Supreme Court dismisses appeal on interpretation request, ruling it inadmissible due to abuse of right and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the interpretation request of the 885/2005 decision by the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued that the request was an abuse of right, citing the eleven-year delay and the respondent's acceptance of the prior execution. The court rejected this, stating that interpretation does not alter the substantive outcome and the appellants failed to prove the request was abusive or legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 316 K.Pol.D; Art. 281 A.C. Interpretation of a final judgment does not change its operative part, and a request for interpretation filed years after execution is not an abuse of right if it does not seek to overturn the established factual situation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1927 / 2006 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1927/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπύρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Νικολαϊδη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/1989 του ίδιου Δικαστηρίου και 1215/1990 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες επί της οποίας εκδόθηκε η 991/1992 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο αυτό εξέδωσε τις αποφάσεις 914/1993 μη οριστική 909/1994 οριστική. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε εκ νέου ο ήδη αναιρεσίβλητος επί της οποίας εκδόθηκε η 758/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο αναιρεσίβλητος με την από 4-1-2005 αίτηση του ζητά την ερμηνεία της 909/1994 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 885/2005 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 30-1-2006 αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 316 Κ.Πολ.Δ : "Αν απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".
Εξάλλου, ούτε από την παρατεθείσα ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη προβλέπεται κάποιος χρονικός περιορισμός για την υποβολή της σχετικής (περί ερμηνείας αποφάσεως) αιτήσεως. Αφού δε δεν τίθεται τέτοιος περιορισμός από τον Νομοθέτη, δεν είναι επιτρεπτό-κατ΄αρχήν- να τεθεί τοιούτος από τα Δικαστήρια.
Η διαφορετική ρύθμιση, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 110 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999) - και με την οποία θεσπίζεται προθεσμία 60 ημερών από την επίδοση της απόφασης και σε κάθε περίπτωση 3 ετών από τη δημοσίευση της υπό ερμηνεία απόφασης- υπαγορεύεται από τις ιδιαιτερότητες της διοικητικής δίκης και δεν είναι αναλογικώς εφαρμόσιμη στην πολιτική διαδικασία.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες εκθέτουν: ότι, με την υπ΄ αριθμ. 909/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, αναγνωρίσθηκε ότι καθένας εξ αυτών ήταν νομέας ενός οικοπεδικού χώρου και διατάχθηκε η απόδοσή του σ΄ αυτούς από τον αντίδικό τους (αναιρεσίβλητο)' ότι, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, η απόφαση αυτή ερμηνεύθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο βλαπτικό γι΄ αυτούς.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 πλημμέλεια. Κατά λέξιν αναφέρονται τα εξής: "Προβάλλαμε με τις προτάσεις μας ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως.....ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου ως άνευ αντικειμένου και λόγω μη ασκήσεως εμπροθέσμως ανακοπής κατά της ........εκθέσεως αποβολής του και εγκαταστάσεώς μας στα επίδικα οικόπεδα και μη αμφισβητήσεως του (με την έκθεση αυτή) υλοποιηθέντος κοινού ορίου των οικοπέδων μας.....
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά ψευδή ερμηνεία του νόμου, των γενικών κανόνων δικαίου, αλλά και της κατ΄ αναλογία εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 110 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και εσφαλμένης εφαρμογής τους απέρριψε την άνω δια των προτάσεών μας ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως..... λόγω μη ασκήσεως ανακοπής κατά της εκτελέσεως και εκπροθέσμου υποβολής της μετά πάροδο ενδεκαετίας από της εγκαταστάσεώς μας στα επίδικα οικόπεδα και όχι εντός ευλόγου προθεσμίας, με τη μη νόμιμη αιτιολογία, ότι δεν προβλέπεται στο νόμο προθεσμία ασκήσεώς της, ενώ έπρεπε να δεχθεί την ένστασή μας....
και να απορρίψει ως απαράδεκτη την αίτηση του αναιρεσιβλήτου...". Ως έχει ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού είναι ασαφές ποιος είναι ο συγκεκριμένος κανόνας δικονομικού δικαίου με βάση τον οποίο η επίμαχη αίτηση του αναιρεσιβλήτου καθίστατο εκπρόθεσμη, ώστε να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ή - άλλως - ποια νόμιμη προθεσμία έπρεπε να τηρηθεί από τον αναιρεσίβλητο για την υποβολή της αίτησής του.
Περαιτέρω, από την παρατεθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 316 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο ρόλος του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία της αποφάσεώς του περιορίζεται στην επεξήγηση της έννοιας, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και την αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών αυτής, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού.
Από της απόψεως αυτής, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 319 Κ.Πολ.Δ, είναι, κατά τους αριθμούς 15 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναιρετικώς ελεγκτή η τελεσίδικη ερμηνευτική απόφαση, ως προς το αν - υπό το ένδυμα της ερμηνείας - καταλήγει, εναντίον του άρθρου 309 εδάφ. α΄ Κ.Πολ.Δ σε ολική ή μερική ανάκληση της ερμηνευόμενης οριστικής ή, εναντίον των περί δεδικασμένου διατάξεων του Κ.Πολ.Δ, σε αλλοίωση της ουσίας της ερμηνευόμενης τελεσίδικης απόφασης.
Δεν υπόκειται όμως, η εν λόγω απόφαση σε αναιρετικό έλεγχο για σφάλματα της εξενεχθείσης με την ερμηνευόμενη απόφαση κρίσεως, ενώ επίσης αναιρετικώς ανέλεγκτη στην ουσία της είναι και η εκφερόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αληθή έννοια που αυτό, εντός των ορίων του άρθρου 316 Κ.Πολ.Δ, δέχθηκε ότι έχει η ερμηνευόμενη απόφαση.
Στην προκέιμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη θεώρηση των ουσιαστικών παραδοχών της πρώτης (ερμηνευόμενης) και της δεύτερης (ερμηνευτικής) αποφάσεως του Εφετείου καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ τους' απλώς με την δεύτερη απόφαση καθορίζεται - με βάση σταθερά τοπογραφικά στοιχεία, και δη το "σπίτι" του αναιρεσιβλήτου Ψ και την περίφραξη (μάνδρα) που αυτός είχε κατασκευάσει - ο τρόπος μετρήσεως των πλευρών των οικοπέδων των αναιρεσειόντων, ώστε καθένα από αυτά και ιδίως εκείνο της εξ αυτών Χ2, να έχει τις διαστάσεις που όρισε στο διατακτικό της η πρώτη απόφαση.
Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (ερειδόμενο, κατ΄ εκτίμησή, στα εδάφια 15 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με την οποία δια της ερμηνευτικής αποφάσεως "οι κρίσεις της ερμηνευόμενης απόφασης ανατρέπονται, τουτέστιν κρίνονται εκ νέου ανεπίτρεπτα".
Δεν είναι επίσης βάσιμη η εμπεριεχόμενη στο ίδιο λόγο αιτίαση (εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες "ως προς το ζήτημα της θέσης του κοινού ορίου των οικοπέδων της Χ2 και του αναιρεσιβλήτου". Τούτο δε διότι, για τον καθορισμό του επίμαχου ορίου των δύο οικοπέδων, η ερμηνευτική απόφαση (σαφώς και χωρίς αντιφάσεις) λαμβάνει υπόψιν - με βάση τις παραδοχές της ερμηνευόμενης απόφασης - ως σταθερό τοπογραφικό στοιχείο τη θέση της περίφραξης που είχε κατασκευάσει ο ίδιο ο αναιρεσίβλητος.
Έτσι, ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 322 Κ.Πολ.Δ, για την ύπαρξη ουσιαστικού δεδικασμένου, που κωλύει την επανεξέταση του ζητήματος, μία εκ των βασικών προϋποθέσεων είναι η ταυτότητα του αντικειμένου των δύο δικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, "δεν δέχθηκε την ....
ένσταση δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την τελεσίδικη και αμετάκλητη υπ΄ αριθμ. 3030/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5846/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποφάνθηκε αρμοδίως για τη θέση του κοινού ορίου μεταξύ των οικοπέδων της... Χ2 και του αναιρεσιβλήτου, σε δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο δίκης (που αφορά και η άνω αίτηση ερμηνείας του αναιρεσίβλητου)".
Επί του θέματος αυτού από την επισκόπηση των ως άνω αποφάσεων και των αντίστοιχων δικογράφων, προκύπτουν τα εξής: Μετά την έκδοση της 909/1994 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (η οποία, ας σημειωθεί, έλυσε ευρύτερη, διαφορά των διαδίκων), οι ήδη αναιρεσείοντες επέσπευσαν την αναγκαστική εκτέλεσή της. Ο Δικαστικός Επιμελητής κατά την εκτέλεση της απόφασης, εγκατέστησε (την 15-12-1995) την εκ των ήδη αναιρεσειόντων Χ2 σε έκταση μεγαλύτερη από αυτή που θα προέκυπτε, αν ως κοινό όριο του οικοπέδου της με εκείνο του αναιρεσείοντος είχε ληφθεί η προς δυσμάς κατάληξη της κατασκευασθείσης από αυτόν περιφράξεως.
Έκτοτε η ρηθείσα διάδικος άσκησε στην έκταση αυτή τις προσιδιάζουσες σε δικαιούχο πράξεις νομής. Όταν όμως αυτή (κατά το έτος 1998) επιχείρησε να περιφράξει την έκταση αυτή, εμποδίσθηκε από τον αντίδικό της και άσκησε κατ΄ αυτού αγωγή ως υποστάσα "διατάραξη" της νομής της. Με τις ως άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι όντως ο Ψ είχε διαταράξει τη νομή της Χ2, όπως όμως αυτή (δηλαδή η νομή ως πραγματική κατάσταση) είχε διαμορφωθεί με την σχετική έκθεση του Δικαστικού Επιμελητού (κατά το έτος 1995).
Η δίκη όμως για την ερμηνεία της 909/1994 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς αφορά προφανώς το νόημα που καθ΄ εαυτήν είχε αυτή στον χρόνο της εκδόσεώς της, ανεξάρτητα από το νόημα που της προσέδωσε κατά την εκτέλεση ο Δικαστικός Επιμελητής. Κατά συνέπεια, οι δύο δίκες δεν έχουν το αυτό αντικείμενο και ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Επίσης πρέπει οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση - όπως προκύπτει από τις προτάσεις (της 25-5-2005) των αναιρεσειόντων στο Εφετείο - αυτοί προέβαλαν εκεί την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως, εκ μέρους του αντιδίκου των, της επίμαχης αίτησης, βασίζοντας αυτή: (α) στο γεγονός ότι η αίτηση (για ερμηνεία της απόφασης) υπεβλήθη ένδεκα έτη μετά την εκτέλεση της αποφάσεως και την δι΄ αυτής εγκατάσταση των ιδίων στα διεκδικούμενα οικοπεδικά τμήματα με ταυτόχρονη αποβολή του αναιρεσιβλήτου' και (β) στο γεγονός ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος δεν είχε ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά της εκτελέσεως που είχε επισπευσθεί εις βάρος του, πράγμα που - κατά τους αναιρεσείοντες - σημαίνει ότι είχε αποδεχθεί την δημιουργηθείσα με την εκτέλεση κατάσταση.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό η ρηθείσα ένσταση είναι νομικώς αβάσιμη, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος. Τούτο δε, διότι η μεν ερμηνεία της αποφάσεως καθ΄ εαυτήν δεν επάγεται ανατροπή της δημιουργηθείσης (με την εκτέλεση αυτής) καταστάσεως, οι δε "επαχθείς συνέπειες" για τους ενισταμένους (αναιρεσείοντες) δεν είναι ούτε δεδομένες, ούτε σαφώς διατυπωμένες.
Επομένως, απορρίπτοντας το Εφετείο την ένσταση δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της παράβασης κανόνος ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2006, αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της 885/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την ποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ