Legislator Case Law & Legislation
1926/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest when judgment rests on non-appealed grounds.

Case Number 1926/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a labor court decision. The appellants argued the lower court erred in finding the employee's dismissal abusive and motivated by personal animosity. However, the court ruled that the judgment relied independently on the dismissal's invalidity due to unpaid severance, rendering the abuse of right claim legally irrelevant. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the second appellant and rejected for the company, who were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; If a judgment is based on independent grounds not affected by the appeal, arguments challenging other grounds are inadmissible as lacking legal interest.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal interest independent grounds abuse of right dismissal invalidity severance payment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1926 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1926/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VESTA FOODS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προηγούμενη επωνυμία "Φ. ΑΕΒΕΚ ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΡΕΑΤΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και 2)Χ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κεχαγιόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φρίξου Γεραλή, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1473/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 24/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (που διορθώθηκε με την 1791/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών). Την αναίρεση της τελευταίας, ζητoύν οι αναιρεσείοντες με την από 23-1-2023 αίτησή τους και την από 12-4-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 1642/2023, 1026/2022, 1179/2018). Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν -στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος- από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, (ΑΠ 1642/2023, 80/2022, 1020/2020, 177/2018). Τις κλητεύσεις δε επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1642/2023, 33/2023, 80/2022, 119/2019, 177/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 885/2023, 152/2023, 1298/2022, 318/2022, 220/2021).

Περαιτέρω, στην παρ. 3 εδάφιο β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1642/2023, 1298/2022, 1026/2022, 1179/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της, από 23.01.2023 και με αριθμό κατάθεσης 853/67/30.01.2023, ένδικης αίτησης αναίρεσης στην ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (16.05.2023) και κατά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Κεχαγιόπουλο. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος, είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης από τον δεύτερο (2ο) αναιρεσείοντα Χ. Φ., αφού δεν προσκόμισε (ούτε επικαλέστηκε) έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς τον δικηγόρο αυτό, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο. Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στον ως άνω Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 ΚΠολΔ), αυτός δεν παρίσταται προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναιρετική δίκη και θεωρείται δικονομικά απών.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού οι νομίμως παριστάμενοι λοιποί διάδικοι δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση αυτού από τους ίδιους, είτε επίσπευση της συζήτησης από τον τελευταίο (απολειπόμενο). Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, επίσης, δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση αυτής ούτε προκύπτει ότι κλητεύθηκε νομίμως, ενόψει δε και του ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής, όπου ενάγονται περισσότεροι του ενός (δύο) ως εις ολόκληρον υπόχρεοι για αποζημίωση (και συγκεκριμένα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) από αδικοπραξία (ΑΠ 504/2020, 747/2014, 1352/2008) και δη το νομικό πρόσωπο και ο εκπρόσωπος του ως το υπαίτιο όργανο του (ΑΠ 1147/2014, 365/2010, 22/2009)], πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον ανωτέρω, 2ο αναιρεσείοντα, ενώ ως προς την προσηκόντως παρισταμένη 1η αναιρεσείουσα να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.

Επίσης, εφόσον η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς τον ανωτέρω 2ο αναιρεσείοντα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και η συζήτηση των, από 12.04.2023 και με αριθμό κατάθεσης 76/13.04.2023, προσθέτων λόγων αυτής ως προς τον παραπάνω αναιρεσείοντα - ασκούντα τους πρόσθετους λόγους, ενόψει του ότι αυτοί (πρόσθετοι λόγοι), ως μη έχοντες αυτοτέλεια, συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 450/2017).

Η κρινόμενη, από 23.01.2023 και με αριθμό κατάθεσης 853/67/30.01.2023, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 24/07.01.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την 1791/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 25.10.2020 (αριθμός κατάθεσης 81142/6638/2020) έφεση (του ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος και) της ήδη πρώτης (1ης) αναιρεσείουσας εταιρείας (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), καθώς και η από 08.01.2021 (αριθμός κατάθεσης 110/30/2021) αντέφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 1473/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί εν μέρει (ως προς την κυρία της βάση) την, από 18.03.2019 και με αριθμό κατάθεσης 26503/692/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του λόγω καταχρηστικότητας και λόγω καταβολής μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης, επαναπρόσληψης, επιδίκασης μισθών υπερημερίας και δεδουλευμένων αποδοχών, χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη και, επικουρικώς, περί καταβολής του υπολοίπου της συμβατικά συμφωνηθείσας αποζημίωσης απόλυσής του, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, ισχύει δε από 01.012022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του ν. 4842/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι ανωτέρω δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων (η πλήρωση των οποίων απαιτείται αθροιστικά για την παραδεκτή άσκησή τους) δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΑΠ 1376/2022, 286/2022, 506/2021, 1060/2020, 772/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη, από 23.01.2023, αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί από το Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (16.05.2023). Ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης στην παραπάνω δικάσιμο, η (μεταξύ των άλλων) πρώτη (1η) αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 13.04.2023 στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το, από 12.04.2023, δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτό 76/13.04.2023 πράξη κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτών, καθόσον δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα σχετικό αποδεικτικό επίδοσης (ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού αυτών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1337/2022, 2103/2022, 993/2022, 978/2020, 979/2017).

Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1352/2023, 383/2023, 25/2023, 172/2020, 424/2018, 388/2018, 1037/2010).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η (1η) αναιρεσείουσα - εναγομένη αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τους λόγους της εκ μέρους της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη του τις, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ίδια και τον ομόδικο της 2ο εναγόμενο στο Εφετείο, με αριθμό ...

και .../2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους Κ. Λ. και Κ. Φ. του Χ. αντιστοίχως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., κατόπιν κλήτευσης του αντιδίκου να παραστεί κατά τη λήψη τους με σχετική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις) δεν προσκομίζονται και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο, το οποίο σημειωτέον ότι στο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης προ του αποδεικτικού του πορίσματος, όπου αναφέρει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς διαμόρφωση αυτού, ρητώς αναφέρει ως αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020, 755/2018).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η (1η) αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 669 και 281 ΑΚ, καθώς δέχτηκε εσφαλμένως ότι η, από 04.03.2019, επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος εκ μέρους αυτής (1ης) εναγομένης και ήδη (1ης) αναιρεσείουσας εταιρείας είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και επομένως καταχρηστική, οφειλόμενη σε εμπάθεια του 2ου εναγομένου νομίμου εκπροσώπου της προς το πρόσωπο του ενάγοντος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στους λόγους αυτούς.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (με τις εντεύθεν συνέπειες), στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία, και συγκεκριμένα σε δύο, επάλληλες κύριες αιτιολογίες, ήτοι τόσο ότι η καταγγελία ασκήθηκε καταχρηστικά και δη έλαβε χώρα εκδικητικά και για λόγους εμπάθειας του δευτέρου εναγομένου στο πρόσωπο του ενάγοντος και αντίθετα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ήτοι καταχρηστικά, όσο και ότι, δεν συνοδεύτηκε από την καταβολή της πλήρους συμφωνηθείσας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος αποζημίωσης απόλυσης, με δε την αναίρεση δεν πλήττεται και δη επιτυχώς (αφού απορρίφθηκε ήδη ο πλήττων και αυτή τρίτος λόγος αναίρεσης), η μία από αυτές και συγκεκριμένα η δεύτερη, από τις ανωτέρω, επάλληλη αιτιολογία (της ακυρότητας της καταγγελίας εκ της μη καταβολής της συμφωνηθείσας αποζημίωσης απόλυσης), με επακόλουθο, οι ερευνώμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης που πλήττουν μόνον την άλλη επάλληλη αιτιολογία (που αναφέρεται στην ακυρότητα της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας), να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν παραδοχή τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία (της ακυρότητας της καταγγελίας εκ της μη καταβολής της συμφωνηθείσας αποζημίωσης απόλυσης).

Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τον δεύτερο (2ο) αναιρεσείοντα Χ. Φ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 23.01.2023 και με αριθμό κατάθεσης 853/67/30.01.2023, αίτησης για αναίρεση της 24/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την 1791/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), ως και των, από 12.04.2023 και με αριθμό κατάθεσης 76/13.04.2023, πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ως προς τον ανωτέρω δεύτερο αναιρεσείοντα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω, από 23.01.2023, αίτηση αναίρεσης και τους, από 12.04.2023, πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 24/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την 1791/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), κατά το μέρος που ασκούνται από την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ