Legislator Case Law & Legislation
1927/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court dismissal of annulment of forced execution due to insufficient reasoning.

Case Number 1927/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of an annulment action. The appellant argued the lower court failed to specify which payments were accepted for debt offsetting, rendering its reasoning insufficient under Article 559 of the Civil Procedure Code. The Court held that the appeal court's failure to identify specific offsetting payments prevented a valid review of Article 416 of the Civil Code, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 416 of the Civil Code; The Supreme Court ruled that an appeal court decision is subject to annulment if it fails to sufficiently identify factual circumstances required for applying the law, thereby rendering the legal reasoning inadequate for appellate review.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning annulment of execution debt offsetting appellate review remand for retrial Civil Procedure Code legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Civil Procedure Code
Article 416 of the Civil Code
Article 422 of the Civil Code
Article 561 no. 21 of the Civil Procedure Code
Article 580 no. 3 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1927 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1927/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιλίση.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Θεοτοκάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15746/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2503/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου, την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 73/2-3-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2503/18-9-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 21 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 46395/17-11-2005 ανακοπή εδιώκετο από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα η ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επέσπευδε σε βάρος της ο καθού και ήδη αναιρεσίβλητος με εκτελεστό τίτλο το 2751/1995 συμβόλαιο της συμ/φου Κιλκίς Ασημένιας Γεωργούση.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 15746/2006 απορριπτική αυτής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1980/16-5-2006 έφεση της ανακόπτουσας, η 2503/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα: Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι, εναγόμενος ο οφειλέτης προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση τούτου με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι αναγκαίο ν' αποδείξει και ότι η καταβολή αυτή αφορά το επίδικο χρέος. Μόνον αν ο δανειστής - ενάγων αντιλέγει, με αντένσταση ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά όχι το επίδικο αλλά άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, οπότε υποχρεούται ο μεν δανειστής ν' αποδείξει, μετά την άρνηση του οφειλέτη, την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δε οφειλέτης με επαντένσταση, ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαιτήσεως πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Από την διάταξη αυτή, που αποσκοπεί με το απαράδεκτο, το οποίο προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως και στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση εκτελέσεώς τους, και στη μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταποδείξεως του καθού η ανακοπή, προκύπτει ότι άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της επικαλούμενης απαιτήσεως ισχυρισμών, μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ άμεση απόδειξη καλύπτουν τα ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία φέρουν την υπογραφή του εκδότη τους και αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταποδείξεως (ΚΠολΔ 443 - 445).

Τέλος, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν την δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ή τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι.

Οι συμφωνίες αυτές είναι έγκυρες αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσκρούουν στη δημόσια τάξη. Κατά τις ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως "Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν δεν αποδείχθηκε καταβολή και απόσβεση της επίδικης απαίτησης.

Συγκεκριμένα, από το, υπ' αριθμ. 2751/1995 συμβόλαιο πώλησης, εκτελεστό τίτλο της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκύπτει ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η εξόφληση του τμήματος που ήταν καταβλητέο μέχρι την 30-12-1997 θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον από εξοφλητική απόδειξη του εργολάβου (εφεσίβλητου) ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθήκης και Δανείων, αποκλείστηκε δε κάθε άλλο μέσο απόδειξης ακόμη και ο όρκος, επιπλέον δε αναγνωρίσθηκε στην ανακόπτουσα το δικαίωμα αυτοσύμβασης της υπογραφής εξοφλητικής πράξης .

με την προϋπόθεση ότι θα προσκόμιζε στην συμβολαιογράφο τα σχετικά έγγραφα, τέτοια έγγραφα ούτε επικαλείται αλλά ούτε και προσκομίζει η εκκαλούσα. Εξάλλου, από την κίνηση των τραπεζικών βιβλιαρίων και των αποδείξεων είσπραξης που εκδόθηκαν από τις πληρώτριες τράπεζες, καθώς και από τις αποδείξεις είσπραξης που προσκομίζει η εκκαλούσα, επικαλούμενη τμηματικές καταβολές δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε αυτές προς εξόφληση της επίδικης απαίτησης.

Επιπλέον, τα έγγραφα αυτοί δεν είχαν εκδοθεί από τον εφεσίβλητο - καθού η ανακοπή και συνεπώς δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την έννοια του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός της έφεσης και πρέπει ν' απορριφθεί". Η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την διατύπωση της αιτιολογίας της ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα προέβη στις επικαλούμενες καταβολές για την εξόφληση της επίδικης απαιτήσεως, παραλείπει παντελώς να προσδιορίσει τις καταβολές που δέχεται ότι πραγματοποιήθηκαν και επιπρόσθετα την απαίτηση σε απόσβεση της οποίας έγιναν και ειδικότερα αν αφορούν άλλο χρέος της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, κατά παραδοχή σχετικής περί τούτου αντενστάσεως του τελευταίου ή κατ' αποδοχή του αρνητικού του περί αποσβέσεως της απαιτήσεως λόγου της ανακοπής ισχυρισμού του ότι από τον κοινό αυτού και της αναιρεσείουσας τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο είχε κατατεθεί το τραπεζικό δάνειο ποσού 9.705.000 δρχ., που είχε λάβει η τελευταία, πραγματοποίησε ισόποσης αξίας αναλήψεις για την εξόφληση κατ' αυτής απαιτήσεων των υπαλλήλων της καθηγητών κομμωτικής.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσιβλήτου, που διετύπωσε ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή τους (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), αποτελεί σύνθετη αυτού ομολογία, με ωφέλιμο για εκείνον πραγματικό γεγονός μη αυτοτελές, εκτιμωμένη εντεύθεν ελεύθερα (ΚΠολΔ 350 παρ. 2), η οποία εμπίπτει στο αντικείμενο της επιτρεπτώς συνομολογηθείσης δικονομικής συμβάσεως περί των επιτρεπομένων αποδεικτικών προς βεβαίωση της αποσβέσεως της απαιτήσεως του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλομένη με την ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά είναι αναγκαία για την κρίση της περί μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 416 ΑΚ, ανεπάρκεια τη οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 416 ΑΚ, το οποίο με τον τρόπο αυτό εκ πλαγίου παραβίασε κατά τον βάσιμο περί τούτου πέμπτο λόγο αναιρέσεως.

Η παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης, δι' αυτής αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση τω διατυπουμένων λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής 2503/18-9-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2503/18-9-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκασή της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ