Legislator Case Law & Legislation
1926/2017 AI generated

1926/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1926/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1926/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την .../8-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτής, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 29-5-2017, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα.

Keywords

AI generated
expulsion despite health conditions right to know one's parentage parental alienation syndrome parental responsibility declaration of acknowledgement of paternity adoption of incapacitated adults
AI generated
1329/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
22/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
552/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14847/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1021/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του ως και τους 15 Μαΐου 2007 προσθέτους επ' αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 5 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
38/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
1564/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1926 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1926/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα -Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: L. A. L. του A., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα - Βιργινία Νταλλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3714/2010 μη οριστική, 2543/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 92/2015 μη οριστική και 1763/2016 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-8-2016 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 29-8-2016 αίτησης για αναίρεση της 1763/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Από το συνδυασμό, εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδ.α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως, ή είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή, αν δε, συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την .../8-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτής, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 29-5-2017, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, αναβλήθηκε, εκπροσωπουμένου του τελευταίου από πληρεξούσιο δικηγόρο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25-9-2017).Επομένως, αφού κατά την δικάσιμο αυτή, ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.

Κατά μεν το άρθρο 1481 εδαφ. α' ΑΚ "η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης", κατά δε το άρθρο 1468 αυτού "κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη δικαστική αναγνώριση του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο, αρκεί να αποδειχθεί ότι εκείνος που ενάγεται ως πατέρας, ήλθε κατά το μεταξύ των 180 έως 300 ημερών προ του τοκετού διάστημα σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου. Αποδεικνυομένου δε του γεγονότος αυτού, της σαρκικής, κατά το κρίσιμο διάστημα, συνάφειας με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής περιγραφή του τρόπου τέλεσης αυτής, αρκούσης και της εκ του συνόλου των περιστάσεων μαρτυρίας της συντέλεσής της, γεννάται τεκμήριο για την πατρότητα του εναγομένου και δεν απαιτείται η απόδειξη οποιουδήποτε άλλου περιστατικού (ΑΠ 299/2010).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ. 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 860/2008).

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 15/2006), αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ. 561 Παρ.2 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 1-12-2004, στην πόλη Τούλσεα (Tulcea )της Ρουμανίας, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), ρουμανικής υπηκοότητος, έτεκε, εκτός γάμου, τον εισέτι ανήλικο υιό της, ο οποίος έλαβε το μικρό όνομα Α. - Ι. - Α..

Προηγουμένως, η εφεσίβλητη είχε σαρκικές συνευρέσεις μετά του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και δη οσάκις εδέχετο τις επισκέψεις του στην επί της οδού … αριθ. …, περιοχής … οικία από την οποία αναχώρησε στις 7-8-2004 και επανέκαμψε έγκυος στην γενέτειρά της. Συγκεκριμένως, οι διάδικοι, πράγματι, διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και συνάμα είχαν ολοκληρωμένες γενετήσιες επαφές κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2004, δηλαδή, εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της συλλήψεως του ανηλίκου το οποίο αρχίζει αναδρομικώς (ex tunc) από την προτεραία της γεννήσεως, έχει διάρκεια 121 ημερών, περιλαμβάνεται μεταξύ της 300ης ημέρας και της 180ης ημέρας προ του τοκετού...

και υπολογίζεται από 5-2-2004 έως 4-6-2004, σχετικώς. Υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις, εφ' όσον οι διάδικοι είχαν έλθει σε σαρκική συνάφεια κατά το ειρημένο κρίσιμο χρονικό διάστημα, τεκμαίρεται, κατ' άρθρον 1481 εδάφ. α1 ΑΚ, ότι η εφεσίβλητη συνέλαβε τον ανήλικο υιό της από τον εκκαλούντα και επομένως ότι αυτός έχει προς τον ανήλικο την εξ αίματος σχέση του γεννήτορος.

Περαιτέρω, δυνάμει της 3714/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , διετάχθη η επανάληψη της συζητήσεως και η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου ο διορισθείς ως πραγματογνώμων Π. Γ., Μοριακός Βιολόγος Γενετιστής, ν' ανιχνεύσει την πατρότητα του εκκαλούντος προς τον ανήλικο δια της διεθνώς αναγνωρισμένης ως πλέον αξιόπιστης μεθόδου του υβριδισμού του γενετικού υλικού ("DNA").

Ο πραγματογνώμων από της ορκίσεώς του στις 23-4-2012, κατά την οποία έγινε προσέτι διορισμός του Γ. Φ., Διδάκτορος Μοριακής Βιολογίας - Γενετικής ως τεχνικού σύμβουλου της εφεσιβλήτου, ανέλαβε τα καθήκοντά του και εν συνεχεία, δι' επιδόσεως στις 26-4-2012 προς τον εκκαλούντα εγγράφου προσκλήσεως, κλήτευσε τούτον, κατ' άρθρον 615 παρ.3 εδάφ.

β' ΚΠολΔ, εμπροθέσμως, ήτοι, προ δέκα ημερών, να προσέλθει, στις 15 Μαΐου 2012, ημέρα Τρίτη και ώρα 11:00' πμ, στο κείμενο στο Αμαρούσιο Αττικής Μαιευτήριο "…", ούτως ώστε υποβληθεί στην λήφη αίματος επί σκοπώ αναλύσεώς του προς έλεγχο της πατρότητος. Όμως, εξ αιτίας της απουσίας του εκκαλούντος η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη δεν συνετελέσθη και ακολούθως, στις 25-5-2012 ο πραγματογνώμων, δι' επιδόσεως αυθημερόν εγγράφου προσκλήσεως προς τον εκκαλούντα, κλήτευσε εμπροθέσμως να προσέλθει, στο ίδιο ως άνω μαιευτήριο, στις 6 Ιουνίου 2012 και ώρα 15:00', ότε αυτός επίσης δεν παρευρέθη και η πραγματογνωμοσύνη εκ νέου δεν διεξήχθη.

Ετέρωθεν, πρωτοδίκως αλλά και νυν κατ' έφεση, ο εκκαλών δεν προέβαλε οιονδήποτε ειδικό λόγο υγείας προς αιτιολόγηση της επανειλημμένης μη εμφανίσεώς του και εν ταυτώ αθετήσεως της υποχρεώσεως του προς σύμπραξη στην διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Ως των δεδομένων τούτων, η μη προσέλευση του εκκαλούντος, παρά την εμπρόθεσμη κλήτευσή του, ισοδυναμεί προς αδικαιολόγητη άρνηση και θεωρείται, υπό την έννοια του άρθρου 615 παρ.1 ΚΠολΔ, ότι ο πραγματογνώμων, εάν είχε διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη θα είχε αποφανθεί ότι γονιδιακές μορφές (αλληλόμορφα, αλλήλια) του ανηλίκου ανευρίσκονται στον εκκαλούντα και θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η πατρότητα αυτού προς τον ανήλικο έχει, κατά προσέγγιση, πιθανότητα 100%.

Υπό το, εκλαμβανόμενο ως θετικό, πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης το οποίο εκτιμάται ελευθέρως (άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ) και εν συνδυασμώ προς τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο Εφετείο τούτο περί του ότι η εκ μέρους της εφεσιβλήτου σύλληψη του ανηλίκου προέρχεται από τον εκκαλούντα και συνεπώς αυτός (εκκαλών) συνδέεται προς τον ανήλικο μετά του εξ αίματος δεσμού του γεννήτορος.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή την από 6-10-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσείων είναι ο φυσικός πατέρας του ανήλικου άρρενος τέκνου αυτής. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του και ιδίως ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σαρκικής συνάφειας, την οποία είχε ο αναιρεσείων με την αναιρεσίβλητη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, ήτοι κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2004 συνεπεία της οποίας τεκμαίρεται η πατρότητά του.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, σε σχέση με την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για ασαφή και ελλιπή σχετικώς αιτιολογία είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της παραδοχής του εφετείου περί ολοκληρωμένων γενετήσιων επαφών κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2004, λόγω μη αναφοράς της συχνότητας και του διαστήματος αυτών, είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου περί σαρκικών συνευρέσεων των διαδίκων κατά τον Μάρτιο του έτους 2004, είναι σαφές.

Η περιλαμβανόμενη εξάλλου στον ίδιο λόγο αιτίαση για αντίφαση αυτής της παραδοχής, "με τις προηγούμενης παραδοχές" είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αντίφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως (άρθρα 338 ΚΠολΔ) υποκειμενικό ή αντικειμενικό και προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 339, 107, 340, και 393 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, για την οποία ο νόμος δεν προβλέπει κάποιο περιορισμό ως προς τα αποδεικτικά μέσα, με μόνη εξαίρεση τα επικουρικά, δηλαδή τον όρκο (άρθρο 421 § 3 ΚΠολΔ, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 14 § 1 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατ' άρθρο 15 ν. 2943/2001) και την εξέταση των διαδίκων (άρθρο 415 § 1 ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται στο δικαστή να περιορίσει αυτά και να μορφώσει έτσι τη δικανική του πεποίθηση από ένα ή και περισσότερα αποδεικτικά μέσα, κατ' επιλογή του και κατ' αποκλεισμό έστω και ενός, στη χρήση του οποίου είχε δικαίωμα ο διάδικος.

Η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη, έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων, δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν.

Η με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερούμενη αρχή, ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, ισχύει και όταν διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο η εξέταση, από ειδικούς επιστήμονες, του αίματος εκείνου ο οποίος φέρεται στη δίκη της αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως πατέρας αυτού, εις τρόπον ώστε το πόρισμα της εξετάσεως αυτής, που θα εκτιμηθεί ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την αμφισβητούμενη πατρότητα.

Με τα δεδομένα αυτά το, (με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1329/1923 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 2 του ν. 3089/2002), ίσχυε δε στην προκειμένη περίπτωση, που ορίζει ότι: "Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου" στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της πατρότητας "ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί", καθιερούμενο αμάχητο τεκμήριο, για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως λόγοι, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, πρόδηλη έχει την έννοια, όταν εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος, ότι λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του.

Τεκμαίρεται δηλαδή αμαχήτως, από την άρνηση εκείνου, που υποχρεώθηκε σε εξετάσεις, να υποβληθεί σ' αυτές, ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικο του θα περιείχε η έκθεση των ιατρών αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε γινόταν κανονικά. Από το στοιχείο δε αυτό, συνεκτιμώμενο ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση, αναλόγως αν από τις άλλες αποδείξεις προκύπτει ή όχι η έλλειψη αναγκαίας για την πατρότητα προϋποθέσεως (Ολ ΑΠ 32/1990).

Περαιτέρω με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ, υπαγορευθείσα τόσο από την ανάγκη προστασίας της γενετικής ταυτότητας του προσώπου, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 εδ. α1 του Συντάγματος, αλλά και στην προστασία της προσωπικότητάς του, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 5 του Συντάγματος, δεν επιβάλλεται περιορισμός στο δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όχι από την αρχή, αλλά αργότερα, στην περίπτωση που δεν έχει πεισθεί από τα άλλα μέσα, πράγμα το οποίο, εξ άλλου, δεν είναι ορθό, διότι είναι ενδεχόμενο το δικαστήριο από τα άλλα αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε αποτέλεσμα τελείως διαφορετικό από αυτό της αναλύσεως του αίματος, που είναι αποδεικτικό μέσο χρήσιμο και ακριβές ως προς τα αποτελέσματα του και δεν πρέπει να διατάσσεται τελευταίο και διότι αντιβαίνει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης.

Η σύγχρονη δε με τα λοιπά μέσα απόδειξης διάταξη από το δικαστήριο της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, δεν καθιστά εκ του λόγου αυτού δικαιολογημένη την άρνηση του φερόμενου ως πατέρα εναγομένου, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο και δεν ανατρέπει το τεκμήριο, ούτε μεταβάλλει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής, που φέρει ο ενάγων (ΑΠ 1634/2014, 908/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε τον λόγο της έφεσής του, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξήντλησε όπως όφειλε, όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κλπ. προς εξακρίβωση της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσίβλητης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αμέσως μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε εκτίμηση των αποδείξεων, κατά κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου η μη υποβολή του στις αιματολογικές εξετάσεις ήταν δικαιολογημένη και δεν μπορούσε να έχει τις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συνέπειες που δέχθηκε το δικαστήριο, του οποίου η κρίση περί της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσιβλήτου στηρίχθηκε στην κατάθεση του μάρτυρος του και στο πλάσμα δικαίου από τη μη προσέλευσή του στις αιματολογικές εξετάσεις και ότι η κακή αυτή εφαρμογή του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ και του εξ αυτού δημιουργημένου πλάσματος δικαίου τόσον από την πρωτόδικη όσον και από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της αποδείξεως, καθιστώντας έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 και 13 του ΚΠολΔ.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 12 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνει από όλα τα συνεκτιμηθέντα και ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσείοντος σε συνδυασμό και με το ανωτέρω αμάχητο τεκμήριο για την, απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.

Ως προς δε την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 13, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί με την έκδοση της υπ' αριθ. 3714/2010 παρεμπίπτουσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τη διενέργεια αιματολογικής πραγματογνωμοσύνης σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης υποκειμενικό ή αντικειμενικό, έστω και αν η έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης προηγήθηκε της οποιασδήποτε εκτίμησης των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί στο ακροατήριο κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Αυγούστου 2016 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της 1763/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ