Legislator Case Law & Legislation
1927/2014 AI generated

1927/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1927/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1927/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με ίδιο δικόγραφο προσεπικάλεσε στη δίκη σε αναγκαστική παρέμβαση το δικαιοπάροχό της, πωλητή του επιδίκου, Δ. Φ. ως δικονομικό εγγυητή, ενώνοντας στην προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως και ζήτησε να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη προς υποστήριξή της και σε περίπτωση ήττας της να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει ότι υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα.

Keywords

AI generated
register of polluted sites gas appliances acidification of the environment landfill zone compliance with technical standards degree of pollution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1927 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1927/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μιχελάκη - Αλεξιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Γ., κατοίκου ... και 2)Δ. Φ. που εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σούλη και ο δεύτερος από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α)την από 17-6-2008 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, β)την από 22-12-2008 ανταγωγή και ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και γ)την από 16-3-2009 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5381/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2941/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Γ. άσκησε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αγωγή με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος την αμετάκλητη αναγνώρισή του ως κυρίου του επιδίκου ακινήτου, στα πλαίσια προγενέστερης δίκης μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, καθώς και ότι αυτή παρανόμως, κατέχει τούτο και το νέμεται, να υποχρεωθεί στην απόδοση αυτού, διαφορετικά στην περίπτωση αδυναμίας απόδοσης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει αποζημίωση, που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του επιδίκου, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της στην απόδοση των ωφελημάτων που απέκτησε ως κακής πίστεως νομέας, διαφορετικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η εναγομένη-αναιρεσείουσα άσκησε κατά του παραπάνω ενάγοντος ανταγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενη τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1010 ΑΚ (ανοικοδόμηση κατά ένα μέρος σε γειτονικό ακίνητο) και εφ' όσον γίνει δεκτό το αγωγικό αίτημα περί αποδόσεως του επιδίκου, να επιδικασθεί σ' αυτήν η κυριότητα τούτου με την καταβολή αποζημιώσεως.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με ίδιο δικόγραφο προσεπικάλεσε στη δίκη σε αναγκαστική παρέμβαση το δικαιοπάροχό της, πωλητή του επιδίκου, Δ. Φ. ως δικονομικό εγγυητή, ενώνοντας στην προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως και ζήτησε να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη προς υποστήριξή της και σε περίπτωση ήττας της να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει ότι υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα.

Ο προσεπικληθείς δικαιοπάροχος άσκησε με ίδιο δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο 1) δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο στην απόφασή του χρηματικό ποσόν, ως αποζημίωση λόγω αδυναμίας απόδοσης αυτού, καθώς και για τα ωφελήματα που απέκτησε ως κακής πίστεως νομέας και 2) δέχθηκε κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα περί αποζημιώσεως αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του δικονομικού της εγγυητή 3) απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως μη νόμιμη των ανταγωγή και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την πρόσθετη παρέμβαση.

Επί των εφέσεων που ασκήθηκαν από τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις.

Επειδή κατά το άρθρο 82 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς ότι η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης πρέπει να επιδίδεται και προς τον προσθέτως παρεμβάντα υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους, για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και ασκεί τα δικαιώματά του, αφού αυτός είναι διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, Δ. Φ., ενώ δεν έπρεπε, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε να στραφεί και κατ' αυτού, πλην όμως το γεγονός τούτο εκτιμάται ως κλήση του στην προκειμένη δίκη, στην οποία αυτός νομίμως παρίσταται και ζητάει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του, με την αναιρεσείουσα. Σημειώνεται ότι με την αναίρεση δεν προσβάλλεται η εφετειακή απόφαση ως προς την παραδοχή της, με την οποία έγινε δεκτή η σωρευόμενη με την προσεπίκληση του προσθέτως παρεμβάντος αγωγή αποζημιώσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 ΑΚ ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδα ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος των ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνον αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097 και 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος).

Η αξίωση αυτή του κυρίου για αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται στην απόφαση του δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος. Περαιτέρω ωφελήματα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 ΑΚ).

Επομένως ωφέλημα είναι κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη την οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.

Εξάλλου κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, Στην παράγραφο της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθραα1096-1100 ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Περαιτέρω με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 ΑΚ παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό οι αξιώσεις μισθών, παντός είδους καθυστερούμενων προσόδων κλπ. τέλος παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Ο ενάγων έχει καταστεί κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτικού ακινήτου το οποίο βρίσκεται στη θέση ........

Τμήμα του παραπάνω αγρού, εκτάσεως 2.940,80 τ.μ. που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του ακινήτου του, ο ενάγων πληροφορήθηκε κατά το έτος 1996 ότι ο Δ. Φ. πώλησε και μεταβίβασε στην εναγομένη εταιρία κατά το ίδιο έτος, Ειδικότερα, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Ελευσίνας Ευαγγελίας Πηλιχού, που μεταγράφηκε νόμιμα ......., ο Δ.

Φ. πώλησε και μεταβίβασε στη ΔΕΠΑ, δικαιοπάροχο της εναγομένης, ....... Στην αγορά της ευρύτερης έκτασης η εναγομένη προχώρησε προκειμένου να επιτύχει την έγκαιρη κατασκευή και εγκατάσταση μετρητικών και ρυθμιστικών σταθμών πιέσεως φυσικού αερίου, σε εκτέλεση της συμφωνίας κατασκευής αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου μήκους 512 χιλιομέτρων, που το μήνα Δεκέμβριο του 1990 είχε υπογράψει η δικαιοπάροχος της ΔΕΠΑ ΑΕ, και, ενόψει του ότι οι διαδικασίες αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του ΝΔ 797/1971 και η επιβολή περιορισμών κυριότητας, κατά τις διατάξεις του ειδικώς για την εταιρία ΔΕΠΑ ΑΕ ισχύοντος ν. 1929/1991, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε, ήταν ιδιαιτέρως χρονοβόρες.

Έτσι αμέσως μετά την αγορά της πιο πάνω έκτασης, ήτοι και επί ίου επιδίκου, η δικαιοπάροχος της εγκαταστάθηκε σ αυτήν, περί 6ε το μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, άρχισε να εκτελεί εργασίες κατασκευής κτιρίων για τη στέγαση μετρητικού -ρυθμιστικού σταθμού πιέσεως του εθνικού συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου και άλλων συναφών εγκαταστάσεων.

Μετά την έναρξη των εργασιών εκσκαφής, ο ενάγων πληροφορήθηκε την αποβολή του από το τμήμα της ιδιοκτησίας του και άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 23.10.1996 και με αριθμό κατάθεσης 170/1996 αίτηση του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινώς νομέας του εν λόγω εδαφικού τμήματα και να υποχρεωθεί η εταιρία "ΔΕΠΑ ΑΕ" να διακόψει τις εργασίες και να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 386/1996 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτήν, οπότε η εταιρία "ΔΕΠΑ ΑΕ" προέβη στην ανέγερση επί της συνολικής εκτάσεως, ήτοι και επί του επιδίκου τμήματος, των άνω αναφερομένων εγκαταστάσεων, που άρχισαν να λειτουργούν από το έτος 1998. Από το έργο αυτό τροφοδοτείται ο Νομός Αττικής και δεδομένου ότι υπάρχει στο επίδικο σύστημα σωληνώσεων υπέργειων και υπόγειων και ηλεκτρικών και μετρητικών εγκαταστάσεων, κρίνεται αδύνατη η διάσπαση τμήματος αυτών και κατ' ακολουθίαν ανέφικτη η απόδοση του επιδίκου στον ενάγοντα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε πλήρως ότι αμέσως μόλις ο ενάγων πληροφορήθηκε την παραπάνω πώληση, άσκησε κατά της αγοράστριας ΔΕΠΑ ΑΕ, εκτός από την άνω απορριφθείσα αίτηση, και την από 28-7-1996 και με αύξ. αριθμ. καθ. 7390/1996 αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητος του επί του επιδίκου τμήματος του αγρού.

Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη εταιρία στις 10-9-1996. όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. Ρ.. Η εν λόγω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στις 4-3-1997, συνεκφωνηθείσα και συνεκδικασθείσα με την 4-10-1996 προσεπίκληση με αγωγή αποζημίωσης της ΔΕΠΑ ΑΕ κατά του Δ.

Φ. (αρ. καταθ. 8644/1996) και την από 14-1-1997 πρόσθετη παρέμβαση του τελευταίου υπέρ της εναγομένης. Επί των ως άνω δικογράφων ........ εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5134/2004 οριστική απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου τμήματος. Με την υπ' αριθμ. 7002/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες κατά της πιο πάνω απόφασης εφέσεις της εναγομένης και του Δ.

Φ.. Ο ενάγων, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, επέδωσε στην εναγομένη στις 28.11.2005 εξώδικη γνωστοποίηση - δήλωση -πρόσκληση, όπως προκύπτει από την υπ αριθμόν ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Με την εξώδικη αυτή με την οποία της κοινοποίηση συγχρόνως και την αμέσως πιο πάνω απόφαση, την κάλεσε να του γνωστοποιήσει τη θέση της σχετικά με την εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, άλλως με την αποζημίωση του για την παράνομη κατάληψη της ιδιοκτησίας του.

Επί της εξωδίκου αυτής, η εναγομένη ουδέν απήντησε, ενώ, στη συνεχεία, τόσο αυτή όσο και ο Δ. Φ. κατέθεσαν κατά των παραπάνω αποφάσεων αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ αριθμούς 2100/2007 και 2101/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν αυτές. Έχει, επομένως, ήδη αναγνωρισθεί αμετακλήτως η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος, το δε δεδικασμένο που παρήχθη από αυτές δεσμεύει και το Δικαστήριο τούτο, καθόσον από την τελεσίδικη κρίση του αναγνωριστικού αιτήματος παράγεται δεδικασμένο για την καταψηφιστική δίκη, που ακολουθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο δικαίωμα.

Η εναγομένη "ΔΕΠΑ Α.Ε." στην οποία το Δεκέμβριο 1988 εκχωρήθηκε το εν λόγω, χρηματοδοτούμενο, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έργο του φυσικού αερίου και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σχετική σύμβαση, μετά την κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς την 17.2.1996 άρχισε να νέμεται καλόπιστα το επίδικο.

Μετά την επίδοση όμως της προαναφερόμενης αναγνωριστικής αγωγής του ενάγοντος στις 10-9-1996 εκείνη έλαβε γνώση της εμπράγματης αξίωσης του ενάγοντος, οπότε από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής η ευθύνη της εξομοιώθηκε με εκείνη του κακόπιστου νομέα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχική νομική σκέψη, αφού, μετά την άνω επίδοση, όφειλε τουλάχιστον αυτή να λάβει υπόψη της το ενδεχόμενο της κατ' ουσίαν παραδοχής της αγωγής και να μην ενεργεί επί του επιδίκου σε πλαίσια απόλυτης φυσικής εξουσίασης αυτού, σε έκταση τέτοια που πηγάζει μόνο από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, γεννάται υπέρ του ενάγοντος αξίωση εις βάρος της προς αποζημίωση από την επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής και για το ακόλουθο διάστημα....... . Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο, δεν είναι ούτε βιομηχανική ούτε αστική ζώνη, οι χώροι υγειονομικής ταφής απορριμμάτων ...

βρίσκονται σε απόσταση 800-1000 μέτρων από αυτό, επί ακινήτων δε στην ίδια περιοχή, που έχουν πωληθεί σε μεγάλες εταιρίες, έχουν ανεγερθεί αποθηκευτικοί χώροι, ........ Έτσι, η αξία του επιδίκου κατά τον επίμαχο χρόνο (10-9-1996) ανερχόταν σε 50 ευρώ ανά τμ και συνολικά σε (50 χ 2.940,80 =) 147.040 ευρώ ..........

Συνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία η τιμή των 50 ευρώ ανά τμ θεωρείται εύλογη για το κρίσιμο διάστημα, η δε κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης δεν αναιρεί τα ανωτέρω διότι το μόνο στοιχείο που επικαλείται ως ενισχυτικό της μικρότερης αξίας, είναι η πώληση το έτος 1996 από το Δ. Φ. στην ΔΕΓΙΑ ΑΕ της συνολικής έκτασης των 26.7000 τμ αντί δηλούμενης αξίας και προσωρινά εκτιμηθείσης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ, 197.547.360 δραχμών ή 579.742 ευρώ, ήτοι αντί 21,7 ευρώ ανά τμ, τιμή που όμως είναι προφανώς μικρότερη της πραγματικής, βάσει και των ανωτέρω συγκριτικών στοιχείων.

Η εναγομένη ΔΕΠΑ ΑΕ την διαδέχθηκε η ΔΕΣΦΑ ΑΕ, εφόσον έκανε χρήση του επιδίκου υποχρεούται, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται ανωτέρω, στην καταβολή ενάγοντα αποζημίωσης ίσης με τη δαπάνη που εξοικονόμησε εκείνη από μίσθωση άλλου παρομοίου με το επίδικο ακινήτου για την ίδια χρήση ήτοι για την εγκατάσταση και λειτουργία μετρητικών - ρυθμιστικών σταθμών τροφοδοσίας φυσικού αερίου.

Η υποχρέωση της γεννήθηκε, όπως ελέχθη ανωτέρω, από την επίδοση της πρώτης αναγνωριστικής αγωγής του ενάγοντος, οπότε και έλαβε γνώση ότι η κυριότητα επί του επιδίκου αμφισβητείται, και μάλιστα βασίμως, καθόσον εναντίον της ασκήθηκαν τέσσερις ακόμη αγωγές αναγνώρισης κυριότητας από άλλους ιδιοκτήτες ομόρων προς το επίδικο ακινήτων, ..........

Τα ωφελήματα που καρπώθηκε από τη χρήση του επιδίκου που αντιστοιχούν στα μισθώματα που θα κατέβαλλε η εναγομένη για την αιτία αυτή, ανέρχονται, με βάση τα ίδια ως άνω προσδιοριστικά της μισθωτικής αξίας γεγονότα, στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενο κατά 10% ανά διετία. Έτσι συνολικά, οφείλει η εναγομένη στον ενάγοντα ..........το ποσό των 183.713,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Η συνολική οφειλή της εναγομένης ανέρχεται επομένως σε (147.040 + 183.713,43 Ε =) 330.753,43 Επί πλέον τους νόμιμους τόκους αυτού από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1096, 1097, 1098,1100, 250 αρ. 17 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε ση νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της ευθείας παραβίασης και των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 περδ του Ν.2364/1995, 1, 6 παρ. 1 περ.α, 7 του Ν. 3428/2005, 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 33/2006, 4 παρ. 1 του Ν.1929/1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Ν.3335/2005, που αφορούν στον περιορισμό της κυριότητας των ακινήτων από τα οποία διέρχεται ο αγωγός φυσικού αερίου, χάριν του γενικού συμφέροντος, που εξυπηρετεί η εγκατάσταση και η λειτουργία του, για τους οποίους περιορισμούς καθορίζεται διοικητικώς αποζημίωση, με δυνατότητα προσφυγής του κυρίου στα δικαστήρια για τον καθορισμό αυτής, όταν δεν ικανοποιούνται από την αποζημίωση που καθόρισε στα πλαίσια του διοικητικού καθορισμού αυτής ο οικείος Νομάρχης.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες καθ' όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ελλείψει άλλωστε και σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραπάνω παραδοχές του. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 12/2000).

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ανταγωγής που άσκησε η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δε έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γιαυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δε διατύπωσε, αλλά απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ή τον κρίσιμο αυτοτελή ισχυρισμό ως μη νόμιμο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρους αυτού, που διατυπώνεται επικουρικώς σε σχέση με τον προαναφερόμενο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, που απέρριψε την ανταγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για το ουσιώδες αυτό ζήτημα.

Επειδή για την άσκηση της αναίρεσης, όπως και για κάθε κατ' ιδίαν λόγο αυτής ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68, 556 Κ.Πολ.Δ.), που ανάγεται σε αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, και ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη από τα στοιχεία της δικογραφίας.

Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτού κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προσβαλλομένη απόφαση και από τη βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή, επιδιώκεται δε με την άσκηση της αναίρεσης η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον τελευταίο συνέπειας. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού τους περί αοριστίας της επικουρικής βάσης της αγωγής, που θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος να τον προβάλλει, αφού η επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε με τη προσβαλλομένη απόφαση, το αποδιδόμενο δε σφάλμα του δικαστηρίου δε συνδέεται με βλαπτικό για την αναιρεσείουσα διατακτικό της αποφάσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ. τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176-182 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή, Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας.

Επομένως η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα δε συνιστά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του ανθρώπου.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε που την καταδίκασε, ως ηττηθείσα διάδικο στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, ποσού 10.000 ευρώ, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης, καθ' όσον η καταδίκη αυτή στα δικαστικά έξοδα δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, είναι απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί των δικαστικών εξόδων είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και δεν ενέχει περιορισμό του δικαιώματος της, αναιρεσείουσας για δίκαιη δίκη και για το σεβασμό της περιουσίας της. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ως ηττηθείσα διάδικος (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΔΕΣΦΑ Α.Ε., περί αναιρέσεως της 2941/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη του προσθέτως παρεμβάντος Δ. Φ...

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ