Legislator Case Law & Legislation
1927/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to material error in calculating unpaid wages duration.

Case Number 1927/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding unpaid wages, finding a material error in the calculation of the claim's duration. The plaintiff argued that the employer's declaration of wage arrears was specific and clear, yet the court failed to verify the exact months involved. Consequently, the court found the lower court's judgment flawed and remanded the case for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 325, 329, 353, 648, 656 of the Civil Code; If a lower court fails to verify the specific duration of wage arrears claimed by the employee despite a clear declaration, it constitutes a material error requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
labor dispute wage arrears material error remand for retrial civil procedure unpaid wages declaration validity

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 325 of the Civil Code
Article 329 of the Civil Code
Article 353 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1927 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1927/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: φιλανθρωπικού σωματείου (νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου) με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. χήρας Σ.. Ζ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σεραφείμ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2020 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από ...-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ... 2023 και με αριθ. κατάθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ...-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία υπ' αριθμ. .../2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-1-2023 και η απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στις 14-12-2022, (όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγει η αναιρεσίβλητη). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη Σ. Ζ. με την από ...-2019 με αυξ. αριθμ. καταθ. .../2019 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος Φιλανθρωπικού Σωματείου - Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ-ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, ισχυρίστηκε ότι στις 22-7-2002 προσλήφθηκε από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον, το οποίο διατηρεί γηροκομείο-πτωχοκομείο στην Αθήνα, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτό τις υπηρεσίες της ως θαλαμηπόλος, ενώ από την 1-12-2011, αφού απέκτησε τα σχετικά προσόντα, παρείχε τις υπηρεσίες της ως βοηθός νοσηλεύτρια, υπό τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή όρους.

Ότι, ενώ παρείχε κανονικά τις ως άνω υπηρεσίες της, το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον από τον Οκτώβριο του έτους 2010 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2016 δεν της κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της και για το λόγο αυτό στις 14-6-2016 του κοινοποίησε εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωνε, ότι από 16-6-2016 προβαίνει σε επίσχεση της εργασίας της και ότι μετά ταύτα της οφείλονται, λόγω της επίσχεσης, για το χρονικό διάστημα από 16-6-2016 μέχρι 31-7-2019 μισθοί υπερημερίας, ύψους 64.829,25 ευρώ καθώς και επιδόματα αποδοχών και άδειας, ύψους 20.745,36 ευρώ ήτοι ποσό συνολικού ύψους 85.574,61 ευρώ.

Ζήτησε δε, μετά τον μερικό παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος των μισθών υπερημερίας: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο το ποσό των 11.016,58 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-6-2016 μέχρι 15-7-2017 και β) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο το εναπομένον ποσό,[ μετά την αφαίρεση του προαναφερθέντος ποσού (11.016,58 ευρώ), από το συνολικά αιτούμενο ποσό των 85.574,61 ευρώ,] για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16-7-2017 μέχρι 31-7-2019, καθώς και για επιδόματα εορτών και άδειας του χρονικού διαστήματος από 16-6-2016 μέχρι 31-7-2019.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε το ως άνω αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης στην ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη των αιτούμενων μισθών υπερημερίας λόγω επίσχεσης της εργασίας της, εξ αιτίας μη νομότυπης άσκησης του σχετικού δικαιώματος.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, η από 29-12-2020 με αυξ. αριθμ. καταθ. .../2021 έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και επ' αυτής εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά τη νομιμότητα της επίσχεσης και τα εξ αυτής οφειλόμενα στην ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ποσά, κράτησε και δίκασε ως προς το κεφάλαιο αυτό την αγωγή, και, αφού τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επιδίκασε στην ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) τα οφειλόμενα, λόγω της επίσχεσης, και αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά.

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή, προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής. Η δήλωση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, ως προς την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, πρέπει να είναι σαφής και να αναφέρει τη ληξιπρόθεσμη αξίωση ή αξιώσεις, για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα επίσχεσης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 289/2019, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 1153/2009), έστω και κατά προσέγγιση (AΠ 1123/2022).

Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποθέτει σχέση εργασίας, με βάση έγκυρη σύμβαση χωρίς την οποία δεν νοείται υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας. Εάν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από τον εργαζόμενο μισθωτό ο εργοδότης, που δεν αποδέχεται την εργασία του μισθωτού, δεν περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας, σκοπός και συνέπεια της οποίας είναι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του εργαζόμενου (ΑΠ 523/2022).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ.8 του άρθρου 5 του Ν. 1579/1985 (ΦΕΚ Α' 217) εκδοθέντος, ΠΔ 210/2001, "Επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων Διπλώματος Ο.Ε.Ε.Κ[....]και των πτυχιούχων Τ.Ε.Ε. Α' και Β' κύκλου της ειδικότητας Βοηθών Νοσηλευτών, καθώς και καθορισμός των προϋποθέσεων και της διαδικασίας χορήγησης της άδειας ασκήσεως των ανωτέρω επαγγελμάτων" ( ΦΕΚ Α' 165), ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι: (άρθρο 1) "Στους κατόχους[...]πτυχίου των Τ.Ε.Ε.

Α' και Β' κύκλου της ειδικότητας Βοηθών Νοσηλευτών χορηγείται άδεια άσκησης επαγγέλματος Βοηθού Νοσηλευτή" (άρθρο 3) "Η άδεια άσκησης επαγγέλματος[...]των κατόχων του πτυχίου των Τ.Ε.Ε. Α' και Β' κύκλου της ειδικότητας Βοηθών Νοσηλευτών χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, σύμφωνα με τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α)...β)...γ)....Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης της εν λόγω άδειας". Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 1 της, κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας των ως άνω διατάξεων εκδοθείσας, με αριθμό .../2001 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας "Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος Βοηθών Νοσηλευτών" (ΦΕΚ Β' 1082), όπως αυτή συμπληρώθηκε με τη με αριθμό .../2002 απόφαση του ίδιου Υπουργού, ορίσθηκε ότι: "Καθορίζουμε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθώς και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος Βοηθού Νοσηλεύτριας στους κατόχους Διπλώματος Ι.Ε.Κ.

και στους πτυχιούχους Τ.Ε.Ε. Α και Β κύκλου της ειδικότητας Βοηθού Νοσηλευτή ως κατωτέρω[...]". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ελλείπει τέτοια άδεια άσκησης του επαγγέλματος του βοηθού νοσηλεύτριας, κατά την πρόσληψη του εργαζόμενου - βοηθού νοσηλεύτριας, η σύμβαση εργασίας δεν είναι έγκυρη, αφού αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ].

Η έκδοση, όμως, άδειας άσκησης του επαγγέλματος του βοηθού νοσηλεύτριας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής για αξιώσεις του εργαζόμενου-βοηθού νοσηλεύτριας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση (άρθρα 262, 338 παρ.1 ΚΠολΔ) την έλλειψη της άδειας άσκηση ως άνω επαγγέλματος και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Η παραδοχή της ένστασης ακυρότητας της σύμβασης εργασίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης στην ουσία (ΑΠ 316/2023, ΑΠ 439/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την αναιρετική έρευνα ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "[...] Η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα), προσλήφθηκε από το εναγόμενο σωματείο, στην Αθήνα, την 22-7-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διάρκειας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στο Οικοτροφείο του ("Γηροκομείο-Πτωχοκομείο Αθηνών"), με την ειδικότητα της τραπεζο-καθαρίστριας αρχικά και αργότερα (από το έτος 2011) ως πρακτική αδερφή και στη συνέχεια ως βοηθός νοσηλεύτρια, με πλήρες ωράριο απασχόλησης, έναντι μηνιαίων αποδοχών, ανερχομένων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή, από το έτος 2016 και εφεξής, στο ποσό των 1.728,78 ευρώ (μικτά).

Από δε, την πρόσληψή της, η ενάγουσα παρείχε κανονικά την εργασία της, αλλά το εναγόμενο, από τον Οκτώβριο του έτους 2010 έπαυσε να καταβάλει κανονικά τις μηνιαίες αποδοχές της. Έτσι, η ενάγουσα για τις οφειλές του εναγόμενου εργοδότη της από τον Οκτώβριο του έτους 2010 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, άσκησε την από 1-10-2013 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να της επιδικαστούν οι δεδουλευμένες αποδοχές της του διαστήματος αυτού, καθώς και τα αναλογούντα σε αυτές επιδόματα εορτών και αδείας.

Επί της αγωγής της αυτής, εκδόθηκε η .../2014 απόφαση, με την οποία, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την έκανε δεκτή, ως βάσιμη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 3-12-2014 έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η .../2017 απόφαση του παρόντος, με την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσα, τελεσίδικα, για τις άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των 45.960,36 ευρώ.

Ωστόσο, ακόμη και μετά την κοινοποίηση στο εναγόμενο της αγωγής αυτής, αυτό συνέχισε να αρνείται την καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας. Τότε, με την από 13-6-2016 εξώδικη δήλωσή της προς το εναγόμενο, που επιδόθηκε σ' αυτό την 14-6-2016, του δήλωσε ότι η επί μακρώ συνεχιζόμενη καθυστέρηση πληρωμής των δεδουλευμένων της, με συνέπεια να της οφείλονται αποδοχές τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών, την αναγκάζει να προβεί σε επίσχεση της εργασίας της και, παρότι δεν θα του παρείχε τις υπηρεσίες της από 16-6-2016 και μέχρι να της καταβληθούν οι καθυστερούμενες αυτές αποδοχές, θα βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα και σε ενεργό αναμονή να επαναλάβει την εργασία της μόλις εξοφληθεί η ως άνω απαίτησή της.

Παράλληλα, άσκησε και την από 20-7-2016 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα αναφερόμενα εκεί ποσά που της όφειλε για το χρονικό διάστημα από 1-10-2013 έως 30-6-2016 (συνολικά 33.852,60 ευρώ), δηλαδή, το αμέσως επόμενο διάστημα από εκείνο στο οποίο αφορούσε η ως άνω προηγούμενη αγωγή της και ταυτόχρονα αυτό για το οποίο άσκησε και την επίδικη επίσχεση.

Αυτή δε, (η επίσχεση εργασίας) ασκήθηκε νόμιμα, εφόσον η ενάγουσα διατηρούσε ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εναγομένου, ισόποση με τις οφειλόμενες σ' αυτήν αποδοχές του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2013 έως τον Ιούνιο του 2016, δηλαδή, τριάντα δυο μηνών, από τις οποίες, με την από 14-6-2016 εξώδική της προς το εναγόμενο, σαφώς, δήλωσε ότι θα επαναλάβει την εργασία της εάν της εξοφληθούν τουλάχιστον αυτές που αναλογούν στους τριάντα (30) από τους τριάντα δυο (32) μήνες.

Η δε από 14-6-2016 δήλωση καθεαυτή ήταν καθ' όλα ορισμένη και σαφής, καθόσον με αυτήν καθοριζόταν, κατά ποσό (30 μηνιαίοι μισθοί), είδος (δεδουλευμένες αποδοχές) και αιτία (η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), η ληξιπρόθεσμη απαίτησή της ενάγουσας προς εξασφάλιση της οποίας ασκούσε το επίδικο δικαίωμα.

Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, έσφαλε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου (άρθρα 325 και 648 ΑΚ) και η εκκαλουμένη, κατά το μέρος της αυτό,- δεκτού γενομένου και του λόγου της έφεσης της ενάγουσας, ως βάσιμου,- πρέπει να εξαφανιστεί.

Το αναιρεσείον με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 325,329,353,648, 656 και 281 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (εγκυρότητα της σύμβασης της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, νομότυπη άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματός της για επίσχεση της εργασίας της και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού) και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: α') Αφού επικαλείται την ΥΑ με αριθμό .../2001(ΦΕΚ Β 1082/14-8-2001), με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος στους βοηθούς νοσηλευτών, παραπονείται για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει, αν η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας παρείχε υπηρεσίες βοηθού νοσηλεύτριας, ήταν εφοδιασμένη με την απαιτούμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος, η έλλειψη της οποίας καθιστά άκυρη τη σύμβαση εργασίας της, με περαιτέρω συνέπεια τη μη οφειλή μισθών υπερημερίας, αφού προς τούτο απαιτείται η σχετική αξίωση για την καταβολή μισθών υπερημερίας να απορρέει από έγκυρη σύμβαση εργασίας, β') ενώ δέχεται, ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της, είχε αξίωση για δεδουλευμένες αποδοχές από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι τον Ιούνιο 2016 δηλαδή για 68 μήνες, στη συνέχεια δέχεται, ότι άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης μόνο για τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1η Οκτωβρίου 2013 μέχρι 30 Ιουνίου 2016 δηλαδή για τριάντα δύο (32) μήνες, συνολικού ύψους 33.852,60 ευρώ, ενώ είχε δεχθεί ότι παρέμεναν ανεξόφλητες και οι αποδοχές του προηγούμενου χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι το Σεπτέμβριο 2013, και δήλωσε, ότι θα επιστρέψει στην εργασία της, αν της καταβληθούν αποδοχές τουλάχιστον τριάντα (30) μηνών, τους οποίους δεν προσδιορίζει, όπως επίσης δεν προσδιορίζει το ύψος τους, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει το ακριβές ύψος της ληξιπρόθεσμης απαίτησης της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, για την οποία αυτή άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της και γ') περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της και ειδικότερα της υπαιτιότητας του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων της, προκειμένου να απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία είχε παραδεκτά προβάλει στα δικαστήρια της ουσίας.

Ο λόγος αυτός, κατά το στοιχείο α' είναι αβάσιμος, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει πλήρη αιτιολογία, που καλύπτει το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όσον αφορά το κύρος της(σύμβασης εργασίας) αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η ύπαρξη άδειας άσκησης του επαγγέλματος της βοηθού νοσηλεύτριας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής για αξιώσεις της εργαζόμενης-βοηθού νοσηλεύτριας που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας, το αναιρεσείον δε, δεν ισχυρίζεται, ότι την έλλειψη της σχετικής άδειας άσκησης του ως άνω επαγγέλματος και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, την πρότεινε, κατ' ένσταση, παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας.

Ο ίδιος λόγος, κατά το στοιχείο β' είναι βάσιμος, γιατί με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα το παρεχόμενο από το άρθρο 325 του ΑΚ δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, για το λόγο ότι η από 14-6-2016 σχετική δήλωση ήταν ορισμένη και σαφής, αφού με αυτή καθοριζόταν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά ποσό (30 μηνιαίοι μισθοί), είδος (δεδουλευμένες αποδοχές) και αιτία( η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας) παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 325,329,353,648 και 656 του ΑΚ, αφού διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης νομότυπης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της και της εξ αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της είχε αξίωση για δεδουλευμένες αποδοχές: α) για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2010 μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2013 δηλαδή για 36 μήνες, οι οποίες, μαζί με τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και άδειας, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 45.960,36 ευρώ και της επιδικάσθηκαν τελεσίδικα, μετά από άσκηση της από 1-10-2013 αγωγής(πρώτης), με την υπ' αριθμ. .../2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) για το χρονικό διάστημα από 1η Οκτωβρίου 2013 μέχρι 30 Ιουνίου 2016, δηλαδή για 32 μήνες (αφού οι αποδοχές για το μήνα Ιούνιο 2016 δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες), συνολικού ύψους 33.852,60 ευρώ, για την επιδίκαση των οποίων άσκησε την από 20-7-2016 αγωγή(δεύτερη), στη συνέχεια δέχεται ότι η επίσχεση εργασίας της ενάγουσας ασκήθηκε για ληξιπρόθεσμη αξίωσή της, που ήταν ισόποση με τις οφειλόμενες σε αυτή αποδοχές του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τον Ιούνιο του 2016 δηλαδή για τριάντα δύο (32) μήνες και ότι αυτή θα επαναλάβει την εργασία της, αν της εξοφληθούν αποδοχές που αντιστοιχούν στους τριάντα (30) από τους τριάντα δύο (32) μήνες και περαιτέρω ότι η δήλωση επίσχεσης ήταν ορισμένη και σαφής, καθόσον με αυτή καθοριζόταν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά ποσό (30 μηνιαίοι μισθοί ) και είδος (δεδουλευμένες αποδοχές), δεν διευκρινίζει όμως για ποιο λόγο άσκησε την επίσχεση μόνον για τους πιο πάνω μήνες(32), ενώ της οφείλονταν περισσότεροι(68), ούτε προσδιορίζει τους τριάντα (30) μήνες, που αν, κατά τη δήλωσή της, εξοφλούνταν θα επέστρεφε στην εργασία της καθώς και το οφειλόμενο γι' αυτούς ποσό, ούτε αναφέρει αν στις ληξιπρόθεσμες αποδοχές των μηνών αυτών περιέχονται επιδόματα εορτών και άδειας, τα οποία επίσης, σύμφωνα με την αγωγή της οφείλονταν σε αυτήν.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το β' σκέλος αυτού, με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 325,329,353,648 και 656, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση:

ι) του ίδιου (δεύτερου) αναιρετικού λόγου, κατά το γ' σκέλος αυτού, με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 325, 329, 353, 648 και 656 ΑΚ και ιι) του πρώτου αναιρετικού λόγου με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω 325,329,353,648 και 656 ΑΚ ουσιαστικών κανόνων δικαίου (ΑΠ 1474/2022, πρβλ.

ΑΠ 301/2018). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του δεύτερου, κατά το στοιχείο β' σκέλος του, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. ...-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ