Legislator Case Law & Legislation
1928/2014 AI generated

Supreme Court remands appeal case for retrial due to lack of factual basis in lower court's decision.

Case Number 1928/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision. The appellant argued the lower court lacked factual grounds to rule on the validity of a contract for work and sale. The court found the lower judgment insufficiently reasoned regarding the legal requirements for a contract for work in favor of a third party and the ownership status of the property.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: A judgment is remanded for retrial if it lacks factual premises necessary to apply the substantive law provisions governing the contract for work in favor of a third party.

Keywords

AI generated
contract for work in favor of third party lack of factual premises insufficient reasoning in judgment contract for sale and transfer retrial by same court appellate review standards property ownership status

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 949 of the Code of Civil Procedure
Articles 410, 411, 1094 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1928 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1928/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη που δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα του 1ου καθού η κλήση στο ορθό "Νικία" και το περιεχόμενο της από 20/12/2011 κλήσης στο ορθό "άφησε μοναδικούς κληρονόμους της τον 1ο και 2η των καθών ".

Της αναιρεσίβλητης: Μ. χήρας Ι. Λ., το γένος Ι. Χ., η οποία απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 20/12/2011 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση: 1)Ν. Χ. του Β. και 2)Φ. συζ. Κ. Χ., το γένος Κ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τσέλιο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: 1)Β. συζ Θ. Π., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 1) 7/4/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 2) 29/1/1999 προσεπίκληση της 1ης αναιρεσίβλητης και του Ι. Λ. του Β. και 3)24/2/1999 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 414/2000 μη οριστική, 40/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/1/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 4/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον δεύτερο λόγο αυτής, πρώτο, δεύτερο και εν μέρει τρίτο μέρος του και τον τέταρτο λόγο αυτής, να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς λόγους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου βίαιης διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.

Ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου. Ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει προθεσμία της αποποίησης.

Στην προκειμένη περίπτωση από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Ροδίων, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη Μ. Λ. του Ι. απεβίωσε στις 14 Νοεμβρίου 2010, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτησης του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 201/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Η αποβιώσασα Μ. Λ. το γένος Ι. Χ., με την από 14-5-2010 ιδιόγραφη διαθήκη της άφησε μοναδικές κληρονόμους της την πρώτη και δεύτερη των καθών η κλήση Ν. Χ. και Φ. συζ. Κ. Χ.. Η υπόθεση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-1-2014 αναβλήθηκε για την εις την αρχή της παρούσας σημειουμένη δικάσιμο της 2-4-2014. Από τις υπ' αριθμ. ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου 1 και την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρ. Α. Δ., αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων γνωστοποίησε το θάνατο της αναιρεσίβλητης Μ. Λ., τη βίαιη ως εκ τούτου διακοπή της δίκης και την επανάληψη αυτής, στους καθών η κλήση Ν.

Χ., Φ. Χ. και Β. Π. με την επίδοση σ' αυτούς της από 201-12-2011 κλήση του καλώντας συγχρόνως αυτούς να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που προαναφέρθηκε της 2-4-2014. Επομένως, νομίμως επαναλαμβάνεται η συζήτηση της βιαίως διακοπείσης δίκης. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση συγχωρείται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση περατουσών την όλη ή μόνον την, είτε επί της αγωγής είτε επί της ανταγωγής δίκης οριστικών αποφάσεων, εάν δε η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων προ της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 παρ. 4 και 558 εδ.

β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επ' απλής ομοδικίας στην οποία ενούνται σε κοινή διαδικασία, πλείονες έννομες σχέσεις της δίκης συνδέουσες διάφορα υποκείμενα χωρίς να απόλλυται ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση ενός εκάστου, έναντι των λοιπών, η εκδοθείσα οριστική απόφαση ως προς κάποιο των ομοδίκων περατώνει την δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, και συνεπώς είναι προσβλητή κατά το μέρος αυτό με αναίρεση και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και ως προς τους λοιπούς ομοδικίας (Ολ.

ΑΠ 902/1982). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τη διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος και μη κάτοχος κατά του μη κυρίου νομέα ή κατόχου. Προϋποθέσεις δηλαδή της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος και η νομή ή κατοχή του εναγομένου και αίτημά της η αναγνώριση της κυριότητάς του ενάγοντος και η απόδοση σ' αυτόν του πράγματος.

Μεταξύ των πλειόνων συνεναχθέντων δια της διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής ως από κοινού καταλαβόντων και κατεχόντων το διεκδικούμενο ακίνητο, υφίσταται απλή ομοδικία και όχι αναγκαστική, αφού στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 16/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης φέρεται προς κρίση η από 21-1-2010 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. . Ι. Λ. και του Ι. Λ. του Β. ο οποίος απεβίωσε στις 3-6-2002 και συνέχισαν τη δίκη στο όνομά του οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δηλαδή η σύζυγός του, πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Λ. και το μοναδικό τέκνο τους Β. Λ. του Ι., ο αναιρεσείων άσκησε την από 7-4-1998 διεκδικητική αγωγή του απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Με την αγωγή αυτή, ο αναιρεσείων-ενάγων, ιστορούσε ότι είναι κύριος του σε αυτή λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου, οικοπέδου, έκτασης 3.660 τ.μ. κειμένου στην κτηματική περιφέρεια ...

γενόμενος κύριος τούτου με συμβόλαιο αγοραπωλησίας που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. 'Ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο συνήψε σύμβαση εργολαβίας με την εργολάβο Β. Π., δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει επί του παραπάνω οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, ένα κτιριακό συγκρότημα αποτελούμενο από καταστήματα και διαμερίσματα. 'Ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο που καταχωρήθηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου, προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και ν.3741/1929 και ν.δ. 1024/1971 και καθόρισε ποιες από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανεγειρόμενης οικοδομής θα περιέρχονταν στην παραπάνω εργολάβο ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τις οποίες κατά στάδια έπρεπε να μεταβιβάσει στην ίδια ή σε τρίτα υποδεικνυόμενα από αυτή πρόσωπα. 'Ότι μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα μεταβίβαζε στην εργολάβο ως αμοιβή της, ήταν και το διαμέρισμα με στοιχεία πίνακα Α1 του πρώτου ορόφου που έχει ποσοστά συνιδιοκτησίας 61,12‰. 'Ότι οι αρχικοί εναγόμενοι Ι.

Λ., και Μ. Λ. με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο που συνήφθη μεταξύ αυτών και της εργολάβου Β. Π προσυμφώνησαν με την παραπάνω εργολάβο την αγορά της παραπάνω αναφερομένης οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. 'Ότι η παραπάνω εργολάβος, αδυνατούσα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, διέκοψε τις εργασίες στην οικοδομή από το μήνα Φεβρουάριο 1997 και από 18-5-1997 περιήλθε σε υπερημερία και γιαυτό ο αναιρεσείων κατήγγειλε τη σύμβαση εργολαβίας και κήρυξε έκπτωτη την εργολάβο με την από 16-3-1998 δήλωση του την οποία επέδωσε στην εργολάβο και στους αρχικούς εναγομένους την 17-3-1998. 'Ότι οι εναγόμενοι παρά τις αντιρρήσεις του ενάγοντος, ανέλαβαν οι ίδιοι να αποπερατώσουν το ως άνω διαμέρισμα του οποίου την αγορά είχαν προσυμφωνήσει με την εργολάβο, νεμόμενοι το ακίνητο αυτό παρανόμως.

Ζήτησε δε με την αγωγή αυτή ο αναιρεσείων να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος του ως άνω διαμερίσματος και να διαταχθεί η απόδοσή του σε αυτόν με την αποβολή των εναγομένων. Μετά την άσκηση της αγωγής αυτής, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 29-1-1999 προσεπίκλησή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

με την οποία προσεπικάλεσαν την εργολάβο Β. Π. όπως παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτών με την οποία ένωσαν και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Η εργολάβος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αρχικών εναγομένων. Η εργολάβος επίσης άσκησε εναντίον του ενάγοντος Α. Κ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης έργου και της υπαναχώρησης, από αυτήν, άλλως ότι η παραπάνω καταγγελία της σύμβασης έργου είναι άκυρη ως καταχρηστική και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε δήλωση βουλήσεως μεταβίβασης σ' αυτήν ή σε τρίτα πρόσωπα που η ίδια θα υποδείκνυε, τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή αυτή οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής που αντιστοιχούν σε ποσοστά 438,82‰ επί του οικοπέδου.

Η παραπάνω αγωγή του αναιρεσείοντος, η προσεπίκληση και η πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάστηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... το οποίο με την υπ' αριθμ. 414/2000 απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή των αρχικών εναγομένων που σωρεύτηκε στην προσεπίκληση τους ως αόριστη και κατά τα λοιπά ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της παραπάνω από 26-1-1999 αγωγής της προσθέτως παρεμβαινούσης εργολάβου Β.

Π. Επί της αγωγής αυτής της προσθέτως παρεμβαινούσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 222/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη εναντίον δε της απόφασης αυτής η εργολάβος Β. Π., άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 325/2002 απόφαση του ως άνω Εφετείου η οποία απέρριψε την αγωγή της τελεσιδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων άσκησε εναντίον της αναιρεσίβλητης Μ. Λ. του Β. Λ. και της προσθέτως παρεμβαινούσης εργολάβου Β. Π.την από 3-3-2003 κλήση του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία επανέφερε για συζήτηση την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 40/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατά της άνω υπ' αριθ. 40/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η Μ. Λ. και ο Β. Λ. άσκησαν την από 2-4-2007 και με αριθμό εκθ. κατάθεσης 132/2-4-2007 έφεσή τους που απευθυνόταν στο Εφετείο Δωδεκανήσου. Επίσης, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, δεύτερη αναιρεσίβλητη, άσκησε εναντίον της παραπάνω απόφασης, ενώπιον του ίδιου Εφετείου, την από 2-4-2007 και με αριθμό έκθ.

κατάθεσης 138/3-4-2007 έφεσή της. Επί των δύο αυτών εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 201/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του Β. Λ. ως προς αυτόν, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Β. Πως προς τους μη αντιδίκους της πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Λ. και το Β. Λ., έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά οι δύο συνεκδικασθείσες εφέσεις, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 40/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και την προσθέτως παρεμβαίνουσα δεύτερη αναιρεσίβλητη Β. Π. και στη συνέχεια απέρριψε την παραπάνω διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος Α.

Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Λ..

Συνεπώς, εν προκειμένω, υποκειμένης σχέσεως απλής ομοδικίας, η προσβαλλομένη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση και είναι παραδεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που κρίθηκε οριστικώς η διαφορά και περατώθηκε η δίκη ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Λ., χωρίς να προσαπαιτείται οριστική κρίση περατούσα τη δίκη και ως προς τον Β.

Λ.. Επειδή, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου υπάρχει και συνεπώς αυτός (τρίτος) μπορεί αν και δεν έλαβε μέρος στην κατάρτιση της σύμβασης, να απαιτήσει την παροχή απ' ευθείας από τον υποσχεθέντα αν προκύπτει από τη σύμβαση ρητή ή σιωπηρή θέληση των συμβληθέντων μερών προς τούτο, γεγονός που είναι ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης ή συνάγεται τούτο από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αντικειμενικώς. 'Όταν, όμως, πρόκειται για σύμβαση μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει με αντιπαροχή να ανεγείρει επί οικοπέδου του πρώτου οικοδομή και στην οποία σύμβαση ο οικοπεδούχος υπόσχεται απλώς, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου του προς τον εργολάβο ή τον υπ' αυτού υποδειχθησόμενο τρίτο, ο οποίος μπορεί να είναι και αυτός που έχει προσυμφωνήσει με τον εργολάβο την αγορά του διαμερίσματος της ανεγειρόμενης οικοδομής δεν δύναται, από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως αυτής, να συναχθεί τέτοιο άμεσο δικαίωμα του ως άνω τρίτου, έτσι ώστε να δικαιούται αυτός να απαιτήσει απ' ευθείας από τον οικοπεδούχο, την μεταβίβαση προς αυτόν του ποσοστού του οικοπέδου που αναλογεί στο διαμέρισμα το οποίο προσυμφώνησε με τον εργολάβο να αγοράσει.

Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση δεν είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου. Η σύμβαση αυτή μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου καταρτίζεται όχι προς το συμφέρον του τρίτου αλλά προς το ίδιο των συμβαλλομένων συμφέρον, δεν αλλάσσει δε ο σκοπός αυτός και ο χαρακτήρας της συμβάσεως από το ότι περιλαμβάνεται σε αυτή συμφωνία κατά την οποία ο οικοπεδούχος μπορεί να μεταβιβάσει τα ποσοστά του οικοπέδου του αντί στον εργολάβο, στον απ' αυτόν υποδειχθησόμενο τρίτο καθόσον με τη συμφωνία αυτή παρέχεται απλώς η ευχέρεια στον οικοπεδούχο να καταβάλει την παροχή στον τρίτον ως δεκτικό καταβολής αντί να την καταβάλει στο δανειστή του εργολάβο, απαλλασσόμενος έτσι, της υποχρεώσεως του έναντι αυτού (Ολ.

ΑΠ 850/1982). Στην ως άνω εξ άλλου περίπτωση που η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η προστασία του τρίτου που επιβάλλεται από τις στις συναλλαγές κρατούσες οικονομικές ανάγκες, μπορεί επαρκώς να επιτευχθεί είτε με την εκχώρηση στον τρίτο από τον εργολάβο της απαιτήσεώς του κατά του οικοπεδούχου (άρθρο 455 ΑΚ) είτε έμμεσα με την άσκηση από τον τρίτο πλαγιαστικώς των δικαιωμάτων του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου (Ολ.ΑΠ 1237/1982).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ των (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό του πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζομένη σε αντίγραφο προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό της συμβολαιογράφου Ρόδου, Αγάπης Καλομοίρη-Χατζηδιάκου, ο ενάγων ως οικοπεδούχος ανέθεσε στην εργολάβο προσθέτως παρεμβαίνουσα Β.

συζ. Θ. Π., το γένος Α. Γ., την ανέγερση επί του υπό την ΚΜ404 οικοπέδου του εμβαδού 3.660τ.μ. κείμενου στη θέση "βίγλα" ... ... διώροφης οικοδομής, διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. του ν.3741/1929 και του ν.δ. 1024/1971, με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούμενης από 19 καταστήματα στο ισόγειο και 13 διαμερίσματα στον πρώτο όροφο, με τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, να περιέλθουν στην εργολάβο ή στα υπό αυτής υποδειχθησόμενα τρίτα πρόσωπα οριζόντιες ιδιοκτησίες αντιστοιχούσες σε ποσοστά 650 ‰ των κτισμάτων του ισογείου και 650‰ των κτισμάτων του πρώτου ορόφου, θα μεταβιβάζονταν δε κατά τη διάταξη του άρθρου 4 της σύμβασης σε 12 στάδια ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και δη : 1) με την υπογραφή της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας 31‰, 2) με την άδεια οικοδομής και του γραφείου Αρχαιολογικής υπηρεσίας 40‰, 3) με την θεμελίωση της οικοδομής 62‰, 4) με την αποπεράτωση της πλάκας του ισογείου σκελετού 47%ο, 5) με την αποπεράτωση του όλου σκελετού της οικοδομής 40%ο, 6) με τη αποπεράτωση των κτισμάτων 40%ο, 7) με την αποπεράτωση των σοβάδων, ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων 35%ο, δ) με την τοποθέτηση των πλακιδίων του κτιρίου 47%ο, 9) με την τοποθέτηση κουφωμάτων αλουμινίου 47%ο, 10) με την τοποθέτηση των τζαμιών 40%ο, 11) με την πλήρη αποπεράτωση 78%ο και 12) με την παράδοση ετοίμων προς χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών 110%ο.

Προφανώς εκ παραδρομής δεν προβλέφθηκε ο χρόνος μεταβίβασης των 33 χιλιοστών που υπολείπονται για τη συμπλήρωση του συνολικού ποσοστού 650 χιλιοστών που συμφωνήθηκε, να μεταβιβάσει ο οικοπεδούχος ενάγων στην εργολάβο προσθέτως παρεμβαίνουσα. Ως χρόνος παράδοσης της οικοδομής πλήρως αποπερατωμένης ορίσθηκε κατά το άρθρο 6 της σύμβασης να παραδοθεί εντός δύο (2) ετών από την έκδοση της άδειας της αρχαιολογικής υπηρεσίας που θα ακολουθούσε την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Δεν αμφισβητείται ότι οι άδειες αυτές εκδόθηκαν την 17.11.1994 και 13.9.1994 αντίστοιχα, καθώς και ότι η ημερομηνία παράδοσης της οικοδομής παρατάθηκε έως τη 10.3.1998. Ο οικοπεδούχος ενάγων με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα κτηματολογικά βιβλία ... γαιών Τριάντα με αριθμό γενικού βιβλίου 8276/18.11.1994, προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και ν. 3741/1929 και ν.δ.1024/1971 και καθόρισε ποιες από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανεγειρόμενης διώροφης οικοδομής αντιστοιχούσες στα ποσοστά 650%ο των κτισμάτων θα μεταβίβαζε στην εργολάβο προσθέτως παρεμβαίνουσα ή στα υπ' αυτής υποδειχθησόμενα πρόσωπα.

Μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα μεταβίβαζε στην εργολάβο, ήταν και το υπό στοιχείο Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 110,68τ.μ., επιφανείας ημιυπαίθριου χώρου 33,42 τ.μ. και χώρου αποκλειστικής χρήσης δώματος του ισογείου εμβαδού 152,55τ.μ. που αντιστοιχεί σε ποσοστά 61,12%ο, όπως οι επιφάνειες αυτές διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίηση της ως άνω πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του πίνακα, με την υπ'' αριθμ. ...

πράξης της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωϊδου-Πέρου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στο ίδιο πιο πάνω κτηματολογικό βιβλίο με αριθμό γενικού βιβλίου 6640/29.8.1996. Η εργολάβος προσθέτως παρεμβαίνουσα Β. Π. ενώ εκτελούσε οικοδομικές εργασίες στην ανεγειρόμενη διώροφη οικοδομή, με το υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνος Δενδρινού-Κουτσούκου, ανέλαβε την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση πώλησης με το ζεύγος των εναγομένων Ι.

Λ. και Μ. . Ι. Λ., το γένος Ι. Χ., δυνάμει της οποίας η εργολάβος θα μεταβίβαζε κατά κυριότητα κατ' ισομοιρία και θα παρέδιδε στους εναγόμενους το ανωτέρω υπό στοιχείο πίνακος Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ανεγειρόμενης διώροφης οικοδομής, αντί συνολικού τιμήματος 25.000.000 δραχμών, εκ του οποίου οι τελευταίοι 15.500.000 δραχμές είχαν ήδη καταβάλει στην εργολάβο πριν από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ενώ το υπόλοιπο εκ δραχμών 9.500.000 δραχμών όφειλαν να καταβάλουν στην εργολάβο εντός τριών μηνών από την κατά την 31.5.1997 το αργότερο υπογραφή του οριστικού συμβολαίου από δάνειο που επρόκειτο να λάβουν από την Εθνική Τράπεζα ή από οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα, άλλως εξ ιδίων χρημάτων εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη του πιο πάνω τριμήνου.

Στη συνέχεια ο οικοπεδούχος ενάγων με την από 16.3.1998 εξώδικη δήλωσή του επιδοθείσα στην εργολάβο προσθέτως παρεμβαίνουσα τη 17.3.1998 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Μ. Κ.), κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, επικαλούμενος υπερημερία της εργολάβου ως προς την εκτέλεση και περάτωση του έργου.

Η καταγγελία αυτή κρίθηκε ότι είναι έγκυρη και ισχυρή με την υπ' αριθμ. 325/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί της από 26.1.1994 αγωγής της εργολάβου προσθέτως παρεμβαίνουσας κατά του ήδη ενάγοντος οικοπεδούχου, με την οποία κατά τα προαναφερθέντα ζητούσε η ενάγουσα εργολάβος να αναγνωρισθεί ότι ο οικοπεδούχος εναγόμενος παραιτήθηκε από το δικαίωμα καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης έργου.

Η εργολάβος μέχρι τον ανωτέρω χρόνο καταγγελίας είχε κατασκευάσει, σύμφωνα με την από 12.3.1998 βεβαίωση του επιβλέποντος του εν λόγω έργου αρχιτέκτονος μηχανικού Π. Σ.: α) τον οικοδομικό σκελετό, β) τα κτισίματα του ισογείου και του πρώτου ορόφου, υπολείποντο μέρος του κτισίματος του στηθαίου της οροφής, γ) τα εσωτερικά επιχρίσματα 14 από τα 19 καταστήματα του ισογείου και από τα 13 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου είχε αποπερατώσει τα εσωτερικά και εξωτερικά επιχρίσματα μόνο του επιδίκου διαμερίσματος υπό στοιχείο πίνακα Α1 και δ) τις ηλεκτρολογικές σωληνώσεις για το πέρασμα των καλωδίων στα 14 καταστήματα του ισογείου και στο επίδικο υπό στοιχείο πίνακα Α1 διαμέρισμα είχε περάσει τις σωληνώσεις των καλωδίων και τα καλώδια.

Από τις ανωτέρω οικοδομικές εργασίες που είχε εκτελέσει μέχρι το χρόνο της καταγγελίας 17.3.1998 η εργολάβος προσθέτως παρεμβαίνουσα, οι οποίες ανέρχονται σε σύνολο ποσοστών 260%ο περίπου, βάσει της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικής σύμβασης εργολαβίας της συμβολαιογράφου Ρόδου, Αγάπης Καλομοίρη-Χατζηδιάκου, έχει δικαίωμα και κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 Α.θ.

της εν λόγω εργολαβικής σύμβασης να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα ο ενάγων στην ίδια (εργολάβο) ή στα υπό αυτής υποδειχθησόμενα τρίτα πρόσωπα οριζόντιες ιδιοκτησίες αντιστοιχούσες σε ποσοστά 260%ο περίπου των κτισμάτων του ισογείου και 260%ο περίπου των κτισμάτων του πρώτου ορόφου. Μετά απ' αυτά ενόψει του ότι δεν θίγονται τα μέχρι της καταγγελίας αποκτηθέντα δικαιώματα από τους συμβληθέντες σε εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης, η οποία ισχύει μέχρι τη χρονολογία της καταγγελίας και δεδομένου ότι η προθεσμία, στο προμνημονευόμενο υπ' αριθμ. ...

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο το αργότερο μέχρι 31.5.1997, αφού δεν ορίζεται διαφορετικά στο προσύμφωνο, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής των συμβληθέντων σ' αυτό, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής, δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου, αλλά μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι της συμπλήρωσης της 20ετούς παραγραφής στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση των εναγόμενων, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσης, γι' αυτό η ένδικη διεκδικητική αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 166 Α.Κ., καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γενώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας σύμβασης, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και οι εναγόμενοι δικαιούνται για την οριστική κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος που αντιστοιχεί έναντι του ως άνω ποσοστού της εργολάβου 260%ο περίπου, σε ποσοστό 61,12%ο, να εγείρουν αγωγή με αίτημα την κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ.

καταδίκη σε δήλωση βούλησης (βλ. ΑΠ 58/1997 Ελλ. Δνη 39.127). Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση η οποία είχε εκφέρει διαφορετική κρίση και είχε κάνει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Δηλαδή, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αρχικοί εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα με βάση το προσύμφωνο που συνήφθη μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης εργολάβου Β. Π., σε συνδυασμό με το παραπάνω εργολαβικό συμβόλαιο μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης εργολάβου να ζητήσουν από τον αναιρεσείοντα με ευθεία αγωγή, στρεφομένη εναντίον του, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης σ' αυτούς της κυριότητας του παραπάνω με στοιχείο πίνακα Α1 διαμερίσματος αν και δεν δέχθηκε ότι η εργολαβική σύμβαση ανάμεσα σ' αυτόν και την εργολάβο Β.

Π. αναιρεσίβλητη ήταν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 410, 411, 1094 ΑΚ που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι καταρτίστηκε με το προαναφερόμενο συναφθέν μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης εργολάβου εργολαβικό συμβόλαιο, γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ώστε να δύναται ο προσυμφωνήσας με την εργολάβο την αγορά οριζοντίας ιδιοκτησίας που περιέρχεται ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην εργολάβο, να έχει το δικαίωμα να ζητήσει απευθείας από τον οικοπεδούχο αναιρεσείοντα την υπογραφή της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας και εάν αυτός αρνηθεί να ασκήσει εναντίον του την αγωγή με αίτημα την κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως.

Επίσης, η προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ποιός ήταν κύριος της επίμαχης οριζόντιας ιδιοκτησίας και ότι οι αρχικοί εναγόμενοι ήταν νομείς ή κάτοχοι του παραπάνω διαμερίσματος ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την συνδρομή των νομίμων όρων του άρθρου 1094 ΑΚ.

Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, Εφετείο Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 201/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, Εφετείο Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ