1927/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1927/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1927 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1927/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νικαίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973 και αυτών των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός ,και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. (ΑΠ946/2015, 1550/2007).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560παρ.1(ομοίου περιεχομένου με αυτή του άρθρου 599παρ.1)ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για το ορισμένο ,εξάλλου αυτού του λόγου πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει των παραδοχών αυτών καταγνώσθηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ20/2005, ΑΠ481/2013).
Κατά την έννοια εξάλλου, του άρθρου 560 αριθ. 6 (ομοίου περιεχομένου με αυτή του άρθρου 559αριθμ.19) ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης δεν εκτίθενται καθόλου αιτιολογίες ή όταν από τις αιτιολογίες αυτής δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 15/2006,1/1999).
Για το ορισμένο εξάλλου και του ανωτέρω λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις(ΟλΑΠ20/2005). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ,είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης ,εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ575/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι υπομηχανικός, μελετητής αρχιτεκτονικών σχεδίων και από το έτος 1980 δραστηριοποιείτο στις οικοδομικές επιχειρήσεις και συγκεκριμένα ασχολείτο με την κατασκευή πολυκατοικιών.
Στις 10-4-1991 συστήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, (ήδη αναιρεσείοντος) ο οποίος τυγχάνει αδελφός του και ο οποίος είναι εργολάβος οικοδόμων, ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία είχε ως αντικείμενο της την κατασκευή πολυκατοικιών. Στο πλαίσιο της στενής συγγενικής τους σχέσης και της κοινής επαγγελματικής τους δραστηριότητας και συνεργασίας οι διάδικοι διατηρούσαν τον με αριθμό ...
κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, στον οποίο κατέθεταν από κοινού χρήματα προερχόμενα από την προαναφερθείσα δραστηριότητα τους και κυρίως από την πώληση διαμερισμάτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 11- 1-1995 ο ως άνω λογαριασμός εμφάνιζε ως υπόλοιπο το ποσό των 4.507.675 δρχ.
Κατά την ως άνω ημερομηνία ο εναγόμενος έσπευσε και ανέλαβε το ποσό των 4.500.000 δρχ. από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, αφήνοντας στο λογαριασμό ως υπόλοιπο το ποσό των 7.675 δρχ., χωρίς να προηγηθεί κάποια συνεννόηση με τον ενάγοντα, ενεργήσας με υπαιτιότητα αντισυμβατικά κατά την ανάληψη του ποσού του ανωτέρω κοινού λογαριασμού.
Επομένως.....ο ενάγων, ως συνδικαιούχος του ως άνω κοινού λογαριασμού, μετά την ανάληψη του κατατεθέντος ποσού των 4.500.000 δρχ. από τον εναγόμενο, απέκτησε κατ’ αυτού ευθέως από τον νόμο το δικαίωμα να αξιώσει το ήμισυ του αναληφθέντος ποσού, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε πολλώ δε μάλλον δεν απέδειξε διαφορετική ρύθμιση της εσωτερικής σχέσης των διαδίκων σχετικά με το δικαίωμα τους στο προϊόν των κοινών αυτών λογαριασμών και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 2.250.000 δρχ., από το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 7.675 δρχ., το οποίο ανέλαβε ο ενάγων και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 2.246.162 δρχ.
και ήδη 6.591,82 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατά το χρόνο ανάληψης του ως άνω ποσού δεν ήταν συνδικαιούχος του εν λόγω κοινού λογαριασμού. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς, όπως αποδεικνύεται από το από 25-9-2009 έγγραφο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", το οποίο υπογράφεται από τους υπαλλήλους της Ε. Β. και Α. Π., ο ενάγων στις 11-1-1995 ήταν συνδικαιούχος του επίδικου λογαριασμού. Το γεγονός αυτό δεν αναιρείται εκ του προσκομιζόμενου μετ’ επικλήσεως από τον εναγόμενο αντιγράφου του βιβλιαρίου τραπέζης, στο οποίο φαίνεται ως δικαιούχος ο εναγόμενος, καθώς τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι συνδικαιούχος ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ο ενάγων.
Τα ως άνω ενισχύονται και από την από 12-5-2005 ένορκη βεβαίωση της Β. Σ., συζύγου του εναγομένου, καθώς και από την ένορκη κατάθεση της ιδίας στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας, η οποία περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθμ. 85/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νικαίας, στις οποίες (καταθέσεις) ουδόλως αναφέρει ότι η ίδια ήταν συνδικαιούχος του επίδικου λογαριασμού, αλλά τουναντίον καταθέτει ότι οι διάδικοι το έτος 1995 αποφάσισαν να σταματήσουν τη συνεργασία τους και να μοιράσουν μεταξύ τους τα χρήματα του κοινού λογαριασμού, και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος ανέλαβε από τον ως άνω λογαριασμό το ποσό των 4.500.000 δρχ.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αμφισβήτησης της γνησιότητας του προσκομιζόμενου από τον ενάγοντα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 25-9-2009 εγγράφου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." είναι απορριπτέος ως αόριστος και τούτο διότι, η αμφισβήτηση της γνησιότητας πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις....
ούτε ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει ή δεν εκδόθηκε έγγραφο ή ότι το περιεχόμενο του δεν είναι αληθές.....Επομένως, ενόψει των προαναφερομένων, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 6.591,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένης της επίδοσης της αγωγής...".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την 53/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νικαίας ,η οποία είχε αποφανθεί αντιθέτως, δέχθηκε την από 25-6-2007 αγωγή του τελευταίου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 6.591,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του από τον κοινό μεταξύ των διαδίκων τραπεζικό λογαριασμό, ο αναιρεσείων ανέλαβε το συνολικό ποσό των 4.500.000 δραχμών ,χωρίς από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση να προκύπτει δικαίωμα αυτού σε ποσό μεγαλύτερο του ημίσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου παρ.1 και 2 του ν.5368/1932 ,όπως ισχύει ενώ το αποδεικτικό του πόρισμα έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής.
‘ Όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ.6 λόγω "ανύπαρκτης" αιτιολογία είναι αβάσιμα. Η περιεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση για αντιφατική αιτιολογία είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύει σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις.
Επισημαίνεται, ότι η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19 (και 560 αριθμ. 6) αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε ορισμένη ή αόριστη(ΑΠ509/2015)).Επομένως, η με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υπό στοιχείο Β ,επίκληση της ίδιας, από το άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί αοριστίας του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αμφισβήτησε την γνησιότητα του από 25-9-2009 εγγράφου της τραπεζικής εταιρίας "...
ΤΡΑΠΕΖΑ",είναι απαράδεκτη. Ο αναιρεσείων εξάλλου, με ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου αλλά και του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησής του, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αφού εκθέτει σε θεωρητικό επίπεδο την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1,2 και 3 του ν.5638/1932 και αυτών των άρθρων 444εδ.3, 448παρ.2 και 529(και όχι 259 όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) παρ.2 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι λόγω παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και διδαγμάτων κοινής πείρας οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένη κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφενός λόγω αοριστίας, εφόσον ουδεμία αναφορά συγκεκριμένου νομικού σφάλματος εκθέτει ο αναιρεσείων κατά την ερμηνεία και την υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης στις ανωτέρω διατάξεις του ν.5638/1932 (οι διατάξεις των άρθρων 444 και 448 και 529ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και δεν προσβάλλονται παραδεκτά με τον αναιρετικό αυτό λόγο), ούτε και διδάγματα κοινής πείρας που παρεβίασε, αφετέρου δε, διότι, με επίφαση την ανωτέρω πλημμέλεια επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(αρθρ.495αριθμ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου(αρθρ.176,183ΚΠολΔ),όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2016 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της 301/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ,τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ