Legislator Case Law & Legislation
1926/2016 AI generated

1926/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1926/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1926/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim conscience clause voluntary unemployment doubt as to unlawful nature fitness to drive pre-service medical impairment
AI generated
647/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
265/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών.
850/2023
Με την από 28-12-2021 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 18-06-2019 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 149/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής ..., μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-09-2021. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την υπ` αριθμ. 275/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή.
809/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
243/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1926 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1926/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Γ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Κατσαρού, 2. Π. Ι. του Ν. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Κατσαρού και 3. Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Κατσαρού, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3516/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ...5-10-2015 κοινή αίτηση - δήλωση αναίρεσης και στους από 13-10-2016 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθ. εκθ. κατ. ...2015 κοινή αίτηση-δήλωση αναιρέσεως, των αναιρεσειόντων: 1.Π. Ι., 2.Χ. Τ., 3. Γ. Χ., με την οποία αιτούνται την αναίρεση της υπ’ αριθ. 3516/2014 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρ. 473, 474 ΚΠΔ), είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει λόγους αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 Κ.Π.Δ, και πρέπει να συνεκδικασθεί με τους από 13-10-2016 παραδεκτά ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης του αναιρεσείοντος Π. Ι. (509 παρ.2 ιδίου κώδικα).

Από τις διατάξεις των άρθρων 42,96,465,473 παρ.2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου, που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές το ένδικο μέσο απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 476 ιδίου κώδικα ως απαράδεκτο. Το αυτό, κατ’ ανάλογη εφαρμογή ισχύει και για τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, στην περίπτωση που η αναίρεση ασκήθηκε είτε αυτοπροσώπως στη γραμματεία του δικάσαντος δικαστηρίου είτε από τους ίδιους τους καταδικασθέντες με επίδοση δηλώσεως τους στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, την κρινόμενη αίτηση-δήλωση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης άσκησαν παραδεκτά από κοινού, (υπογράφοντες έκαστος αυτήν), και οι τρείς προαναφερθέντες, καταδικασμένοι - αναιρεσείοντες, ενώ τους πρόσθετους λόγους αυτής, στην προμετωπίδα των οποίων αναγράφεται ότι, ασκούνται από όλους τους αναιρεσείοντες υπογράφει και καταθέτει στην γραμματεία της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου μόνο ο εκ των αναιρεσειόντων Π. Ι., χωρίς να εγχειρίζει σχετική πληρεξουσιότητα ότι ασκεί αυτούς ως αντιπρόσωπος και των λοιπών αναιρεσειόντων. Επομένως όσο αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι πράγματι ψευδή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι, υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση αυτού, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον,(φυσικό αυτουργό), την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής, ανεξαρτήτως αν αυτός ως δράστης παραμένει άγνωστος και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Μεταξύ των μέσων, με τα οποία μπορεί να προκληθεί στον φυσικό αυτουργό η απόφαση τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως, περιλαμβάνεται η πειθώ και φορτικότητα, οι επίμονες προτροπές, οι παραινέσεις η εκμετάλλευση της ροπής για εύκολο πλουτισμό, η υπόσχεση καταβολής αμοιβής ή άλλου ανταλλάγματος.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά καθώς και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, διότι στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.

ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ.3516/2014 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, καταδίκασε τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων, τον μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη Α. Π., για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, και τον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του, την ανάγνωση των πρακτικών και της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων), δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά- κατά πιστή μεταφορά-: "Ο πρώτος κατηγορούμενος προσλήφθηκε τον Φεβρουάριο του έτους 2001 από την επιχείρηση με την επωνυμία «...

ΑΕ» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μηχανικός σε συνεργείο οχημάτων αυτής, που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις του λατομείου της επιχειρήσεως με την επωνυμία «... ΑΕ», κειμένου στην θέση ... του δήμου ... Αττικής. Στις 5.3.2001 και περί ώρα 11.00, ο πρώτος κατηγορούμενος, (Π. Ι.) μαζί με τους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων (Χ.

Τ. και Γ. Χ.) εργαζομένους της αυτής εταιρίας («... ΑΕ») ασχολούνταν με την αντικατάσταση φθαρμένου ελαστικού σε φορτηγό τύπου caterpillar της εργοδότιδός τους εταιρίας. Το καινούριο ελαστικό που έπρεπε να τοποθετηθεί στο φορτηγό ζύγιζε περί τα 800 χιλιόγραμμα και η τοποθέτησή του σε αυτό απαιτούσε την χρήση περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, (clark), πλην επειδή η εταιρία «Β.

Τ. αε» δεν διέθετε τέτοιο μηχάνημα, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε την πρωτοβουλία και μετέβη στις παρακείμενες εγκαταστάσεις της εταιρίας «... αε», η οποία διέθετε τέτοιο μηχάνημα, στο οποίο επιβιβάσθηκε και το οδήγησε στις εγκαταστάσεις της εργοδότιδός του εταιρίας. Εκεί τοποθέτησε το ελαστικό πάνω στις περόνες του ανυψωτικού μηχανήματος και ακολούθως αφού κατέβηκε από το μηχάνημα, άρχισε να καθαρίζει την μεταλλική στεφάνη (ζάντα) του τροχού του φορτηγού, έχοντας στραμμένα τα νώτα του προς το μηχάνημα.

Κατά την διάρκεια όμως της εργασίας αυτής, τα υδραυλικά έμβολα που συγκρατούσαν τις περόνες του μηχανήματος, λόγω πτώσεως της υδραυλικής πιέσεως, πήραν κλίση εμπρός με αποτέλεσμα να προκληθεί πτώση του ελαστικού από τις περόνες, το οποίο χτύπησε τον πρώτο κατηγορούμενο στην πλάτη και ακολούθως τον καταπλάκωσε, χωρίς αυτός ,λόγω της θέσεως του σώματος του, να αντιληφθεί την πτώση του ελαστικού για να αντιδράσει, ενόψει και του ότι κατά την στιγμή εκείνη, δεν υπήρχε στην θέση του οδηγού του περονοφόρου οχήματος χείριστης, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση, εμποδίζοντας αυτή με κατάλληλους χειρισμούς.

Ο πρώτος κατηγορούμενος τραυματίσθηκε από την πτώση του ελαστικού και συγκεκριμένα υπέστη συμπιεστικό κάταγμα σπονδύλου 01 και κατάγματα εγκαρσίων αποφύσεων 02 - 03. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος ήγειρε κατά της ως άνω εργοδότιδός του εταιρίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15.3.2005 και υπ αριθμ.

εκθ. καταθ. .../2005 αγωγή του με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσόν των 49.300 Ε ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, ισχυριζόμενος αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω εταιρίας και των προστηθέντων της στην επέλευση του ατυχήματος.

Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου στις 19.3.2009 κατά την εκδίκασή της δε εξετάσθηκε από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου (ενάγοντος) ως μάρτυρας ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ότι το περονοφόρο όχημα από το οποίο έπεσε το ελαστικό, το οποίο τραυμάτισε τον πρώτο κατηγορούμενο οδήγησε στις εγκαταστάσεις της εταιρίας «Β.

Τ. αε» ο προϊστάμενος αυτού και των λοιπών κατηγορουμένων, εργοδηγός Σ. Ζ. και όχι ο πρώτος κατηγορούμενος. Το αυτό περιστατικό ως αληθές κατέθεσαν και οι 2ος και 3ος , κατηγορούμενοι, στις υπ αριθμ. .../16.3.2009 και .../2009 ένορκες Βεβαιώσεις τους αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες, ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της ως άνω εναγομένης εταιρίας, όπως τούτο Βεβαιώνεται στην, επί της αγωγής, εκδοθείσα υπ αριθμ, 2479/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο τις έλαβε υπόψη.

Όμως το περιστατικό αυτό που κατέθεσαν οι ως άνω κατηγορούμενοι ότι δηλ. οδηγός του μηχανήματος ήταν ο Σ. Ζ., ήταν ψευδές και οι κατηγορούμενοι αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας του, αφού οι μεν 2ος και 3ος των κατηγορουμένων ήσαν παρόντες στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα και εγνώριζαν ότι το μηχάνημα είχε οδηγήσει στις εγκαταστάσεις της ως άνω εταιρίας ο πρώτο κατηγορούμενος, ο δε τέταρτος κατηγορούμενος, εργαζόμενος επίσης της αυτής εταιρίας, δεν ήταν μεν παρών στο σημείο του ατυχήματος όταν αυτό έλαβε χώρα, αλλά βρισκόταν σε άλλο χώρο του εργοταξίου, πλην πληροφορήθηκε τις αληθείς συνθήκες του ατυχήματος από τους 2° και 3° των κατηγορουμένων, αλλά και από τον ίδιο τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος δήλωσε στον τεχνικό επιθεωρητή, που διενήργησε έρευνα για το ατύχημα Ε.

Λ. ότι ό ίδιος είχε προβεί στην μεταφορά του ελαστικού με το περονοφόρο όχημα (βλ. υπ αριθμ. πρωτ. ....2002 έκθεση έρευνας αυτού). Το ψευδές περιστατικό κατατέθηκε από τους ως άνω 2°, 3° και 4° κατηγορουμένους, προκειμένου να υποστηρίξουν τον αναληθή αγωγικό ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου, περί υπαιτιότητας της ως άνω εταιρείας και των προστηθέντων της στον τραυματισμό του.

Την απόφαση δε να καταθέσουν το ψευδές αυτό περιστατικό οι 2ος, 3ος, και 4ος των κατηγορουμένων, προκάλεσε σε αυτούς, με πειθώ και φορτικότητα ο 1ος κατηγορούμενος. Σημειωτέον ότι η ως άνω αγωγή του πρώτου κατηγορουμένου, απορρίφθηκε με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση ,ως ουσία αβάσιμη, απορρίφθηκε δε και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Εφετείο Αθηνών, με τη υπ’ αρ. 6714/2013 απόφασή του.

Τέλος ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ‘ ‘ Β. Τ. αε’ ‘ Θ. Τ., αθωώθηκε της κατηγορίας που του αποδόθηκε για σωματική βλάβη από αμέλεια εις βάρος του 1ου κατηγορουμένου με την υπ’ αριθ. 8125/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών".

Ακολούθως κήρυξε ενόχους αυτούς του ότι: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Τ. του Π., στην Αθήνα στις 16-3-2009, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της υπ’ αρ. .../2009 ένορκης εξέτασης προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε δίκη που αφορούσε την συζήτηση της υπ. αρ. κατάθεσης .../2005 αγωγής του τέταρτου κατηγορούμενου κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... ΑΕ κατέθεσε εν γνώση του ψέματα και ειδικότερα κατέθεσε ψευδώς και ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας ότι σε εργατικό ατύχημα με παθόντα τον τέταρτο κατηγορούμενο στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ... ΑΕ, στις 5-3-2001 το μηχάνημα τύπου ΚΛΑΡΚ και το οποίο τραυμάτισε τον τέταρτο κατηγορούμενο το οδηγούσε ο προϊστάμενος-εργοδηγός της εναγόμενης εταιρίας ... ΑΕ, Σ. Ζ., ενώ η αλήθεια είναι ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος οδηγούσε το ανωτέρω όχημα.

3) Ο τρίτος εκ των κατηγορουμένων. Γ. Χ. του Μ. στην Αθήνα, στις 16-3-2009, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών στα πλαίσια της υπ. αρ. .../2009 ένορκης εξέτασης προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αυτή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε δίκη που αφορούσε την συζήτηση της υπ. αρ. κατάθεσης .../2005 αγωγής του τέταρτου κατηγορούμενου κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία. ... ΑΕ κατέθεσε εν γνώση του ψέματα και ειδικότερα κατέθεσε ψευδώς και ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας ότι σε εργατικό ατύχημα με παθόντα τον τέταρτο κατηγορούμενο στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ... ΑΕ, στις 5-3-2001 το μηχάνημα τύπου ΚΛΑΡΚ και το οποίο τραυμάτισε τον τέταρτο κατηγορούμενο το οδηγούσε ο προϊστάμενος-εργοδηγός της εναγόμενης εταιρίας ... ΑΕ, Σ. Ζ., ενώ η αλήθεια είναι ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος οδηγούσε το ανωτέρω όχημα.

4) Ο πρώτος εκ των κατηγορουμένων Π. Ι. στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-2009 έως την 19-3-2009 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση (με πειθώ και φορτικότητα) στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατηγορούμενους να εκτελέσουν τις ανωτέρω (υπό 1,2,3 ) άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα".

Στη συνέχεια, επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους στον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία για τον πρώτο και τον τρίτο των αναιρεσειόντων, και μετέτρεψε με ειδική αιτιολογία για τον δεύτερο αναιρεσείοντα προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο, την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάσθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων κατ’ εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε ο πρώτος, εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 α, 98, 224 παρ. 2, ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία: α) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, β) η αρμόδια αρχή (Ειρηνοδίκης Πειραιώς), ενώπιον της οποίας, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, με τις υπ’ αριθ. .../2009 και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με την επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος, κατέθεσαν ψευδή γεγονότα, γ) ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις λήφθηκαν με την επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος, μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του, εργοδότριας του, εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ Β.

Τ. ΑΕ’ ‘ , για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου θα εκδικαζόταν η υπ’ αριθ. εκθ. κατ. .../2005 αγωγή του κατά της ανωτέρω εταιρείας, με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. δ) αναφέρεται ότι οι ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν νομότυπα, αφού είχε προηγηθεί, νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου,(ως άνω εταιρείας), εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, (πρώτου αναιρεσείοντος),σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671παρ. 1 Κ.Πολ.

Δ., που ίσχυε, ώστε να συνιστούν υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στη ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, ε) Ότι τα κατατεθέντα ψευδή γεγονότα σχετίζονταν με το αντικείμενο της αστικής δίκης στ)ότι αυτά ήταν ψευδή, με αναφορά και ποια ήταν τα αληθή και ζ) ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων γνώριζαν την αναλήθεια αυτών και παρά ταύτα τα κατέθεσαν για να στηρίξουν αποδεικτικά την προαναφερθείσα αγωγή περί αποζημιώσεως από εργατικό ατύχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, συναδέλφου τους, η)τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος, (ενάγων στην πολιτική δίκη), έπεισε τους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι αυτοί θα καταθέσουν ενόρκως ψευδή γεγονότα και επιδιώκοντας αυτό, προκειμένου να επιτύχει την ευδοκίμηση της αγωγής του και να εισπράξει αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα, η)τις επί μέρους πράξεις του κατ ‘ εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων.

Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, λεκτέα τα εξής: α) Η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αιτιολογείται ο άμεσος δόλος των φυσικών αυτουργών της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς και ο όμοιος δόλος του ηθικού αυτουργού, είναι αβάσιμη, επειδή, όσα κατέθεσαν οι αυτουργοί της ψευδορκίας, (ότι χειριστής του μηχανήματος ήταν ο Σ.

Ζ.),τα γνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως, αφού κατά τις παραδοχές, ήταν παρόντες κατά το χρόνο του ατυχήματος και γνώριζαν ότι το μηχάνημα είχε οδηγήσει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας ο πρώτος κατηγορούμενος, ο τελευταίος δε, ‘ ‘ δήλωσε στον τεχνικό επιθεωρητή, που διενήργησε έρευνα για το ατύχημα Ε. Λ. ότι ο ίδιος είχε προβεί στην μεταφορά του ελαστικού με το περονοφόρο όχημα’ ‘ .

Επομένως το ψευδές γεγονός που έπεισε τους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος να καταθέσουν ενόρκως, συνδεόταν με δική του ενέργεια, ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το πρόσωπό του, και παρά ταύτα επιδίωξε και πέτυχε την κατάθεση του, από αυτούς. β) Η αιτίαση τους ότι, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, άρα είναι τυπικό, και ως εκ τούτου στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το αιτιολογικό μέρος αυτής είναι πλήρες και περιέχει αποδεικτικά στοιχεία, σκέψεις και συλλογισμούς, ιδιαίτερους από το διατακτικό της, που αιτιολογούν την καταφατική περί της ενοχής των αναιρεσειόντων δικαιοδοτική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

γ) Ότι, η καταφατική για τον άμεσο δόλο τους κρίση του δικάσαντος Εφετείου, δεν ανταποκρίνεται στην ένορκη επ’ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Θ. Τ., ο οποίος για το ζήτημα αυτό κατέθεσε αντιφατικά, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττεται με αυτήν η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! και Ε! ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, που διαλαμβάνονται και οι δύο στον αριθμούμενο πρώτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Οι αναιρεσείοντες εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης τους, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, για την καταφατική περί της ενοχής τους δικαιοδοτική του κρίση, έλαβε υπ’ όψη του, την υπ’ αρ. πρωτ. ...-2002 έκθεση έρευνας του Υπουργείου Εργασίας, η οποία φέρεται αναγνωσθείσα στα πρακτικά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο πρώτος αναιρεσείων, (καταδικασθείς ως ηθικός αυτουργός ψευδορκίας κατ’ εξακολούθηση), δήλωσε στον τεχνικό επιθεωρητή που διενήργησε έρευνα για το εργατικό ατύχημα Ε.

Λ., ότι ο ίδιος είχε προβεί στην μεταφορά του ελαστικού με το περονοφόρο όχημα. Ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού είναι ψευδές διότι ο ανωτέρω αναιρεσείων ουδέποτε προέβη στην δήλωση αυτή στον ως άνω τεχνικό επιθεωρητή. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι, το έγγραφο αυτό που αναφέρεται και στο αιτιολογικό μέρος της αποφάσεως πράγματι αναγνώσθηκε, (φέρεται με αρ. 5 στα αναγνωστέα έγγραφα), οι αναιρεσείοντες και ο κοινός πληρεξούσιος συνήγορός τους στο ακροατήριο δεν εναντιώθηκαν στην ανάγνωσή του, δεν ζήτησαν τον σχολιασμό του, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, ούτε προσέβαλαν το περιεχόμενο του ως πλαστό.

Άρα το δικάσαν Εφετείο ορθά το συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο κοινός δεύτερος λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Π. Ι., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α! ΚΠΔ, από την αξιολόγηση του εγγράφου αυτού, είναι αβάσιμοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακρόασης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν ρητώς παρεχόμενο από το νόμο δικαίωμα και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ.2 ΚΠΔ, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Για να επέλθει, όμως, η, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του άνω Κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο, (κατά το άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠΔ), και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Π. Ι. με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι, το δικάσαν δικαστήριο, δεν διέταξε την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να διεξαχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για την πλαστότητα ή μη της υπογραφής του, στο συνημμένο, στην υπ’ αρ.

πρωτοκόλλου ...02002 έκθεση έρευνας του τεχνικού επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ε. Λ., υπ’ αρ.2 έγγραφο το οποίο και δεν αναγνώσθηκε, παρά τον ισχυρισμό του ότι η φερόμενη ως υπογραφή του σ’ αυτό είναι πλαστή. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του υπέβαλε αίτημα, αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις επί τω τέλει διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης επί του εγγράφου αυτού, για την γνωμοδότηση από διορισμένο από το δικαστήριο πραγματογνώμονα της γνησιότητας της υπογραφής του σ’ αυτό.

Ούτε υποβλήθηκε αίτημα για την ανάγνωση του, ούτε αναφέρεται στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο έκθεση τεχνικού ελέγχου του προαναφερθέντος τεχνικού επιθεωρητή, ότι επισυνάπτονται άλλα έγγραφα σ’ αυτήν. Πολλώ μάλλον δεν προκύπτει ότι αυτοί προσέφυγαν, σχετικώς, σε ολόκληρο το Δικαστήριο και αυτό απέρριψε παρά το νόμο την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού.

Επομένως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ερείδεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β! σε συνδ. με το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Π. Ι. προσάπτει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της έλλειψης ακρόασης.

Περαιτέρω και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του ιδίου αναιρεσείοντος, με τον οποίο αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν συνεκτίμησε για την καταφατική περί της ενοχής του δικαιοδοτική του κρίση, τα υπ’ αρ. 1 και 2 έγγραφα που ήταν συνημμένα στην τεχνική έκθεση του προαναφερθέντος τεχνικού επιθεωρητή Ε. Λ., (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ!ΚΠΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού τα έγγραφα αυτά, δεν ήταν συνημμένα στην ως άνω έκθεση, ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους από τον αναιρεσείοντα αυτόν. Σημειώνεται ότι το δικαστήριο συναξιολόγησε την ως άνω τεχνική έκθεση που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν σ’ αυτό, και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία ο συντάκτης αυτής διατύπωσε το πόρισμα του (.../2012).

Τέλος ο από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ! σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη στέρηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του πρώτου αναιρεσείοντος, όσον αφορά τη μη χρήση ως αποδεικτικού μέσου των ανωτέρω, υπ’ αρ. 1 και 2 εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων θεωρεί ότι είναι ψευδές και η φερόμενη σ’ αυτά υπογραφή του ότι είναι προϊόν πλαστότητας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίσθηκαν για ανάγνωση στο δικάσαν Εφετείο, ώστε να συναξιολογηθούν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για την επί της ουσίας καταδικαστική του κρίση, και κατά συνέπεια δεν παραβιάσθηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο από οίκοθεν παράλειψη του δικαστηρίου αυτού.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως-δηλώσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος αυτού, να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες έκαστος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α)την υπ’ αριθ. πρωτ. ... 5-10-2015, αίτηση-δήλωση των 1.Π. Ι. του Ν.,2. Χ. Τ. του Π. και 3. Γ. Χ. του Μ. και β)τους από 13-10-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Π. Ι. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.3516/29-4-2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ