Supreme Court refers appeal on whether one-year or twenty-year limitation applies to investment service claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece referred the final appeal to the Plenary Session regarding the applicable limitation period for claims arising from investment service orders. The appellant argued that the one-year limitation under the Exchange Act should apply, while the Court of Appeals correctly applied the general twenty-year rule. The Court determined that the specific one-year limitation does not cover these ancillary claims and thus referred the legal question to the Plenary for a binding ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15 para. 6 of Law 3632/1928; Art. 20 para. 1 item 3 of Law 1806/1988; Art. 249 of the Civil Code: The one-year limitation period for exchange transactions does not apply to ancillary claims arising from investment service orders, which remain subject to the general twenty-year limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1928 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1928/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Praxis International Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελίνα Δασκαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 και 5-9-2001 αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2289/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2006 εισήγησή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 "Περί Χρηματιστηρίου Αξιών" (που δεν καταργήθηκε με τον Εισ.Ν.ΑΚ, ούτε, εθίγη από το ν. 1806/1988) χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενα χρηματιστηριακά πράγματα. Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρονται στην περίπτωση ε΄ και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις. Με το άρθρο 20 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 1806/1988 ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων (αγοραπωλησία χρηματιστηριακών πραγμάτων). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 "πάσα αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ΄ ό συνήφθη η συναλλαγή", ενώ κατά το άρθρο 249 "εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα οικεία διαδικαστικά έγγραφα, αλλά και το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του κατά της κατ΄ αυτού αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και επανέφερε ως λόγο έφεσης τον ισχυρισμό (ένσταση παραγραφής), ότι το φερόμενο ως χρέος του από αγορά μετοχών, στην οποία προέβη η ενάγουσα, για λογαριασμό του, από τον Ιούλιο 1999 μέχρι 30-12-1999, ύψους 16.951.362 δρχ., υπέκυψε στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, εφόσον η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της μόλις το έτος 2001.
Κατά το Εφετείο, όπως εκτίθεται στην ένσταση αυτή (ΚΠολΔ 262) - και πράγματι αναφέρεται σ΄ αυτή- η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με τον εναγόμενο πελάτη της, ήταν εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας και οι αξιώσεις της ενάγουσας αφορούν δαπάνες και αμοιβές της ίδιας ως εντολοδόχου κατά του εναγομένου -εντολέως της- επενδυτή.
Πρόκειται, συνεπώς, πάντοτε κατά το Εφετείο, για παρεπόμενη (συναφή) χρηματιστηριακή συναλλαγή, στην οποία, όμως, κατά το Δικαστήριο εκείνο, δεν εφαρμόζεται η βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, αλλ΄ η γενική εικοσαετής, που ισχύει επί εντολής, της ΑΚ 249, και ότι η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως και απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου ως νόμω αβάσιμη δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Τελικά, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψεν ως αβάσιμο τον τέταρτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νόμω αβάσιμης της εν λόγω ένστασής του παραγραφής. Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις κατά της προαναφερθείσας κρίσης του Εφετείου συνιστάμενες στο ότι το τελευταίο παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928, η οποία ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, και έτσι παρά το νόμο εφάρμοσε την ΑΚ 249, που δεν ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένστασης παραγραφής και τις εν λόγω παραδοχές του Εφετείου.
Ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, αν το Εφετείο ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά εν προκειμένω το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 έπρεπε να μην απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, αλλά να την δεχθεί ως νόμω βάσιμη και να την ερευνήσει στην ουσία της. Με το λόγο αυτό αναίρεσης, όπως εκτιμάται, τίθεται το ζήτημα αν η ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 περ.
γ΄ του ν. 1806/1988, και για τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής (εντολή για αγοραπωλησία χρηματιστηριακών πραγμάτων) ή αν για τις αξιώσεις αυτές έχει εφαρμογή η γενική περί εικοσαετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ. Το ζήτημα τούτο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γενικότερου ενδιαφέροντος, και για το λόγο τούτο πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ.
β΄ του ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (τελευταίος) στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 23 παρ. 2 ν. 1756/1988 Κώδικος Οργανισμού Δικαστηρίου κλπ όπως ισχύει σήμερα) επιφυλασσομένου του τμήματος να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων της αιτήσεως ανεξάρτητα αν γίνει δεκτός ή απορριφθεί ο παραπεμπόμενος λόγος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τελευταίο λόγο της από 1-9-2005 αίτησης του ... για αναίρεση της 2289/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ