Legislator Case Law & Legislation
1928/2017 AI generated

1928/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1928/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1928/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση δε αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΑΠ 298/2012).

Keywords

AI generated
restitution of church property withdrawal of legal aid revival of benefit claim restitution of benefits accounting provision survivor benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1928/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων" (Ε.Τ.Α.Α.), το οποίο εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εναχθέν - αναιρεσίβλητο με την ιδιότητα "ως ο φορέας" στον οποίο υπάγεται ο "Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων Τ.Ε.Α.Δ." και "ως καθολικός διάδοχος" του "Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων" (Κ.Ε.Α.Δ.) του Ταμείου Νομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδικείου Αθηνών και 455/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, καθώς και από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δηµιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Στην περίπτωση δε αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΑΠ 298/2012).

Τέλος, ο κατά το άρθρο 905 παρ. 1 ΑΚ αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως, δεν υφίσταται στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί στην καταβολή για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ αυτού ή και για οποιαδήποτε άλλη εκ του νόμου αιτία (ΑΠ 1881/2005).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά το διάστημα από 8.9.2000 έως 28.12.2012 κατά το οποίο διετέλεσε δικηγόρος του ..., αν και δεν μπορούσε κατά νόμο να ασφαλιστεί στο Ταμείο Νομικών και στον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΚΕΑΔ) του Ταμείου Νομικών (κατ’ επέκταση ούτε στο ΤΕΑΔ του ΕΤΔΑ) για το λόγο ότι ήταν ήδη συνταξιούχος του Δημοσίου, εν τούτοις δια της εκδόσεως των υποχρεωτικών τετραπλότυπων προείσπραξης που εκδίδονταν από το Δικηγορικό Σύλλογο… για τις παραστάσεις του στα κάθε φύσεως δικαστήρια κατέβαλε υπέρ του ΚΕΑΔ και του ΤΕΑΔ πόρους συνολικού ύψους -για όλο το ως άνω διάστημα- 2.913,33 ευρώ, όπως αναλυτικά οι αχρεώστητοι αυτοί πόροι αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ωστόσο, απέρριψε εν τέλει την αγωγή ως αβάσιμη, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για την επιστροφή του ανωτέρω αδικαιολόγητου πλουτισμού, που είχε προβάλλει το εναγόμενο Ταμείο. Συγκεκριμένα, επί της ενστάσεως αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων, γεννημένος το έτος 1940, ελάμβανε μηνιαία σύνταξη από το ελληνικό Δημόσιο με την ιδιότητα του Απόστρατου Υπ/ντη (Αστυνόμου Α’ ).

Εν συνεχεία το έτος 2000, σε ηλικία (60) ετών, διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο … με την υπ’ αριθμ. .../8-8-2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο ίδιος δε γνώριζε την άρνηση του Τ.Ν. και του Κ.Ε.Α.Δ., να εγγραφεί στα μητρώα ασφαλισμένων των προαναφερομένων Ταμείων, πραγματοποιούσε δε παραστάσεις σε ελληνικά δικαστήρια από το έτος 2000 έως το έτος 2012 (28-12-12), οπότε και παραιτήθηκε.

Ο ενάγων επέλεξε με την δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει, αποδεχόμενος ο ίδιος τον τρόπο αυτό της καταβολής των πόρων υπέρ του Κ.Ε.Α.Δ., μέσω του γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, γεγονός για το οποίο ουδέποτε έφερε αντίρρηση ή εναντίωση στο Ε.Τ.Α.Α. Χωρίς την έκδοση της προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής από το ..., από την οποία αμοιβή κρατείτο ο εν λόγω χρηματικός πόρος, ο ενάγων δεν ηδύνατο να παρασταθεί για λογαριασμό πελάτη του στα δικαστήρια, όπως άλλωστε συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

Ενώ δηλαδή πέρασαν (14) ολόκληρα χρόνια από το διορισμό του ενάγοντος ως δικηγόρου, ενώ ουδέποτε κατέβαλλε ασφαλιστικές εισφορές, ενώ ήταν και είναι συνταξιούχος του ελληνικού Δημοσίου λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη, εν τούτοις μετά από τόσα χρόνια, από τον διορισμό του, ο ενάγων διεκδικεί ξαφνικά τις καταβληθείσες εισφορές υπέρ Κ.Ε.Α.Δ., τη στιγμή που τα έτη αυτά ήδη παγιώθηκε μία κατάσταση μεταξύ Ε.Τ.Α.Α.

και ενάγοντος, η οποία δημιούργησε στο εναγόμενο Ταμείο την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων, μη ασφαλιζόμενος, ουδέποτε θα διεκδικούσε ένα πόρο - χρηματική παροχή, που ούτως ή άλλως έπρεπε να καταβάλει για να παρασταθεί σε δικαστήριο. Επειδή τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως συμπεριφορά του εναγομένου προηγηθείσα της ασκήσεως της επιδίκου αξιώσεως του.

Η αδράνεια δε αυτού, επί ικανό χρονικό διάστημα προς άσκησή της, από τότε που αυτή εγεννήθη και κατέστη εναγώγιμη, διαμόρφωσε στο εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση περί μη ασκήσεώς της, με αποτέλεσμα, υπό τα περιστατικά αυτά, η αξίωση του ενάγοντος για την προς αυτόν καταβολή της ανωτέρω συμπληρωματικής αμοιβής να ασκείται καταχρηστικώς, ως υπερβαίνουσα τα υπό της διατάξεως της ΑΚ 281 διαγραφόμενα όρια.

Επομένως, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω σκέψεων και κατ’ αποδοχή της σχετικώς προβληθείσας ενστάσεως (του 281 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί η ένδικος αγωγή, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα". Όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Ειρηνοδικείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως του εναγομένου ασφαλιστικού Ταμείου, που πρόβαλε προς απόκρουση της αξιώσεως του ενάγοντος για την απόδοση των ασφαλιστικών πόρων τους οποίους αχρεωστήτως εισέπραξε μέσω της υποχρεωτικής προεισπράξεως από το Δικηγορικό Σύλλογο … των δικηγορικών αμοιβών του ενάγοντος, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, από τη μία δέχεται ότι ο ενάγων αδράνησε, σε όλο το διάστημα της δικηγορίας του, να αναζητήσει την απόδοση των πόρων αυτών γιατί "επέλεξε με τη δική του ελεύθερη βούληση να συνεχίσει, αποδεχόμενος ο ίδιος τον τρόπο αυτό της καταβολής των πόρων υπέρ του Κ.Ε.Α.Δ., μέσω του γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, γεγονός για το οποίο ουδέποτε έφερε αντίρρηση ή εναντίωση στο Ε.Τ.Α.Α." και έτσι δημιούργησε στο εναγόμενο Ταμείο την εύλογη πεποίθηση ότι ουδέποτε θα αναζητούσε την απόδοση των πόρων αυτών.

Από την άλλη πάλι δέχεται ότι η παρακράτηση των πόρων αυτών από το Δικηγορικό Σύλλογο … γινόταν υποχρεωτικά, επομένως όχι με την ελεύθερη βούληση του ενάγοντος, μέσω της εκδόσεως των τετραπλότυπων προείσπραξης για τις εκάστοτε παραστάσεις του στα κάθε φύσεως δικαστήρια, αφού "χωρίς την έκδοση της προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής από το ..., από την οποία αμοιβή κρατείτο ο εν λόγω χρηματικός πόρος, ο ενάγων δεν ηδύνατο να παρασταθεί για λογαριασμό πελάτη του στα δικαστήρια".

Με τις αντιφατικές αυτές παραδοχές, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν ο ενάγων αδράνησε για την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του εκούσια και από τη μακρόχρονη αυτή στάση του δημιουργήθηκε στο εναγόμενο Ταμείο η εύλογη πεποίθηση ότι ουδέποτε θα αναζητούσε την απόδοση των πόρων αυτών. Επί πλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσο η εκ των υστέρων και καθυστερημένη αναζήτηση των ένδικων πόρων από τον ενάγοντα προκαλεί επαχθείς συνέπειες για το εναγόμενο Ταμείο, καθώς δεν αναφέρει αν προέκυψαν τέτοιες συνέπειες και ποιες ακριβώς είναι αυτές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω αιτίαση, όπως συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ (που καλύπτει και τους αντίστοιχους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Παρέλκει επομένως η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, συγκροτούμενο από άλλον Ειρηνοδίκη, ενώ το αναιρεσίβλητο που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957 (που ισχύει εν προκειμένω διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.

διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους), όπως στο διατακτικό ειδικότερα αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 455/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Ειρηνοδίκη άλλον απ’ αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ