1928/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1928/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γ. Κοινοποιουμένη προς το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντα την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπόμενων περιουσιών κατά τον Α.Ν 2039/1939. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Full text
Απόφαση 1928 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1928/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: χ, ως εκτελέστριας της διαθήκης του Α (Κατά κόσμον .....) , Μητροπολίτου Αννέων-Κων/λεως, αποβιώσαντος την ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βαρδάκα.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ψ1, ατομικώς ως κληρονόμου και ως εκτελεστού της διαθήκης της Β και 2. Ψ2, ατομικώς και ως κληρονόμου της Β. Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Δυοβουνιώτου και ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιανναράκο.
Των καθών η κλήση: Α. Των λοιπών κληρονόμων της Β, δηλ. 1. Φ1, 2. Φ2, 3. Φ3. Ο 1ος, 2ος εκπροσωπή- θηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιανναράκο και η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Ναυπλίου, που εδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Στυμφαλιάδη,
Β. Της Υ1 α) δι' εαυτή και β) ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ, θανούσας την ..... (αρχικής διαδίκου), νομίμως εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από τους δικηγόρους 1. Πλάτωνα Τσουλούφα και 2. τη σύζυγο αυτού, δικηγόρο Κλειώ θυγ.Ιωάννη Μαλωλακή σύζ. Πλάτωνος Τσουλούφα, κάτοικο Αθηνών, από τον ένα ή την άλλη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Τσουλούφα,
Γ. Κοινοποιουμένη προς το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντα την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπόμενων περιουσιών κατά τον Α.Ν 2039/1939. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-9-2000 και 6 -10-2000 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5460/2001 και 5485/2001, αντίστοιχα, του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 141/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η χ, με την από 9-10-2002 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 23/2005 και 794/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 1-3-2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 1-11-2004 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων-καλούντων-καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, την 1-2-2006 επήλθε στην ..... ο θάνατος της υπό στοιχείο β' του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητης Γ. Οι υπό στοιχεία Α 1' και 4', αντίστοιχα, του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητοι Ψ1 και Ψ2, πρώτος και τέταρτος, αντίστοιχα, από τους εναγομένους, εκκαλούντες - εφεσιβλήτους, με την από 1-3-2007 κλήση τους προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μετά την έκδοση των 23/2005 και 794/2006, αντίστοιχα, αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου, με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της - αίτησης αναίρεσης-, για τους σ' αυτές ειδικότερα διαλαμβανόμενους λόγους, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ομοδίκους τους, καθώς και στην αντίδικό τους, στις 25-9-2007, 6-11-2007, 8-11-2007, 26-11-2007 και 30-11-2007, αντίστοιχα, ως πρόσωπα δικαιούμενα σε επανάληψη της δίκης (άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποίησαν σ' αυτούς το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσίβλητης και ότι η εγγύτερη αυτής συγγενής και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της είναι η Υ1, υπό στοιχείο 3 του αναιρετηρίου αναιρεσίβλητη, παράλληλα δε, δήλωσαν ότι επιθυμούν την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε.
Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 291, 292 ΚΠολΔ και 1847 παρ. 1 εδάφ. Α' ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας της θανούσας αναιρεσίβλητης από μέρους της κληρονόμου της, επέχει δε θέση πρόσκλησης της τελευταίας προς επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια. 'Υστερα από αυτά, νόμιμα οι καλούντες αναιρεσίβλητοι επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση της καθολικής διαδόχου της θανούσας, η οποία νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο της εν λόγω καλουμένης, νομιμοποιουμένης για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 16-4-2008), μετά, δηλαδή, την παρέλευση τριάντα και πλέον ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτή της πιο πάνω κλήσης (πρόσκλησης).
Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου ένδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 § 1, 64, 68 § 4, 69 § 1, 77 § 1, 81, 88, 27, 95 και 97 του α.ν. 2039 της 19/24-10-1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", καθώς και των διατάξεων των μεταγενέστερων του εν λόγω α.ν.
τροποποιητικών νόμων και εκτελεστικών διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίστηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από το θεσμό του εκτελεστή διαθήκης, ειδικότερα στην περίπτωση που τα τελευταία αφορούν την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού, προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης στην οποία περιλαμβάνονται διατάξεις υπέρ κοινωφελών σκοπών, κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, δεν εκπροσωπεί ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου και, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος, να διεξαγάγει συγκεκριμένη δίκη που αφορά κληρονομικό δικαίωμα.
Νομιμοποιείται, όμως, ο ίδιος σε άσκηση ή απόκρουση αγωγών που έχουν αντικείμενο εμπίπτον στη διαχειριστική του εξουσία, δηλαδή, αναγκαίων για την εκκαθάριση της κληρονομίας ή την εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ή έργου. Τα ίδια ισχύουν και σε κάθε άλλη διαθήκη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2017, 2020, 2025 και 2026 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 327 ΚΠολΔ, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο εκτελεστής διαθήκης, ως μη εκπροσωπών ορισμένο πρόσωπο κληρονόμου ή κληροδόχου, δεν νομιμοποιείται μεν να δικαστεί για κληρονομικό δικαίωμα, ούτε να εναγάγει ή να εναχθεί προς ερμηνεία ή ακύρωση διαθήκης, εφόσον, όμως, έχει τη διαχείριση της κληρονομίας μπορεί να ασκήσει τις απ'αυτή απορρέουσες αξιώσεις, όπως και να παρεμβαίνει σε άλλες δίκες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι η ένδικη από 6-10-2000 αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί, - σύμφωνα με τις διατάξεις της από 12-1-1986 ιδιόγραφης διαθήκης του Μητροπολίτη Αννέων Κωνσταντινούπολης Α (κατά κόσμον .....), που πέθανε στο ....., την 1-2-1988, η οποία έχει νόμιμα δημοσιευθεί με τα 788/4-3-1988 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερμηνευομένης κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη, - ότι ως προς τα αδιάθετα κινητά και ακίνητα κληρονομιαία στοιχεία του τελευταίου δεν χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι τα εν λόγω στοιχεία περιήλθαν στα σ'αυτήν - αγωγή -, ειδικότερα, μνημονευόμενα κοινωφελή ιδρύματα και για κοινωφελείς σκοπούς, κατά το ανήκον στο καθένα απ'αυτά ιδανικό μερίδιο, η οποία - αγωγή, ασκήθηκε από την Χ, δικηγόρο, ως εκτελέστρια της αμέσως πιο πάνω διαθήκης με την 1079641/2003/Α0011/17-6-1993 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, καθώς και από τέσσερα τετιμημένα με την επίμαχη διαθήκη ιδρύματα (Ίδρυμα Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Κατάκοιτων Γερόντων, Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών, Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών), είναι απορριπτέα ως προς την πρώτη ενάγουσα, εκτελέστρια της διαθήκης, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της προς άσκηση της αγωγής αυτής, επικυρώνοντας έτσι, μετά από απόρριψη των συναφών εφέσεων της πρώτης ενάγουσας και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και της πρόσθετης υπέρ αυτής-πρώτης ενάγουσας- παρέμβασης του τελευταίου, ως αβάσιμων, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε για τον ίδιο λόγο απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς την ενάγουσα αυτή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή, διώκουσα την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των σ'αυτή αναφερόμενων κοινωφελών ιδρυμάτων και υπέρ κοινωφελών σκοπών, μη εμπίπτουσα στη διαχειριστική εξουσία της πρώτης ενάγουσας, εκτελέστριας της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης και, ακολούθως, μη αναγομένη στα καθήκοντα του δημόσιου λειτουργήματος της τελευταίας, ούτε, επίσης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 2039/1939, που προπαρατέθηκαν και, ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 68.
Οι πρώτος και δεύτερος επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 14 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της απόρριψης από το Εφετείο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτης για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της για την άσκηση αυτής, καθώς και της απόρριψης της συνεκδικαζόμενης με αυτή από 14-9-2000 αγωγής των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, διώκουσας, μεταξύ άλλων αιτημάτων, την αναγνώριση των εγκατάστατων στην από 12-1-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του Μητροπολίτη Αννέων Κωνσταντινούπολης Α (κατα κόσμον .....) κοινωφελών ιδρυμάτων ως κληρονόμων του, με περιορισμό του καθενός απ' αυτά σε δήλο πράγμα, καθώς και την αναγνώριση των αδελφών του Β και Γ και της ανηψιάς του Υ1, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της καθεμιάς απ' αυτές, αντίστοιχα, στο απομένον μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας του αντιστοιχούν στο 1/4 εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του προαποβιώσαντος αδελφού του Δ, ως απαράδεκτης, επίσης, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της -αναιρεσείουσας, πρώτης εναγομένης, παρισταμένης ως εκτελέστριας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης-, οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος), με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 20, 16 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν αφορούν την απόρριψη των αμέσως πιο πάνω αγωγών ως απαραδέκτων, για έλλειψη νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 και 68 ΚΠολΔ, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι για έλλειψη έννομου συμφέροντός της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2002 αίτηση της Χ για αναίρεση της 141/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ