Supreme Court annuls lower court acquittal due to contradictory reasoning on objective and subjective elements of the crime.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the acquittal by the Three-Member Court of Assizes in Chania, ordering a new trial before different judges. The lower court incorrectly concluded that the defendant committed the crime of tax evasion by failing to prove the objective element of inability to pay, while simultaneously relying on the same facts to deny subjective intent (dolus). The Court found this reasoning contradictory and legally flawed, as the acquittal lacked a consistent basis regarding either the objective or subjective elements of the offense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505(2), 479(2), 510(1) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must annul a lower court's acquittal if the judgment contains contradictions between its findings on the objective and subjective elements of the crime, thereby depriving the decision of a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1927 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1927/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 198/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.
Με κατηγορούμενο τον Ε. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μανουηλία - Ελευθερία Ζουλάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 10/6-4-2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τhν πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3, (όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2521/1007 και τα δύο τελευταία εδάφια της προστέθηκαν με το άρθρο 10 του ν. 4274/2014), του αυτού δικαστηρίου προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής, καταδικαστικής, παρεμπίπτουσας αποφάσεως, καθώς και αυτών που παύουν οριστικά την ποινική δίωξη, που κηρύσσουν απαράδεκτη αυτήν , που απορρίπτουν ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα, εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποιήσεως αυτού με το άρθρ. 3 παρ. 1Ν. 3943/2011, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 επέρχονται τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών και, ειδικότερα: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.
και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους, (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το 1.000.000 δραχμές (ή 3.000 ευρώ), που ίσχυε προηγουμένως, στα 10.000 ευρώ.
Σύμφωνα με την εκτεθείσα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος, ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη, που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος.
Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρ. 26 παρ. 1 Π.Κ., προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, η ύπαρξη αυτού δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τ]ς ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).Η αδυναμία καταβολής του χρέους για λόγους αντικειμενικούς, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος, έτσι ώστε και σε περίπτωση, ουσιαστικής βασιμότητας της, να εξουδετερώνει την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, αλλά αποτελεί στοιχείο αναιρετικό της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος δηλαδή του δόλου του υποκειμένου(υπαιτίου) του εγκλήματος και αυτό μόνο στην περίπτωση κηρύξεως αυτού (υπαιτίου) σε κατάσταση πτωχεύσεως ή θέσης της επιχείρησης του υπό εκκαθάριση, διότι στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει μια ιδιότυπη σύγκρουση καθηκόντων, κυρίως εν όψει του γεγονότος, (στην κατάσταση πτωχεύσεως και θέσης της επιχείρησης υπό εκκαθάριση), ότι η καταβολή μετά την παύση των πληρωμών, συνιστά υπό όρους πτωχευτικό αδίκημα.
Περαιτέρω το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 του ν. 4321/2015, (ΦΕΚ Α 32/21-3-2015), και τα ποσά που όριζε στις περιπτώσεις α! και β! αναπροσαρμόσθηκαν με τη παρ. 2 του άρθρου 71 παρ. 2 του ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, (ΦΕΚ Α 129/17-10-2015) με τα οποία ορίζεται "όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός τουλάχιστον έτους εφ’ όσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό" των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ" β) τριών τουλάχιστον ετών, εφ’ όσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό "των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 198/2015 αθωωτικής αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος στο προοίμιο του σκεπτικού της, (έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:
"Στην προκείμενη περίπτωση από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου και την υπόλοιπη γενικά συζήτηση της υπόθεσης, δεν αποδείχθηκε ότι στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Ε.
Κ. του Γ., πατέρας 2 ανήλικων τέκνων, ηλικίας 7 και 4 ετών, με την ιδιότητα του ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." μια εταιρίας με αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία ειδών γραφικής τέχνης, με έδρα τα ..., δεν προέβη στην πληρωμή χρεών στο Δημόσιο, όπως αναφέρονται αυτά στο σχετικό πίνακα χρεών.
Ωστόσο, τα ταμειακώς βεβαιωμένα χρέη που αναφέρονται στον ως άνω πίνακα χρεών προέκυψαν επειδή ο κατηγορούμενος δεν είχε την αντικειμενική δυνατότητα να καταβάλλει τα συγκεκριμένα ποσά, τελώντας σε πραγματική, διαρκή και αντικειμενική προς τούτο αδυναμία, καθώς η οικογενειακή του επιχείρηση, εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης και της απρόβλεπτης αντιστροφής του οικονομικού κλίματος στη χώρα και της συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών, αναγκαζόταν να πωλεί επί πιστώσει με αποτέλεσμα για το οικονομικό έτος 2012 να έχει ζημίες ύφους 22.623,14 ευρώ και το οικονομικό έτος 2013 ζημίες ύψους 55.790,03 ευρώ, όπως προκύπτει από τις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του ως άνω νομικού προσώπου.
Εξέδιδε, δηλαδή, τα προσήκοντα φορολογικά στοιχεία, τα τιμολόγια, στα οποία εμφανίζονται οι πωλήσεις, όπου στα παραστατικά (τιμολόγια) έχει χρεωθεί και επιρριφθεί στην κατανάλωση ο αναλογών ΦΠΑ, εμφανίζεται δηλαδή ως δήθεν παρακρατηθείς, ο αναλογών ΦΠΑ, ο οποίος, εντούτοις, στην πραγματικότητα, δεν εισπράχθηκε (δηλ.
δεν παρακρατήθηκε), αλλά πιστώθηκε, και αυτός, μαζί με το σύνολο του τιμήματος, από τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, αναγνώσθηκαν σωρεία από ακάλυπτες επιταγές πελατών της εταιρίας συνολικού ύψους 56.977,61€ οι οποίες ανάγονται κυρίως στα έτη 2008, 2009, 2011, οπότε δηλαδή και η εταιρεία άρχισε να δημιουργεί ληξιπρόθεσμα χρέη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.
Επίσης, όπως προκύπτει από το ισοζύγιο πελατών από την 1-1-2008 έως την 31-12-2008, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 43.127.15 €, ενώ από το ισοζύγιο πελατών από την 1-1-2009 έως την 31-12-2009, προκύπτει η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 189.527,75 ευρώ και από το ισοζύγιο πελατών από την 1-1-2010 έως την 31-12-2010, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 177.792,73 €, από το ισοζύγιο πελατών από την 1-1-2011 έως την 31-12-2011, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 231.093,50 €, από την 1-1-2012 έως την 31-12-2012, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 207.225,63 ευρώ, από το ισοζύγιο πελατών από την 1-1-2013 έως την 31-12-2013, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 211.360,32 € και από την 1-1-2014 έως την 31-12-2014, η εταιρεία έχει ανείσπρακτες απαιτήσεις από αντισυμβαλλόμενους ύψους 265.369,52 €.
Εντούτοις, ο κατηγορούμενος παρότι δεν εισέπραξε όχι μόνο την καθαρή αξία των φορολογικών στοιχείων, αλλά ούτε και τον ΦΠΑ, έσπευσε να ζητήσει αρμοδίως τη ρύθμιση της οφειλής του, πράγμα που επετεύχθη, εκείνος δε, για κάποιο χρονικό διάστημα, κατόρθωσε να είναι συνεπής, στις, συμφωνηθείσες με την αρμοδία ΔΟΥ, δόσεις.
Συγκεκριμένα, προέβη, όπως προκύπτει από τον με ημερομηνία εκτύπωσης 4-2-2015 πίνακα χρεών του δικαστικού τμήματος της ΔΟΥ ..., στην υπ’ αριθμό .../2009 ρύθμιση, στην υπ’ αριθμό .../2010 ρύθμιση και στην .../2011 ρύθμιση, ενώ ήδη βρίσκεται σε άτυπη ρύθμιση καταβάλλοντας το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../2015 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. .... Εξάλλου, ο κατηγορούμενος προσήλθε οικειοθελώς στη ΔΟΥ ... την 1-7-2012, και κατέθεσε πίνακα με τις επιταγές που έχει λάβει από αντισυμβαλλόμενους, ετών 2009 και 2010, τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι παρέδωσαν στην εταιρεία, κατόπιν έκδοσης από την ομόρρυθμη εταιρεία των προσηκόντων φορολογικών στοιχείων, προκειμένου η ΔΟΥ να προβεί σε κατάσχεση εις χείρας τρίτων, απαιτήσεων ύψους 30.436,38 €.
Άλλωστε, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι και η υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος δεν πληρούται, καθώς σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε ότι δόλος του κατηγορουμένου ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται, αφού οι προσπάθειές του να πληρώσει την οφειλή του, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω, ήταν συνεχείς, υπαρκτές και όχι υποκριτικές, ενώ ως επιχειρηματίας εφάρμοσε όλους τους κανόνες συνετούς άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αλλά δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις λόγω των γενικότερων δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
Εξάλλου, από την όλη αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος δύναται να χαρακτηρισθεί ως αμελής ή δύστροπος φορολογούμενος. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το σχετικό έγκλημα, έτσι όπως διαπλάθεται στο νόμο (βλ. Η αδυναμία του οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του και η επίδρασή της στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της μη εμπρόθεσμης καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, Θ.
Σάμιος, Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας, τεύχος 1511, 2013, σελ. 483), είναι έγκλημα ουσιαστικό και όχι τυπικό η, υπό τους όρους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλλει εμπρόθεσμα την οφειλή του έναντι του Δημοσίου συνιστά λόγο βάσει του οποίου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να αχθεί σε αθωωτική κρίση".
Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στα ..., το χρονικό διάστημα από 30-9-2009 έως 1-7-2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει του, δεν προέβη στη πληρωμή βεβαιωμένων στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία χρεών προς το δημόσιο, η οποία αφορούσε διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα , στον πιο πάνω τόπο και χρόνο με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της εταιρείας με τη επωνυμία "... Ο.Ε.’ ‘ , με έδρα τα ..., δεν προέβη στην πληρωμή χρεών στο Δημόσιο, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. (Β’ -Α’ ) ... (Αρ. Ειδ. Βιβλίου ...2012) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής τη με αριθ.
πρωτ. ...2012, αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., συνολικού ποσού, 185.876,80ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, όπως λεπτομερώς αναφέρονται οι ημερομηνίες βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, τα ποσό και το είδος του κάθε χρέους, ο τρόπος πληρωμής, ο αριθμός των ληξιπροθέσμων δόσεων και οι ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης στο συνημμένο πίνακα της Δ.Ο.Υ. (Β’ -Α’ ) ... , που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος".
Στη συνέχεια του διατακτικού της παρατίθεται επισυναπτόμενος ο πίνακας. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Xανίων, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 δ! του ν. 1882/1990, ως ισχύει με τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις του, διέλαβε πλέον των στοιχείων που απαιτούνται για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού, ως ειδικά αναλύθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη και ένα πρόσθετο στοιχείο, ήτοι την αντικειμενική αδυναμία πληρωμής του αναιρεσιβλήτου-κατηγορουμένου, στην οποία και στήριξε την αποφατική της κατηγορίας δικαιοδοτική του κρίση.
Ειδικότερα διέλαβε στο σκεπτικό του, ότι ..."δεν αποδείχθηκε ότι στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος". Ακολούθως, αιτιολόγησε την ως άνω παραδοχή του, διαλαμβάνοντας ότι: "τα ταμειακώς βεβαιωμένα χρέη, που αναφέρονται στον πίνακα χρεών προέκυψαν επειδή ο κατηγορούμενος δεν είχε την αντικειμενική δυνατότητα να καταβάλλει τα συγκεκριμένα ποσά τελώντας σε πραγματική, διαρκή, και αντικειμενική αδυναμία διότι λόγω της οικονομικής κρίσης και της συρρίκνωσης των εργασιών της εταιρείας της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος, αναγκάσθηκε να πωλεί επί πιστώσει και είχε ανείσπρακτες οφειλές "Δηλαδή δέχθηκε ότι, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος, δεν πρέπει να υφίσταται αντικειμενική αδυναμία πληρωμής του βεβαιωμένου χρέους του οφειλέτη, το οποίο στοιχείο αρμόζει σε ισχυρισμό αρνητικό του δόλου αυτού (οφειλέτη).
Στη συνέχεια διέλαβε την εξής παραδοχή "άλλωστε, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι και η υποκειμενική υπόσταση του του ως άνω εγκλήματος δεν πληρούται καθώς σε καμία περίπτωση δεν προέκυψε δόλος του κατηγορουμένου". Με την επικουρική αυτή όμως παραδοχή, στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση και νόμιμης βάσης καθόσον, στο πόρισμα αυτής έχει εμφιλοχωρήσει ασάφεια και αντίφαση ως προς την απαλλακτική κρίση του δικαστηρίου, σε σχέση με την έλλειψη της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αν δηλαδή η κρίση του εχώρησε λόγω έλλειψης δόλου ή λόγω μη συνδρομής στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού, δεδομένου ότι την απαλλακτική του κρίση και για το ένα σκέλος και για το άλλο στηρίζει περίπου τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η υπ’ αρ. 10/6-4-2015 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 198/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ