αυτή χορηγείται με την επιφύλαξη της τήρησης των κειμένων διατάξεων και με τους εξής όρους: β) ... να τηρούνται οι περιβαλλοντικοί όροι που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...7/1851/23-7-2004 απόφαση της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Αττικής και να φροντίζει ο ενδιαφερόμενος για την παράταση ισχύος των περιβαλλοντικών όρων".

Η απόφαση αυτή της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του ελαιοτριβείου είναι η υπ' αριθ. πρωτ. ...7/1851/23-7-2004 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής, Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, στην οποία μεταξύ άλλων ορίζεται ότι υπεύθυνος για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων είναι ο κατηγορούμενος- εκκαλών, Κ.

Π. του Α. και ότι οι αναφερόμενοι σε αυτήν περιβαλλοντικοί όροι ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης, ήτοι μέχρι τις 23-7-2009. Το Φθινόπωρο του 2011 από την Περιφέρεια Αττικής, Γενική Διεύθυνση Ποιότητας Ζωής, Διεύθυνση Περιβάλλοντος, Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων και Υδροοικονομίας Περιβάλλοντος της Π.Ε.

Δυτικής Αττικής συστήθηκε Τριμελής Επιτροπή, αποτελούμενη από τους υπαλλήλους Σ. Λ., ελεγκτή περιβάλλοντος, Θ. Ρ. και Ν. Ο., γεωπόνο, για να ελέγξει τη νόμιμη λειτουργία των ελαιοτριβείων της Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ) των Μεγάρων Αττικής. Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, ημέρα Τρίτη και μεταξύ των ωρών 11.45' πμ έως 12.30' μμ διενήργησαν αυτοψία στο χώρο του ανωτέρω ελαιοτριβείου του κατηγορουμένου, περί της οποίας συνέταξαν την με ίδια ημερομηνία "ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ" εκτάσεως δύο σελίδων.

Σε αυτήν, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, διαπιστώνεται ότι η Α.Ε.Π.Ο., δηλαδή η Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων που προαναφέρθηκε, δεν είναι πλέον σε ισχύ. Αυτή έληξε, ως προαναφέρθηκε, στις 23 Ιουλίου 2009, δηλαδή δύο (2) έτη, τέσσερις (4) μήνες και είκοσι (20) ημέρες πριν τη διενέργεια αυτοψίας. Με αυτήν διαπιστώθηκε ακόμη η εκ προθέσεως ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην οποία είχε προβεί ο κατηγορούμενος την ημερομηνία αυτή (13-12-2011), πράξη η οποία περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσης.

Ειδικότερα ο κατηγορούμενος εκ προθέσεως ενεργών, δεν είχε φροντίσει για τη διάθεση των υγρών αποβλήτων της επιχείρησης ελαιοτριβείου, της οποίας είναι διαχειριστής και υπεύθυνος της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων, στο Κέντρο Λυμάτων (ΚΕ.Λ.) Μεταμόρφωσης Αττικής, ούτε για την διάθεση του ελαιοπυρήνα κατά νόμιμο τρόπο, αφού δεν επεδείχθησαν τα σχετικά παραστατικά στην τριμελή επιτροπή που διενήργησε την αυτοψία, όταν αυτή τα ζήτησε από τον κατηγορούμενο που ήταν παρών κατά τη διενέργειά της.

Η συγκέντρωση του ελαιοπυρήνα γινόταν στον περιβάλλοντα χώρο του ελαιοτριβείου, το οποίο ευρίσκεται επί οικοπέδου εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων, και διαπιστώθηκαν διαρροές ποσότητας του πυρήνα αυτού σε μη στεγανοποιημένο έδαφος. Ακόμη διαπιστώθηκε η παροχέτευση υγρών, ακάθαρτων αποβλήτων από την επεξεργασία του ελαιοκάρπου σε όμορο της επιχείρησης οικόπεδο με αποτέλεσμα τη ρύπανση μη στεγανοποιημένου εδάφους του οικοπέδου αυτού.

Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του πλημμελήματος της εκ προθέσεως ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 28 παρ. 2 εδ. 1 του ν. 1650/1986, πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' Π.Κ., διότι απεδείχθη από τα αναγνωσθέντα τρία (3) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών υπ' αριθ. ..., εκδοθέντα άπαντα από τους εκμεταλλευτές βυτίου λυμάτων με αριθμό κυκλοφορίας ...37 Ν.

και Κ. Δ., με έδρα τα ... ο κατηγορούμενος την επομένη της αυτοψίας, 14 Δεκεμβρίου 2011, κάλεσε τους ανωτέρω βυτιοφορείς τους οποίους και κατά τον προηγούμενο μήνα (Νοέμβριο 2011) είχε χρησιμοποιήσει, και αυτοί προέβησαν στην αποκομιδή και μεταφορά των λυμάτων του ελαιοτριβείου. Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της ρύπανσης και υποβάθμισης περιβάλλοντος, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στα ... στις 13-12-2011, διαπιστώθηκε να προξενεί ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ως τέτοιου νοουμένου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε να λειτουργεί εντός έκτασης τριών (3) περίπου στρεμμάτων, εγκατάσταση διφασικού ελαιοτριβείου της επιχείρησης "... Ο.Ε." (πρώην "... Ο.Ε.), της οποίας είναι διαχειριστής, χωρίς να λαμβάνει χώρα διάθεση των υγρών αποβλήτων της επιχείρησης αυτής στο ..., ούτε και διαχείριση του ελαιοπυρήνα κατά νόμιμο τρόπο, αλλά η συγκέντρωση του τελευταίου γινόταν στον περιβάλλοντα, προαύλιο χώρο του ελαιοτριβείου, ενώ παρατηρήθηκαν διαρροές ποσότητας του πυρήνα αυτού σε μη στεγανοποιημένο έδαφος, περαιτέρω δε εντός του παραπλεύρου οικοπέδου διαπιστώθηκε παροχέτευση υγρών αποβλήτων από την επεξεργασία του ελαιοτριβείου σε μη στεγανοποιημένο έδαφος, προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο, ο κατηγορούμενος ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος και ειδικότερα τόσο της προαναφερθείσας έκτασης όπου είναι εγκατεστημένο το ελαιοτριβείο, όσο και του γειτνιάζοντας χώρου του ευρύτερου περιβάλλοντος στην περιοχή".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνο-νται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, προσδιορίζει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, το είδος των ρύπων, δηλαδή ότι επρόκειτο για υγρά απόβλητα και ελαιοπυρήνα ελαιοτριβείου, τον τρόπο πρόκλησης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος, τις αρνητικές επιπτώσεις σ' αυτό, καθώς και την υπαιτιότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος προς τέλεση της εν λόγω πράξης, ώστε να στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς αυτή.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας της περί ενοχής κρίσης για τη συγκεκριμένη πράξη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ποια διάταξη νόμου, ποιο διάταγμα ή ποιά υπουργική απόφαση προβλέπει τα ανώτατα όρια των ρύπων, πώς καθορίστηκαν αυτά και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση αυτών, σε ποιό επίπεδο και σε ποιο βαθμό και με ποιό τρόπο έγινε η υπέρβαση, αφού δεν υπάρχει, εν προκειμένω, κατά την κατηγορία και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπέρβαση των ορίων των ρύπων, αλλά ρύπανση του περιβάλλοντος με ενέργειες του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, διαπιστωθείσα, μάλιστα, όπως επιβάλλεται κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από γνωμάτευση Επιτροπής Ειδικών Ελεγκτών.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διαλάβει η προσβαλλομένη απόφαση με ποιό τρόπο και σε ποιο βαθμό η ενέργεια του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος επέδρασε δυσμενώς στην οικολογική ισορροπία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, αλλά αρκεί η παραδοχή ότι γινόταν η διοχέτευση ακάθαρτων υγρών αποβλήτων και ελαιοπυρήνα σε μη στεγανοποιημένο έδαφος του οικοπέδου της επιχείρησης, αλλά και στο έδαφος όμορου οικοπέδου και ως εκ τούτου προκαλούσε ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Από την ενέργεια αυτή, σαφώς προκαλούνται αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής, αφού οι επιπτώσεις αυτές είναι αυτονόητες συνέπειες της ανωτέρω παραδοχής ότι προκλήθηκε ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Τέλος, ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει η προσβαλλομένη απόφαση ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την υποκειμενική θεμελίωση της παραπάνω πράξης, δεν απαιτείται η συνδρομή άμεσου ή υπερχειλούς δόλου αλλ' αρκεί κοινός δόλος, για τον οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η σχετική δε με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια περί της ενοχής αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "....ο κατηγορούμενος, εκ προθέσεως ενεργών, δεν είχε φροντίσει για τη διάθεση των υγρών αποβλήτων της επιχείρησης ελαιοτριβείου .... στο Κέντρο Λυμάτων (ΚΕ.Λ.) Μεταμόρφωσης Αττικής, ούτε για την διάθεση του ελαιοπυρήνα κατά νόμιμο τρόπο, αφού δεν επεδείχθησαν τα σχετικά παραστατικά στην τριμελή επιτροπή που διενήργησε την αυτοψία, όταν αυτή τα ζήτησε από τον κατηγορούμενο που ήταν παρών κατά τη διενέργειά της....", που αφορά στην κατάφαση της ενοχής, δεν αντιφάσκει προς επόμενη (παραδοχή), σύμφωνα με την οποία "....πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ' Π.Κ., διότι απεδείχθη από τα αναγνωσθέντα τρία (3) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών υπ' αριθ. ..., εκδοθέντα άπαντα από τους εκμεταλλευτές βυτίου λυμάτων με αριθμό κυκλοφορίας ...37 Ν.

και Κ. Δ., με έδρα τα ... ο κατηγορούμενος την επομένη της αυτοψίας, 14 Δεκεμβρίου 2011, κάλεσε τους ανωτέρω βυτιοφορείς τους οποίους και κατά τον προηγούμενο μήνα (Νοέμβριο 2011) είχε χρησιμοποιήσει, και αυτοί προέβησαν στην αποκομιδή και μεταφορά των λυμάτων του ελαιοτριβείου....", που αφορά στην αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης της μετά την πράξη ειλικρινούς μεταμέλειας (εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

δ' του ΠΚ), αφού οι εν λόγω παραδοχές ανάγονται σε διαφορετικά χρονικά σημεία και η μία δεν αναιρεί την άλλη. Επομένως, δεν έλαβε χώρα εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1650/1986, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της τέλεσης της επίδικης αξιόποινης πράξης, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προμνημονευόμενης εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στους ανωτέρω λόγους του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθώς και οι συναφείς περί την εκτίμηση των αποδείξεων αιτιάσεις, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. α' και 510 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.

Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.

Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα, ούτε ακόμη και με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 του ΚΠοινΔ.

Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, αν μεν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται η ανυπαρξία αυτής ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι ".... η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αναιρετέα .... αφού ως προκύπτει απέρριψε αναιτιολογήτως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου, χωρίς την παραμικρή αιτιολογία, καίτοι υποβλήθηκαν και συμπεριλήφθηκαν στην απόφαση και αναπτύχθηκαν και προφορικώς ....".

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προτείνεται η ανυπαρξία αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών και ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν οι προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα αυτοτελείς ισχυρισμοί, το περιεχόμενο αυτών και οι παραδοχές, με τις οποίες απορρίφθηκαν αυτοί.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προτείνεται η ανυπαρξία αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, είναι απαράδεκτος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) την από 9-2-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-2-2018) και β) τους επ' αυτής από 16-4-2018 πρόσθετους λόγους του Κ. Π. του Α., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 3689/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ