Supreme Court dismisses appeal on evidence review but allows partial appeal on missing legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court joined two separate appeals regarding the same second-instance judgment and dismissed the appellants' arguments concerning the court's evaluation of evidence and out-of-court admissions. While the appeal by the appellees was rejected because the lower court properly considered all submitted documents without needing specific itemized analysis, the appeal by the appellant was partially accepted due to a lack of clear legal reasoning in the judgment. Consequently, the judgment was annulled in part and remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) of the Code of Civil Procedure; Art. 361(1) of the Criminal Code: An appeal based on lack of legal basis is admissible only when the judgment fails to clearly state the facts necessary for applying the relevant legal provisions, not merely when the court exercises free evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1928 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1928/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέα Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Χ ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως Των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων : 1. Ψ1, και 2. Ψ2, που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) o αναιρεσείων με την από 24-9-2007 αίτησή του και β)οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2007 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε τις από α. 29-1-2009 και β.14-5-2009 εκθέσεις της, αντίστοιχα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους και ο αναιρεσίβλητος καθώς κ ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 24-9-2007 αίτηση του Χ και η από 23-11-2007 αίτηση των Ψ1 και Ψ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 160/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικό Χαλκίδας), εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Α) Επί της από 24-9-2007 αίτησης του Χ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 § 1 ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται......" και με τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ....".
Τέλος κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α-δ ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. ιδίου κώδικα πράξεων, αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ και δ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των ως άνω αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζημίας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, επί αγωγής με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων λόγω προσβολής της προσωπικότητας του εξ αιτίας της υβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς του εναγομένου, η επίκληση από τον τελευταίο (εναγόμενο) κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 § 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της ασκούμενης με την αγωγή αξιώσεως του προσβληθέντος ενάγοντος λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής.
Για το παραδεκτό της ένστασης αυτής, από άποψη χρόνου προβολής της, τα συγκροτούντα αυτής περιστατικά πρέπει να προβάλλονται κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρώτο βαθμό. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 527 § 1 Κ.Πολ.Δικ. μπορεί κατ' εξαίρεση ο εναγόμενος να προβάλει παραδεκτώς για πρώτη φορά στο Εφετείο την ως άνω καταλυτική της αξιώσεως του ενάγοντος ένσταση εκ του άρθρου 367 ΠΚ, αλλά μόνο ως εφεσίβλητος και ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του, ως εκκαλών δε μόνο εφόσον συντρέχουν οι λοιπές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο ίδιο πιο πάνω άρθρο, δηλαδή εφόσον γεννήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Μεταξύ των διαδίκων υφίσταται από μακρού χρόνου αντιδικία σε σχέση με την κυριότητα και τη νομή δύο συνεχόμενων ακινήτων με την επ' αυτών οικία, που βρίσκονται στα .... Κατόπιν αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος και του αδελφού του Ζ απευθυνόμενη κατά της αδελφής τους Ξ, του συζύγου της Φ και των τέκνων τους Ψ1 και Ψ2, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την υπ' αριθμ. 59/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, οι ως άνω αιτούντες αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των προαναφερομένων ακινήτων, διατάχθηκε η αποβολή απ' αυτά των καθών η αίτηση και η εγκατάσταση σ' αυτά των αιτούντων.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, δυνάμει της 352/30-9-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεση των καθών η αίτηση. Οι τελευταίοι, με το από 10-9-2002 εξώδικο τους που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στους Χ και Ζ δήλωσαν προς αυτούς ότι συμμορφώνονται πλήρως με το διατακτικό της 59/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας για την προσωρινή ρύθμιση της νομής και τους κάλεσαν να απόσχουν από την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, προς αποφυγή εξόδων.
Την 1-9-2003 δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμ, 52/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας επί της τακτικής αγωγής νομής που άσκησαν οι Χ και Ζ κατά των ίδιων πιο πάνω καθών η αίτηση τους ασφαλιστικών μέτρων νομής. Με την τελευταία αυτή απόφαση η αγωγή εκείνη έγινε εν μέρει μόνο δεκτή και οι τότε ενάγοντες (Χ και Ζ) αναγνωρίστηκαν συννομείς των επιδίκων ακινήτων κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, διότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τα λοιπά 2/8 εξ αδιαίρετου συννομείς είναι οι τότε εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι).
Κατά της αποφάσεως αυτής οι τότε ενάγοντες (αναιρεσείων και αδελφός του) άσκησαν έφεση στις 8-9-2003 και συνεχώς τουλάχιστον από την ημεροχρονολογία αυτή τελούσαν σε γνώση της απόφασης και του περιεχομένου της. Μετά ταύτα και ενώ στο διάστημα από την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση δεν είχε προβεί σε καμμία πράξη πραγματικής εγκατάστασης στη νομή των επιδίκων, ο Χ, (αναιρεσείων) την αμέσως επομένη της ασκήσεως της εφέσεως κατά της 52/2003 απόφασης, προσήλθε στο πρακτορείο της ΔΕΗ Ιστιαίας και επικαλούμενος νομή δυνάμει της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων και υπεύθυνη δήλωση ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη, υπέγραψε συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για την επί των επίμαχων ακινήτων οικία σε αντικατάσταση της επωνυμίας από Φ σε Χ.
Το ακριβές περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως και των συνημμένων σ' αυτή εγγράφων γνωστοποιήθηκε στην Ξ, κατόπιν εισαγγελικής παρεμβάσεως, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος της, με το 249/20-10-03 έγγραφο της ΔΕΗ Ιστιαίας. Μετά ταύτα οι ήδη εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, διατελούντες στην πεποίθηση ότι από την έκδοση της οριστικής απόφασης στην τακτική περί νομής δίκη έχασε την ισχύ της η 59/2002 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής και συνακολούθως ότι η προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση τους ήταν πλέον άνευ αντικειμένου και έχοντας εύλογες υπόνοιες ότι o αναιρεσείων Χ προέβη στην υποβολή της προς την ΔΕΗ αιτήσεως μόνο για να επικαλεστεί τις ενέργειες του, προς υπεράσπιση της έφεσης του κατά της 52/2003 απόφασης, επικαλούμενος νομή που, κατά την άποψή τους, διαμορφωμένη προφανώς και από το νομικό παραστάτη τους, δεν είχε, στις 16-12-2003 υπέβαλαν δια του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας την από 19-11-2003 μήνυση κατά του Χ κ.λ.π στην οποία εκθέτουν τα προαναφερόμενα περιστατικά, παραθέτοντας μάλιστα αυτούσιο το περιεχόμενο της αίτησης της Ξ προς τον Εισαγγελέα Χαλκίδας, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, του 149/20-10-2003 εγγράφου της ΔΕΗ και του διατακτικού της 52/2003 απόφασης και ενόψει αυτών υποστηρίζουν ότι ο Χ (υποκινούμενος από το Ζ και κατά προτροπή του) εν γνώσει της απόφασης αυτής (γεγονός αληθινό, όπως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα) που τους αναγνωρίζει συννομείς των επίμαχων ακινήτων με οριστικό δεδικασμένο και από τη δημοσίευση της έπαυσε να ισχύει η 59/2002 απόφαση ασφαλιστικών νομής, εξαπάτησε τον προϊστάμενο του πρακτορείου της ΔΕΗ Ιστιαίας προσκομίζοντας του την απόφαση των ασφαλιστικών και παρασιωπώντας την ύπαρξη της 52/2003 απόφασης και έτσι τον παρέπεισε ότι αυτός και ο Ζ είναι οι μόνοι νομείς του ακινήτου και ότι συντρέχει περίπτωση κατάρτισης νέου συμβολαίου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος επ' ονόματι του και ότι ως εκ τούτου τελέστηκε σε βάρος τους το έγκλημα της απάτης από τον Χ (ήδη αναιρεσείοντα) ως αυτουργό και τον Ζ ως ηθικό αυτουργό.
Στη μήνυση αναφερόταν η από 10-9-2002 εξώδικη δήλωση περί εκούσιας συμμόρφωσης στην απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Περιέχονταν, επομένως, στη μήνυση στοιχεία τόσα και τέτοια, ώστε να παρέχονται στον Εισαγγελέα όλες οι πραγματικές δυνατότητες: α) είτε στην περίπτωση που είχε την καθ' ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 695, 698 Κ.Πολ.Δ., νομική άποψη που διατυπώνουν οι μηνυτές να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της καταγγελλόμενης πράξης ως αυτοδικίας και στην άσκηση της σχετικής ποινικής δίωξης, ανεξάρτητα από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της ως απάτης από τους μηνυτές, αφού ούτε σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους ούτε περιουσιακή ζημία επικαλούνταν β)είτε στην περίπτωση που είχε τη νομική άποψη ότι, σε κάθε περίπτωση, και μέχρι την κατ' άρθρο 698 Κ.Πολ.Δ.
ανάκληση της, η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα διατηρεί την ισχύ της, να κρίνει ότι υπό τα εκτιθέμενα στην μήνυση δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς καμμιά αξιόποινη πράξη και να απορρίψει, κατ' άρθρο 57 Κ.Π.Δ., με διάταξη του την έγκληση. Και μόνο το γεγονός ότι οι μηνυτές παρέθεσαν στη μήνυση τους τα προαναφερόμενα στοιχεία, για διαμόρφωση εισαγγελικής κρίσης κατευθυνόμενης στην οπωσδήποτε άσκηση ποινικής δίωξης, θα ήταν επαρκές για να αποκλείσει τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ως προς την ύπαρξη του κατ' άρθρο 229 ΠΚ απαιτούμενου στενού δόλου που αποδίδεται με την αγωγή στους ήδη αναιρεσιβλήτους, ακόμα κι αν κάποια από τα διαλαμβανόμενα στη μήνυση ήταν ψευδή, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως και όχι απλώς εσφαλμένα νομικά συμπεράσματα λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των οικείων κανόνων δικαίου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Πολύ περισσότερο μάλιστα, εφόσον ο αναιρεσείων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα και το ψευδές της καταμηνύσεως, τίποτα σχετικώς δεν απέδειξε, αφού η μάρτυρας που με επιμέλεια του εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται ως προς τα ζητήματα αυτά στην έκθεση των νομικών απόψεων της ως δικηγόρου, για το ότι ίσχυε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και το εξ αυτών συμπέρασμα της ότι η μήνυση ήταν ψευδής χωρίς αναφορά στην "εν γνώσει" ψευδή καταμήνυση, τα δε προσκομισθέντα απ' αυτόν έγγραφα (259/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε το 76/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας περί παραπομπής του αναιρεσείοντος για αυτοδικία κατόπιν της ένδικης μηνύσεως των εναγομένων, εφόσον σ' αυτή εκτίθενται οι νομικές σκέψεις του Αρείου Πάγου για την ισχύ της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων και γίνεται αναφορά στις, ενόψει αυτών, αντιφατικές αιτιολογίες του αναιρεθέντος βουλεύματος, 137/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία εξαφανίστηκε η 52/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και έγινε εν όλω δεκτή η τακτική αγωγή νομής του αναιρεσείοντος και του Ζ, η από 1-2-2005 απορριπτική της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησαν κατ' αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, η 188/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεώνονται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης 50.000 ευρώ στον ήδη αναιρεσείοντα για ανάλογη αιτία, η 43/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των αναιρεσιβλήτων για αναστολή εκτελέσεως της ήδη εκκαλουμένης απόφασης, 44/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της 188/2005 απόφασης) δεν εισφέρουν στην απόδειξη στοιχεία σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της υπαιτιότητας.
Περαιτέρω, (συνεχίζει το Εφετείο) και όσον αφορά την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους συκοφαντική δυσφήμηση που, κατά την αγωγή, τέλεσαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν αποδεικνύεται για όσους λόγους προαναφέρθηκε δόλος τους προς τέλεση του εγκλήματος αυτού (υπό την έννοια ότι γνώριζαν το ψευδές των διαλαμβανόμενων στη μήνυση τους γεγονότων).
Εξ αυτού του λόγου το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικώς. Άλλωστε, όσον αφορά τις κινούμενες στο μεταίχμιο μεταξύ γεγονότων κατά την έννοια των άρθρων 362, 363 ΠΚ, δηλαδή συγκεκριμένων συμβάντων του εξωτερικού κόσμου και πράξεων καταστάσεων ή σχέσεων, συμπεριφορών αναφερόμενων στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτουν στις αισθήσεις και είναι δεκτικά αποδείξεως, αντίκειται δε στην ηθική ή την ευπρέπεια και νομικών χαρακτηρισμών και συμπερασμάτων βάσει γεγονότων, αναφερόμενες στον αναιρεσείοντα λέξεις και φράσεις "εξαπάτησε", "απέκρυψε" "τέλεσε το έγκλημα της απάτης", που διαλαμβάνονται στη μήνυση, που θα μπορούσαν πράγματι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενόψει και της ιδιότητας του ως δικηγόρου, πέραν του ότι από το προαναφερόμενο σύνολο του περιεχομένου της μηνύσεως προκύπτει ότι δεν αναφέρονται ως ισχυρισμοί περί γεγονότων, κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά ως συμπερασματικοί νομικοί χαρακτηρισμοί ειδικότερα περιγραφόμενης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, δεν αποδείχθηκε πρόθεση) Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, διατελώντας στην πεποίθηση παραβατικής και με απώτερο κίνητρο την ευνοϊκή έκβαση της τακτικής δίκης νομής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, υπέβαλαν τη μήνυση αποκλειστικώς προς ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματός τους να ζητήσουν έννομη προστασία υπό τη μορφή της ικανοποίησης της ποινικής αξίωσης τους και συνεπώς η υποβολή της μηνύσεως είναι εκδήλωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη ούτε φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του σκοπού των μηνυτών - αναιρεσιβλήτων να αποδοθεί η ποινική ευθύνη στον κατά την άποψή τους δράστη τελεσθείσας σε βάρος τους άδικης πράξης, ο οποίος οπωσδήποτε δε μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων ο άδικος χαρακτήρας τυχόν δυσφημιστικής ή, υβριστικής αναφοράς στη μήνυση αίρεται και ότι εφ' όσον δεν αποδείχθηκε υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) γεγονός αναγκαίο για τη γένεση απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της, με το οποίο εζητείτο χρηματική αποζημίωση για την προαναφερόμενη προσβολή, ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο αυτό, απέρριψε κατά τούτο την αγωγή.
Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν γνώριζαν το ψευδές των διαλαμβανομένων στην προαναφερθείσα από 19-11-2003 μήνυση τους γεγονότων και ως εκ τούτου, ελλείψει δόλου, δεν στοιχειοθετούνται τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 58, 914, 932 ΑΚ και 229 και 363 ΠΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.
Ειδικότερα η παραδοχή του Εφετείου ότι οι αναιρεσίβλητοι, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 59/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, με την οποία ο αναιρεσείων και ο αδελφός του (και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Ζ αναγνωρίσθηκαν προσωρινώς συννομείς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των επιδίκων ακινήτων, εγνωστοποιήσαν σ' αυτούς με την από 19-9-2002 εξώδικη δήλωσή τους ότι συμμορφώνονται πλήρως με την παραπάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και τους κάλεσαν να απόσχουν από την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, δεν έρχεται σε αντίφαση με την εν συνεχεία παραδοχή του ότι οι αναιρεσίβλητοι, μετά την έκδοση επί τακτικής αγωγής της 52/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, με την οποία ο αναιρεσείων και ο αδελφός του αναγνωρίσθηκαν συννομείς μόνο κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τα λοιπά 2/8 εξ αδιαιρέτου συννομείς είναι οι αναιρεσίβλητοι), διατελώντας στην πεποίθηση ότι από την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης περί νομής έπαυσε η ισχύς της 59/2002 απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων περί νομής και έχοντας εύλογες υπόνοιες ότι ο αναιρεσείων προέβη στην υποβολή της προς την ΔΕΗ αιτήσεως μόνο για να επικαλεσθεί τις ενέργειες του προς υπεράσπιση της έφεσής του κατά της 52/2003 απόφασης, επικαλούμενος νομή που δεν είχε κατά την άποψη τους (διαμορφωμένη προφανώς και από τον νομικό παραστάτη τους) υπέβαλαν στις 16-12-2003 την από 19-11-2003 επίμαχη μήνυσή τους κατά του αναιρεσείοντος και ότι με βάση αυτά και τις λοιπές παραδοχές της δεν αποδείχθηκε δόλος των αναιρεσιβλήτων προς τέλεση, τόσο του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, όσο και της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ούτε με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το ζήτημα ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του δόλου των αναιρεσιβλήτων προς στοιχειοθέτηση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων (ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης).
Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της, της από 24-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο και να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ, χωρίς να έχει παραδεκτώς προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους (εναγομένους) τέτοια ένσταση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι δεν προέβαλαν με αυτές και' ένσταση ισχυρισμό περί εφαρμογής του άρθρου 367 § 1 Π.Κ.
Τον ισχυρισμό αυτό προέβαλαν εμμέσως πλην σαφώς, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης τους, χωρίς όμως να επικαλεσθούν την συνδρομή κάποιου λόγου απ' αυτούς που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δικ. για την παραδεκτή όψιμη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού (ένστασης) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσιβλήτων, απαραδέκτως προβλήθηκε στο Εφετείο και το δικαστήριο εκείνο, που παρόλα αυτά, τον έλαβε υπόψη υπέπεσε στην παραπάνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια. Πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το κεφάλαιο αυτό, που αναφέρεται στην κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ άρση του άδικου χαρακτήρα της (απλής) δυσφημιστικής και υβριστικής συμπεριφοράς των εναγομένων και την αντίστοιχη στο κεφάλαιο αυτό διάταξη αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) περί απορρίψεως κατά το μέρος αυτό της αγωγής του αναιρεσείοντος Χ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ιδίου κώδικα, όχι δε και τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής και εφέσεως.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.
Εξ άλλου μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι, εκτός των άλλων οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της γενομένης προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Περαιτέρω η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρηση της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος.
Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει, ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της ΑΚ 932, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη.
Επομένως δικαστική απόφαση που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης ικανοποιήσεως δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και εντός των πλαισίων που αυτά παρέχουν. Αλλά, όπως προεκτέθηκε, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση απ' αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του 932 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο ως προς την δεύτερη με στοιχεία ΑΒΗ-Β-04/200 μήνυση που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδος, με την οποία, όπως αναφέρεται στην επόμενη, επί της από 23-11-2007 αντίθετης αναιρέσεως των εναγομένων, σκέψη της παρούσης, αποδίδονται στον μεν μάρτυρα Δ οι αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απλής δυσφήμησης και εξύβρισης, στον δε αναιρεσείοντα (ενάγοντα) η πράξη της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, δέχθηκε ότι η μήνυση αυτή είναι ψευδής, γιατί οι καταγγελόμενες πράξεις "ουδέποτε τελέσθηκαν", ότι είναι σαφής η πρόθεση των αναιρεσιβλήτων να καταμηνύσουν ψευδώς τον αναιρεσείοντα και ότι με τον ψευδή και εν γνώσει της αναληθείας του ισχυρισμό τους περί ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος, που αφορούσε γεγονός δυνάμενο να βλάψει την τιμή του, εν όψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου Χαλκίδος, τέλεσαν σε βάρος του αναιρεσείοντος συκοφαντική δυσφήμηση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσείων (ενάγων) δικαιούται για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας προσδιόρισε σε 4.000 ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη ο αναιρεσείων, τις συνθήκες τέλεσης της σε βάρος του αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος των αναιρεσιβλήτων, την ένταση της βλάβης και την κοινωνική κατάσταση των μερών.
Αφού δε η κρίση αυτή του Εφετείου ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε δεν υπόκειται κατά τα προεκτεθέντα στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο που (κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης) επεδίκασε στον αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό (4.000 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση, αντί του αιτηθέντος ποσού των 40.000 ευρώ, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 6 § 1, 8 § 2, 9 § 2 και 10 § 2 της ΕΣΔΑ που προβλέπουν την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, είναι αβάσιμος.
Β) Επί της από 23-11-2007 αιτήσεως των Ψ1 και Ψ2.
Επειδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, δέχθηκε και τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσείοντες διατελούντες στην πεποίθηση ότι από την έκδοση της οριστικής απόφασης στην τακτική περί νομής δίκη έχασε την ισχύ της η 59/2002 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής και συνακολούθως ότι η προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση τους ήταν πλέον άνευ αντικείμενου και έχοντας εύλογες υπόνοιες ότι ο Χ προέβη στην υποβολή της προς την ΔΕΗ αιτήσεως μόνο για να επικαλεστεί τις ενέργειες του, προς υπεράσπιση της έφεσης του κατά της 52/2003 απόφασης, επικαλούμενος νομή που, κατά την άποψη τους, διαμορφωμένη προφανώς και από το νομικό παραστάτη τους, δεν είχε, υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Χαλκίδος την ΑΒΜ-Β-04/200 μήνυση.
Με τη μήνυση αυτή οι αναιρεσείοντες Ψ1 και Ψ2 εκθέτουν ότι ως αποδεικτικό μέσο για την έκκλητη δίκη επί της τακτικής αγωγής νομής επί της οποίας εκδόθηκε, η προαναφερόμενη 52/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας που τους αναγνώρισε συννομείς των ακινήτων στα ... συντάχθηκε η 347/2003 ένορκη Βεβαίωση του συμβολαιογράφου Ιστιαίας Σωτηρίου Πρίντζιου, στην οποία περιέχεται κατάθεση του μηνυόμενου Δ, στην οποία ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε επί λέξει "είναι αλήθεια ότι εγώ κατασκεύασα το έτος 1974 τα ξύλινα κουφώματα.
Επτά μπαλκονόπορτες με τα πατάρια τους και τρία παράθυρα με τα πατζούρια τους στη διώροφη οικοδομή της Θ στα ... αντί αμοιβής μου εκ δραχμών 65.000. Πήρα προκαταβολή 15.000 και τα υπόλοιπα μου τα έδιδε η Θ 5.000 δραχμές το μήνα. Συμφωνία έκανα με τη Θ και αυτή με πλήρωνε, αλλά επειδή δεν ήξερε γράμματα ανέλαβε ο γαμπρός της Φ να ελέγχει τους μαστόρους, τόσο για τις εργασίες τους, όσο και για τα χρήματα που έδινε η Θ.
Μάλιστα μου έλεγε η γυναίκα μου ... ότι η Θ έβαλε μάστορα εμένα που είμαι γείτονας της και μοναδικός μαραγκός του χωριού ώστε όταν χρειαστεί αργότερα επισκευή μιας πόρτας να μην τρέχει σε άλλο χωριό να βρει μάστορα. Ο Κ, κάτοικος ... είναι τεχνίτης μπετατζής και κατασκεύασε μόνο τα μπετά και το χτίσιμο των τούβλων των τοίχων της Θ από την οποία και πληρώθηκε.
Τα σοβατίσματα, επιχρίσματα εσωτερικά και εξωτερικά της οικοδομής τα έκανε ο ... δηλαδή άλλος μάστορας και όχι ο Κ". Ότι η κατάθεση αυτή είναι ψευδής και δόθηκε με την επιδίωξη εξαπάτησης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος το οποίο επρόκειτο να δικάσει την έφεση κατά της 52/2003 απόφασης ώστε να δεχθεί την αγωγή των Χ και Ζ καθ' ολοκληρία.
Ότι με τα ως άνω κατατεθέντα ψευδώς ο μηνυόμενος Δ τέλεσε σε βάρος τους και τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως και ότι ηθικοί αυτουργοί στην ψευδορκία και τις λοιπές πράξεις είναι οι επίσης μηνυόμενοι Χ και Ζ. Η μήνυση αυτή (συνεχίζει το Εφετείο) είναι προφανώς ψευδής κατά το σκέλος της με το οποίο αποδίδεται στον Δ η κατηγορία ότι με την ως άνω κατάθεση του τέλεσε σε βάρος των μηνυτών εκτός του εγκλήματος της ψευδορκίας και τα εγκλήματα των άρθρων 363, 362, 361 ΠΚ, και στον αναιρεσίβλητο Χ ότι τέλεσε τα εγκλήματα αυτά ως ηθικός αυτουργός, αφού στην κατάθεση αυτή δεν περιέχεται κανένα γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των μηνυτών, στους οποίους ούτε καν εμμέσως δεν αναφέρεται, ούτε περιέχεται σ' αυτή οποιαδήποτε φράση δηλωτική απαξίωσης του προσώπου τους.
Για τις διαπιστώσεις αυτές δεν απαιτούνται νομικές γνώσεις και συνεπώς ευχερώς μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους αναιρεσείοντες ότι με την κατάθεση του ο Δ δεν τέλεσε σε βάρος τους συκοφαντική δυσφήμηση, δυσφήμηση και εξύβριση και ως εκ τούτου, ούτε ο αναιρεσίβλητος υπήρξε ηθικός αυτουργός σε πράξεις που ουδέποτε τελέστηκαν.
Αποδεικνύεται επομένως (συνεχίζει το Εφετείο) η σαφής πρόθεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταμηνύσουν ψευδώς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για τις πράξεις αυτές για τις οποίες ζητούν με τη μήνυση (έγκληση ως προς αυτές εφόσον τα συγκεκριμένα αδικήματα δεν διώκονται αυτεπαγγέλτως).
Εξάλλου ο προβαλλόμενος με τη μήνυση ψευδής ισχυρισμός ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) τέλεσε σε βάρος των μηνυτών ως ηθικός αυτουργός τις παραπάνω πράξεις (συκοφαντικής δυσφήμησης, δυσφήμηση, εξύβριση) τον οποίο προέβαλαν, κατά τα προαναφερόμενα, εν γνώσει της αναλήθειάς του, και του οποίου έλαβαν γνώση, τόσο οι εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, όσο και του Πρωτοδικείου Αθηνών μέσω των οποίων διαβιβάστηκε αλλά και υπαλλήλων των Γραμματειών των Εισαγγελιών αφορούσαν γεγονός κατά την προαναφερθείσα έννοια των άρθρων 362, 363 ΠΚ που μπορεί να βλάψει την τιμή του αναιρεσιβλήτου, ενόψει και της ιδιότητας του ως δικηγόρου Χαλκίδας και επομένως οι αναιρεσείοντες τελέσαν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου συκοφαντική δυσφήμηση.
Θέμα άρσεως του άδικου χαρακτήρα της ως άνω εκδηλούμενης με την παραπάνω μήνυση συμπεριφοράς δεν τίθεται εφόσον συντελέστηκε συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 367 παρ. 2 α ΠΚ). Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) και ως προς την αποδιδόμενη με τη μήνυση στον αναιρεσίβλητο ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που κατ' αυτήν τέλεσε ο Δ αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ψευδή (και μάλιστα εν γνώσει) όσα ενόρκως κατέθεσε από ίδια αντίληψη προς σύνταξη της 347/2003 ένορκης Βεβαίωσης του Συμβολαιογράφου Ιστιαίας Σωτηρίου Πρίντζιου.
Ειδικότερα οι μηνυτές ουδόλως αμφισβητούν το γεγονός ότι ο Δ εργάστηκε ως ξυλουργός στην οικοδομή που ανεγειρόταν στα ... (η νομή των οποίων αμφισβητεί το μεταξύ των και ήδη διαδίκων που υποστηρίζουν, ο μεν αναιρεσίβλητος ότι ανήκει στην κυριότητα του από κληρονομιά της μητέρας του Θ, οι δε αναιρεσείοντες στην κυριότητα λόγω μεταβίβασης από την μητέρα τους Ξ λόγω χρησικτησίας εφόσον το νεμόταν από το έτος 1965) αμφισβητούν απλώς τις ποσότητες εργασιών και την αμοιβή του, δηλαδή γεγονός που δεν ασκούσε επιρροή στην έκκλητη δίκη της νομής που προφανώς προβάλλεται μόνο προς κλονισμό της αξιοπιστίας του.
Άλλωστε, μετά την πάροδο ενός τόσο μακρού χρόνου, αφού οι εργασίες συνομολογείται ότι τελέστηκαν το έτος 1974 δικαιολογείται η μη δυνατότητα παραθέσεως λεπτομερειών και άλλωστε ως προς το σημείο της αυτό η κατάθεση δεν αναιρείται από την επικαλούμενη από τους μηνυτές προσφορά του ίδιου εφόσον πάντοτε υπάρχει ενδεχόμενο να διαφέρει η καταρτισθείσα και εκτελεσθείσα τελικώς εργολαβική σύμβαση.
Το γεγονός ότι η Θ ήταν εργοδότης του μάρτυρα ως προς τις εργασίες που εκτέλεσε, πέραν του ότι επιβεβαιώνεται από τη μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Άλλωστε όσα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στη μήνυση τους λήφθηκαν υπόψη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας το οποίο τα αντικρούει με επαρκείς αιτιολογίες στην 137/2004 απόφαση του με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και του Ζ κατά της 52/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και οι τελευταίοι αναγνωρίστηκαν αποκλειστικώς νομείς των επίμαχων ακινήτων. (Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες έχουν ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας προς το παρόν υπάρχει η απορριπτική εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη για την οποία έχει γίνει λόγος πιο πάνω).
Αληθής είναι η κατάθεση και ως προς την έκταση συμμετοχής άλλων τεχνιτών (Κ και ...) όπως, περί της αμφισβητούμενης στη μήνυση συμμετοχής μάλιστα του τελευταίου, αναφέρει, βάσει ένορκης βεβαίωσης που περιέχει σχετική κατάθεση του, η 137/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Εξάλλου ουδόλως αποκλείεται η υπεργολαβικώς από τον κατά τους μηνυτές εργολάβο Κ ανάθεση επί μέρους εργασιών.
Εφόσον τα όσα κατέθεσε ο Δ ήταν αληθινά, γεγονός γνωστό στους μηνυτές, δεδομένου ότι τόσο ο πατέρας, όσο και η μητέρα τους, διάδικοι στη δίκη ήταν, όπως και οι ίδιοι κοινωνοί της πραγματικότητας ως προς την ανέγερση της οικοδομής, δεν τίθεται ούτε νομικώς ούτε ουσιαστικώς ζήτημα ηθικής αυτουργίας του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) σε ψευδορκία που δεν τελέστηκε, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχτηκε ότι η ως άνω κατάθεση είναι προϊόν πειθούς και φορτικότητας του αναιρεσίβλητου.
Επομένως η καταμήνυσή του ήταν ψευδής κατά την έννοια του άρθρου 229 ΠΚ, μ' αυτή δε για όσους λόγους αναπτύχθηκαν πιο πάνω ως προς τις λοιπές αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις συντελέστηκε και συκοφαντική δυσφήμηση.
Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ίδια ως προς την αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος του ενάγοντος αναιρεσίβλητου με την μήνυση αυτή. Έκρινε δε ότι<< ενόψει της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την προαναφερομένη παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του, το ποσό που είναι εύλογο για την χρηματική ικανοποίηση του, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της βαρύτητας του πταίσματος των αναιρεσειόντων, της έντασης της βλάβης και της κοινωνικής κατάστασης των μερών, δεν υπερβαίνει το ποσό ίων 4.000 ευρώ>>, το οποίο και επιδίκασε, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,58,59,914,932 ΑΚ και 361, 362 και 363 ΠΚ, και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σαυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις και δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατάληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως των εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος, που υπό την επίκληση των ως άνω πλημμελειών, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος.
Οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 270 § 2 Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη, αλλά ελήφθησαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. (ΑΠ 722/2004).
Επομένως ο δεύτερος λόγος της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 4350/2003, 16701/2003, 6639/2004, 6640/2004 και 6641/2004 ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι η ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, ασκήθηκε το 2005, ενώ οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν το 2003 και 2004, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής και προφανώς στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων. Συνακόλουθα δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να κάνει ειδική αναφορά τούτων.
Από τη ρητή δε βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφαση, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισαν, με επίκληση, οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 και 222 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται μεταξύ άλλων και την εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής, νέα δίκη για την ίδια διαφορά μεταξύ των ιδίων διαδίκων, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, συνάγεται ότι για να υπάρξει εκκρεμοδικία απαιτείται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας αυτών.
Εξ άλλου η κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., αναβολή της συζητήσεως στην περίπτωση εκκρεμούς άλλης πολιτικής δίκης που επηρεάζει την διάγνωση της διαφοράς εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου μπορεί να την διατάξει, χωρίς η σχετική κρίση του να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 προβάλλονται πράγματι οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότειναν οι αναιρεσείοντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσης τους περί απαραδέκτου και αναστολής της δίκης λόγω εκκρεμοδικίας, εν όψει του ότι εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 2-7-2002 αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούν την ακύρωση δημόσιας διαθήκης της Θ, την οποία ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) εμφανίζει ως δικαιοπάροχο του ως προς την κυριότητα και νομή δύο ακινήτων, ζητήματα τα οποία αποτελούν υπόβαθρο και της ένδικης διαφοράς.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε με την αιτιολογία ότι "είναι προφανές ότι δεν υφίσταται εκκρεμοδικία κατά την έννοια του άρθρου 222 Κ.Πολ.Δ., ούτε καν περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 249 του ιδίου κώδικα, αφού καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί η έκβαση της επί της αγωγής ακυρώσεως διαθήκης δίκης στη διάγνωση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής που στηρίζεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων".
Με το να κρίνει δε έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ήτοι της μη κήρυξης παρά το νόμο απαραδέκτου, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 221 και 222 Κ.Πολ.Δ., ενώ η κρίση του περί μη αναστολής εκφεύγει, κατά τα προεκτεθέντα, από τον αναιρετικό έλεγχο. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 και 9 Κ.Πολ.Δ.
προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και δη 1) το με αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας 2) το με αριθ. 4283/21-7-2004 κλητήριο θέσπισμα 3) απόσπασμα της με αριθ. 5499/8-11-2002 απόφασης και το σχετικό με την απόφαση αυτή από 5-1-2006 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου 4) την με αριθ. 8027/28-5-2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (εκ διαθήκης) της Θ 5) την από 1-1-1997 δήλωση στοιχείων ακινήτων (Έντυπο Ε9), συντάκτης του οποίου είναι ο Χ(αναιρεσίβλητος) ως πληρεξούσιος και αντίκλητος της Θ και τις φορολογικές δηλώσεις της Θ των ετών 1998, 1999 και 2000 6) την από 5-4-1993 ένσταση της Θ προς το Πολεοδομικό γραφείο Ιστιαίας 7) την από 16-9-1994 ένσταση του Χ προς το Πολεοδομικό γραφείο Ιστιαίας 8) την από 31-8-1995 ανακοπή του Χ ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου Χαλκίδος 9) την με αριθ. 424/1996 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας 10) την από 26-9-2000 αίτηση θεραπείας της Ξ και το σχετικό με αριθ. 9951695 διπλότυπο είσπραξης Τύπου 11) την από 1-1-1997 δήλωση στοιχείων ακινήτων, ήτοι το Έντυπο Ε9 της Ξ και την φορολογική δήλωση αυτής του Οικονομικού έτους 1998 12) την με αριθμό 14970-24188 κληρονομική μερίδα του Χ και την με αριθ. 14870-241898 κληρονομική μερίδα του Ζ και 13) την υπ' αριθ. 1016/2005 απόφαση του Α' τμήματος του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισαν, με επίκληση, οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.
Από τις διατάξεις του άρθρου 352 §§ 1-2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο λογούς της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου (και του αδελφού του ...) ότι η μητέρα τους Θ το 1977, που συνέταξε την δημόσια διαθήκη της, δεν είχε την πλήρη κυριότητα δύο οικοπέδων μετά των κτισμάτων και η οποία ομολογία περιέχεται στην από 8-2-2002 αγωγή τους περί νομής και ειδικότερα στην περικοπή ότι "Το έτος 1987 η μητέρα μας είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα και τα δύο οικόπεδα μετά των κτισμάτων, από έκτακτη χρησικτησία, αφού επί εικοσαετία κατοικούσε σαυτά και τα ενέμετο διάνοια κυρίου και καλόπιστα, διότι της τα είχαμε παραχωρήσει".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, αφού δεν έγινε στην παρούσα δίκη, αλλά σε άλλη δίκη. Αλλά και διότι η παραπάνω περικοπή δεν περιέχει τέτοια ομολογία. Σε περίπτωση δε που θεωρηθεί εξώδικη ομολογία συνεκτιμήθηκε αυτή με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν, επομένως και το δικόγραφο της παραπάνω περί νομής αγωγής.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ως άνω από 23-11-2007 αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις κρινόμενες από 24-9-2007 και 23-11-2007 αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 23-11-2007 αίτηση των 1)Ψ1 και 2)Ψ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 160/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (έδρα Χαλκίδας). Δέχεται εν μέρει την από 24-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 160/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Καταδικάζει τους Ψ1 και Ψ2 στα δικαστικά έξοδα του Χ, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ